Ρύθμιση θεμάτων αστυνομικού προσωπικού, κατά τροποποίηση διατάξεων των Π.Δ. 22/1996 (Α΄-15) και 538/1989 (Α΄-224).

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Άρθρο 1
1.  
    Η παράγραφος 1 του άρθρου 12 του Π.Δ. 22/1996 αντικαθίσταται ως εξής: 1 Η άσκηση άλλου επαγγέλματος και η κατ’ επάγγελμα άσκηση εμπορίας ή τέχνης, καθώς και η χωρίς άδεια της Υπηρεσίας άσκηση των δραστηριοτήτων που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 5 του Π.Δ. 538/1989 .
Άρθρο 2
1.  
    Η παράγραφος 1 του άρθρου 23 του Π.Δ. 22/1996 αντικαθίσταται ως εξής: 1 Αρμόδιοι για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης, στην περίπτωση της παρ. 2 εδάφ. β΄ του προηγούμενου άρθρου είναι ο Υπουργός και ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, ο Αρχηγός και ο Υπαρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας, ο Γενικός Επιθεωρητής Αστυνομίας, ο Προϊστάμενος του Επιτελείου του Αρχηγείου, οι Προϊστάμενοι των Κλάδων, ο Διευθυντής της Αστυνομικής Ακαδημίας, οι Γενικοί Αστυνομικοί Διευθυντές, οι Διευθυντές των Αστυνομικών Διευθύνσεων και οι Διευθυντές Υπηρεσιών επιπέδου Διευθύνσεως, για το προσωπικό των Υπηρεσιών τους .
Άρθρο 3
1.  
    Στο άρθρο 24 του Π.Δ. 22/1996 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής: 4. ΄Οποιος υποβάλλει καταγγελία εναντίον αστυνομικού, που δικαιολογεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις ενέργεια, άτυπης έρευνας ή προφορικής ή ένορκης διοικητικής εξέτασης, δικαιούται ύστερα από αίτημά του, να πληροφορείται για το αποτέλεσμα αυτών».
Άρθρο 4
1.  
    Το άρθρο 27 του Π.Δ. 22/1996 αντικαθίσταται ως εξής:.
Άρθρο 5 "1.Το εδάφιο γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 31 του Π.Δ. 22/ 1996 αντικαθίσταται ως εξής: γ. Προκειμένου περί Ε.Δ.Ε., που ενεργούνται κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 1 εδάφ. β΄ και γ΄ και 11 του άρθρου 27 του παρόντος, τα ακόλουθα κατά περίπτωση ό [...]"
2.  
    Η παράγραφος 4 του ιδίου άρθρου αντικαθίσταται ως εξής: 4.Ο Υπουργός και ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, ο Αρχηγός και ο Υπαρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας, ο Γενικός Επιθεωρητής, ο Προϊστάμενος του Επιτελείου του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, ο Διευθυντής της Αστυνομικής Ακαδημίας και οι Γενικοί Αστυνομικοί Διευθυντές για τις Υπηρεσίες που υπάγονται σ΄αυτούς, δύνανται σε κάθε περίπτωση που έχει διαταχθεί Ε.Δ.Ε. και Π.Δ.Ε. από υφισταμένους τους να διατάσσουν την υποβολή της δικογραφίας της Ε.Δ.Ε. ή του πορίσματος της Π.Δ.Ε. στους ίδιους για την άσκηση αποφασιστικής αρμοδιότητας, εφόσον δεν έχει παρέλθει τρίμηνο από την τελική κρίση της υπόθεσης από τα αρμόδια κατά περίπτωση όργανα που αναφέρονται στην παρ. 1 εδάφ. γ΄ .
Άρθρο 6
1.  
    Η παράγραφος 2 του άρθρου 32 του Π.Δ. 22/1996 αντικαθίσταται ως εξής: Κατ΄ εξαίρεση, δεν υπόκεινται σε γνωμάτευση τα πορίσματα των διοικητικών εξετάσεων που ενεργούνται από τους Αντιστρατήγους του Σώματος, τους Προϊσταμένους των Κλάδων, τους Γενικούς Αστυνομικούς Διευθυντές και τους Διευθυντές των Αυτοτελών Κεντρικών Υπηρεσιών
Άρθρο 7
1.  
    Στο άρθρο 33 του Π.Δ. 22/1996 προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής: 5 Σε όλα τα στάδια της πειθαρχικής διαδικασίας επιτρέπεται στον εγκαλούμενο να παρίσταται μετά συνηγόρου
Άρθρο 8
1.  
    Το άρθρο 34 του Π.Δ. 22/1996 αντικαθίσταται ως εξής: ΄Αρθρο 34 Πειθαρχικά όργανα. 1 Την πειθαρχική εξουσία στο αστυνομικό προσωπικό ασκούν 1 Τα αρμόδια πειθαρχικά συμβούλια. 2 Οι αρμόδιοι για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης, που προβλέπονται από το άρθρο 23 παρ. 1 - 3 του παρόντος διατάγματος. 2 Τα πειθαρχικά συμβούλια είναι 1 Τα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια πειθαρχικά συμβούλια Ανθυπαστυνόμων, Αρχιφυλάκων και Αστυφυλάκων, που είναι αρμόδια για την εκδίκαση σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, αντιστοίχως, των πειθαρχικών υποθέσεων, που παραπέμπονται σ΄ αυτά και αφορούν αστυνομικό προσωπικό των ανωτέρω βαθμών. 2 Τα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια πειθαρχικά συμβούλια αξιωματικών, που είναι αρμόδια για την εκδίκαση σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, αντιστοίχως, των πειθαρχικών υποθέσεων, που παραπέμπονται σ΄ αυτά και αφορούν αξιωματικούς, από το βαθμό του Υπαστυνόμου Β΄ μέχρι και το βαθμό του Αστυνομικού Υποδιευθυντή, καθώς και συνυπαίτιους αυτών Ανθυπαστυνόμους, Αρχιφύλακες και Αστυφύλακες. 3 Τα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια πειθαρχικά συμβούλια των Αστυνομικών Διευθυντών Αστυνομίας, που είναι αρμόδια για την εκδίκαση σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, αντιστοίχως, των πειθαρχικών υποθέσεων που παραπέμπονται σ΄ αυτά και αφορούν αξιωματικούς των ανωτέρω βαθμών. 4 Το πειθαρχικό συμβούλιο των Ταξιάρχων Αστυνομίας, που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, των πειθαρχικών υποθέσεων των Ταξιάρχων Αστυνομίας. 5 Το ανώτατο συμβούλιο κρίσεων, που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση σε πρώτο και τελευταίο βαθμό των πειθαρχικών υποθέσεων των Υποστρατήγων Αστυνομίας. 6 Το συμβούλιο κρίσης Αντιστρατήγων, που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση σε πρώτο και τελευταίο βαθμό των πειθαρχικών υποθέσεων των Αντιστρατήγων Αστυνομίας. 3 Τα πειθαρχικά συμβούλια των εδαφίων α΄, β΄, γ΄ και δ΄ της προηγούμενης παραγράφου έχουν ετήσια θητεία και συγκροτούνται το μήνα Απρίλιο κάθε έτους,με απόφαση του Αρχηγού Ελληνικής Αστυνομίας.Τα πειθαρχικά συμβούλιατων εδαφίων α΄ και β΄ της ως άνω παραγράφου λειτουργούν στην Αθήνα και Θεσσαλονίκη Όμοια πειθαρχικά συμβούλια μπορούν να συγκροτούνται με απόφαση του Αρχηγού Ελληνικής Αστυνομίας και να λειτουργούν και σε άλλες πόλεις Με την απόφαση συγκρότησης καθορίζεται η τοπική αρμοδιότητα των Συμβουλίων και ορίζονται ονομαστικώς τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη τους Τα αναπληρωματικά μέλη δεν μπορεί να είναι λιγότερα των τριών, στα οποία περιλαμβάνεται απαραιτήτως αναπληρωτής του προέδρου του Συμβουλίου Τα πειθαρχικά συμβούλια των εδαφίων γ΄ και δ΄ της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου λειτουργούν στην Αθήνα Με την απόφαση συγκρότησης των τελευταίων συμβουλίων ορίζονται και ισάριθμα προς τα τακτικά αναπληρωματικά μέλη, καθώς και γραμματέας ανώτερος αξιωματικός με τον αναπληρωτή του. 4 Τα δευτεροβάθμια πειθαρχικά συμβούλια των εδαφίων β΄ και γ΄και τα συμβούλια των εδαφίων δ΄, ε΄ και στ΄ της παρούσας παραγράφου είναι αρμόδια και για την εκδίκαση σε δεύτερο βαθμό των πειθαρχικών υποθέσεων αξιωματικών που προήχθησαν σε βαθμούς της αρμοδιότητάς τους και η υπόθεσή τους εκδικάσθηκε σε πρώτο βαθμό από κατώτερο πρωτοβάθμιο συμβούλιο, του βαθμού που κατείχαν πριν την προαγωγή. 5 Τα πειθαρχικά συμβούλια συγκροτούνται από αξιωματικούς γενικών καθηκόντων, ως ακολούθως 1 Το ΠρωτοβάθμιοΠειθαρχικό Συμβούλιο Ανθυπαστυνόμων, Αρχιφυλάκων και Αστυφυλάκων, από έναν (1) Αστυνομικό Υποδιευθυντή, ως πρόεδρο, δύο (2) Αστυνόμους Α΄, έναν (1) Αστυνόμο Β΄ και έναν (1) Υπαστυνόμο Α΄, ως μέλη. 2 Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο Ανθυπαστυνόμων, Αρχιφυλάκων και Αστυφυλάκων, από έναν (1) Αστυνομικό Διευθυντή, ως πρόεδρο, δύο (2) Αστυνομικούς Υποδιευθυντές και δύο (2) Αστυνόμους Α΄, ως μέλη. 3 Το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο Αξιωματικών, από έναν (1) Ταξίαρχο Αστυνομίας, ως Πρόεδρο και τέσσερις (4) Αστυνομικούς Διευθυντές, ως μέλη. 4 Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο Αξιωματικών, από δύο (2) Ταξίαρχους, εκ των οποίων ο αρχαιότερος εκτελεί καθήκοντα προέδρου και από ένα (1) Αστυνομικό Διευθυντή, ως μέλη. 5 Το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο Αστυνομικών Διευθυντών, από έναν (1) Υποστράτηγο Αστυνομίας, ως πρόεδρο και δύο (2) Ταξίαρχους Αστυνομίας, ως μέλη. 6 Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο Αστυνομικών Διευθυντών από δύο (2) Υποστρατήγους, από τους οποίους ο αρχαιότερος εκτελεί καθήκοντα προέδρου και ένα (1) Ταξίαρχο Αστυνομίας. 7 Το Πειθαρχικό Συμβούλιο Ταξίαρχων Αστυνομίας, από έναν (1) Αντιστράτηγο Αστυνομίας, ως πρόεδρο, και δύο (2) Υποστρατήγους Αστυνομίας, ως μέλη. 6 Τα Συμβούλιατων εδαφίων ε΄ και στ΄ της παρ. 2 του παρόντος άρθρου συγκροτούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις που ισχύουν για την κρίση των αξιωματικών και λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. 7 Από τα μέλη του Συμβουλίου το νεότερο κατά σειρά αρχαιότητας εκτελεί καθήκοντα εισηγητή Σε περίπτωση νόμιμου κωλύματος τακτικού μέλους, τούτο αναπληρώνεται από ομοιόβαθμο αναπληρωματικό μέλος με τη σειρά που αναγράφονται στην απόφαση συγκρότησης του Συμβουλίου. 8 Δεν μπορεί να συμμετέχει στις εργασίες του Συμβουλίου 1 ΄Οποιος ενήργησε την Ε.Δ.Ε. για την υπόθεση που πρόκειται να εκδικασθεί. 2 ΄Οποιος γνωμάτευσε για την παραπομπή του εγκαλουμένου στο Συμβούλιο. 3 ΄Οποιος εμπίπτει στα κωλύματα που αναφέρονται στο άρθρο 28 παρ. 1 του παρόντος διατάγματος. 4 Προκειμένου περί Δευτεροβαθμίου Συμβουλίου, όποιος συμμετείχε στη σύνθεση του Πρωτοβαθμίου Συμβουλίου ή όποιος είναι νεότερος των ομοιοβάθμων μελών αυτού, που εκδίκασε την ίδια υπόθεση. 9 Οι διατάξεις της παραγράφου 7 του παρόντος άρθρου δεν έχουν εφαρμογή για τα πειθαρχικά συμβούλια της παραγράφου 2 των εδαφίων γ, δ΄, ε΄ και στ΄ του παρόντος άρθρου. 10 Για τον προσδιορισμό της καθ΄ ύλην αρμοδιότητας των πειθαρχικών συμβουλίων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, δεν λαμβάνεται υπόψη ο βαθμός που αποκτά ο παραπεμπόμενος αστυνομικός, ενόψει της αποστρατείας του .
Άρθρο 9
1.  
    Στην παράγραφο 1 του άρθρου 39 του Π.Δ. 22/1996 προστίθεται εδάφιο ως εξής: Επίσης, δεν υπόκεινται σε έλεγχο οι ποινές προστίμου και επίπληξης που επιβάλλονται από τους Αντιστρατήγους στο Αστυνομικό Προσωπικό μέχρι και το βαθμό του Αστυνομικού Υποδιευθυντή
2.  
    Η παράγραφος 4 του ιδίου άρθρου αντικαθίσταται ως εξής: 4 Οι ποινές που επιβάλλονται σε Ανώτερους και Ανώτατους Αξιωματικούς, υποβάλλονται για έλεγχο στον Υπαρχηγό, αν πρόκειται για Αστυνόμους Α΄ και Αστυνομικούς Υποδιευθυντές και στον Αρχηγό για τους λοιπούς, μέσω των καθ΄ ιεραρχία προϊσταμένων αυτών που επέβαλαν την ποινή, οι οποίοι διατυπώνουν τη γνώμη τους επί του σχετικού πίνακα ποινής
Άρθρο 10
1.  
    Το άρθρο 40 του Π.Δ. 22/1996 αντικαθίσταται ως εξής:.
Άρθρο 11
1.  
    Η παράγραφος 1 του άρθρου 43 του Π.Δ. 22/1996 αντικαθίσταται ως εξής: 1 Οι συνεδριάσεις των συμβουλίων γίνονται κεκλεισμένων των θυρών Κατά τις συνεδριάσεις παρίσταται μόνο ο εγκαλούμενος, ο τυχόν διοριζόμενος από αυτόν συνήγορος και οι εξεταζόμενοι μάρτυρες Τον συνήγορο διορίζει ο εγκαλούμενος είτε με έγγραφη δήλωσή του, που υποβάλλειστον Πρόεδρο του Συμβουλίου μέχρι την έναρξη της κυρίας διαδικασίας, είτε με προφορική δήλωσή του ενώπιον του Συμβουλίου, κατά την έναρξη της ίδιας διαδικασίας
Άρθρο 12 "1.Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 44 του Π.Δ. 22/1996 αντικαθίσταται ως εξής: Στη συνέχεια ο εισηγητής ή ο τυχόν παριστάμενος γραμματέας, με εντολή του προέδρου αναγιγνώσκειτην πράξη παραπομπής και τα έγγραφα εκείνα των οποίων η ανάγνωσ [...]"
2.  
    Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 44 του ιδίου ως άνω Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: Ο εγκαλούμενος και ο συνήγορος αυτού δύνανται να απευθύνουν ερωτήσεις στο μάρτυρα με την άδεια του προέδρου
3.  
    Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 8 του άρθρου 44 του ιδίου ως άνω Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: Μετά το πέρας της απολογίας του, ο πρόεδρος, τα μέλη του συμβουλίου και ο τυχόν παριστάμενος συνήγορός του μπορούν να του απευθύνουν ερωτήσεις
4.  
    Οι παράγραφοι 9 και 10 του άρθρου 44 του ιδίου ως άνω Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: 9 Ο εγκαλούμενος κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δικαιούται να συνεννοείται με το συνήγορό του Ο συνήγορος δεν δικαιούται να απαντά, αντί του εγκαλούμενου, στα τιθέμενα ερωτήματα».« 10 Μετά το πέρας της εξέτασης του εγκαλουμένου, ο συνήγορός του δικαιούται να εκθέτει σύντομα τις απόψεις του επί του κατηγορητηρίου Στη συνέχεια ο πρόεδρος κηρύσσει περαιωμένη την αποδεικτική διαδικασία και καλεί τον εγκαλούμενο και το συνήγορό του να αποχωρήσουν από την αίθουσα .
5.  
    Μετά την παράγραφο 10 του άρθρου 44 του ιδίου ως άνω Π.Δ. προστίθεται παράγραφος 11 ως εξής: 11 Οι καταθέσεις των μαρτύρων και η απολογία του εγκαλουμένου καταχωρούνται συνοπτικά στο πρακτικό συνεδρίασης του συμβουλίου Στο ίδιο πρακτικό καταχωρείται και το τελικό αίτημα του συνηγόρου που τυχόν διατύπωσε στην αγόρευσή του
Άρθρο 13
1.  
    Το εδάφιο γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 46 του Π.Δ. 22/1996 αντικαθίσταται ως εξής: γ. Το ονοματεπώνυμο και το βαθμό του εγκαλουμένου, το ονοματεπώνυμο του τυχόν παριστάμενου συνηγόρου και το υποβαλλόμενο τελικό αίτημά του .
Άρθρο 14
1.  
    Το άρθρο 47 του Π.Δ. 22/1996 αντικαθίσταται ως εξής:.
Άρθρο 15
1.  
    Η παράγραφος 1 του άρθρου 49 του Π.Δ. 22/1996 αντικαθίσταται ως εξής: 1. Η πειθαρχική δίκη είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την ποινική ή άλλη δίκη. Πραγματικά όμως γεγονότα των οποίων η ύπαρξη ή ανυπαρξία διαπιστώθηκε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου λαμβάνονται υπόψη στην πειθαρχική δίκη, όπως και στην ποινική, δεν κωλύεται όμως το πειθαρχικό όργανο να εκδώσει απόφαση διαφορετική από εκείνη του ποινικού δικαστηρίου. Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία. Ο ασκών την πειθαρχική εξουσία όμως δύναται με απόφασή του, η οποία είναι ελευθέρως ανακλητή, να αναστέλλει τη δίωξη ή την επιβολή ποινής μέχρι την έκδοση της απόφασης του ποινικού δικαστηρίου. Σε περίπτωση συρροής πειθαρχικών παραπτωμάτων από τα οποία μόνο ορισμένα έχουν ποινικό χαρακτήρα η τυχόν δοθείσα αναστολή αφορά αδιακρίτως όλα τα συρρέοντα παραπτώματα. Ο χρόνος αναστολής δεν υπολογίζεται για τη συμπλήρωση του προβλεπόμενου από τις διατάξεις του άρθρου 5 του παρόντος χρόνου παραγραφής κάθε παραπτώματος».
2.  
    Μετά την παράγραφο 3 του άρθρου 49 του Π.Δ. 22/ 1996 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής: 4. Επί συρροής πειθαρχικών παραπτωμάτων κατά τις διατάξεις της παρ. 2 και 3 του παρόντος άρθρου, η επανάληψη της πειθαρχικής δίκης αφορά όλα τα συρρέοντα παραπτώματα, ανεξάρτητα αν η καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση ή το απαλλακτικό βούλευμα αναφέρεται σε ορισμένα μόνο απ΄ αυτά».
3.  
    Οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 49 του Π.Δ. 22/ 1996 αναριθμούνται σε 5 και 6 αντίστοιχα.
4.  
    Μετά την παράγραφο 6 του άρθρου 49 του Π.Δ. 22/ 1996 προστίθεται παράγραφος 7 ως εξής: 7 Αρμόδιο όργανο για την επανάληψη της πειθαρχικής δίκης είναι αυτό που εξέδωσε την τελεσίδικη απόφαση
Άρθρο 16
1.  
    Στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 50 του Π.Δ. 22/1996 προστίθεται εδάφιο ως εξής: Η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή, όταν πρόκειται να εκδικασθούν υποθέσεις αρμοδιότητας των συμβουλίων της παρ. 2 των εδαφίων γ΄, δ΄, ε΄και στ΄ του άρθρου 34 του παρόντος .
Άρθρο 17
1.  
    Το άρθρο 52 του Π.Δ. 22/1996 αντικαθίσταται ως εξής: ΄Αρθρο 52 Αρμόδιοι για την εκδίκαση προσφυγών Αρμόδιοι για την εκδίκαση των προσφυγών είναι α. Ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης για τις ποινές που επιβάλλει ο ίδιος, καθώς και γι΄ αυτές που επιβάλλει ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης. β. Ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης για τις ποινές που επιβάλλει ο Αρχηγός Αστυνομίας. γ. Ο Αρχηγός για τις ποινές που επιβάλλουν οι Αντιστράτηγοι του Σώματος, καθώς και για τις ποινές που επικύρωσε ο ίδιος. δ. Ο Υπαρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας για τις ποινές που επιβάλλει ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων και της Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης, καθώς και για τις ποινές που επικύρωσε ο ίδιος. ε. Ο Προϊστάμενος του Επιτελείου για τις ποινές που επιβάλλουν οι Προϊστάμενοι των Κλάδων και οι Διευθυντές των Υπηρεσιών που εποπτεύονται από αυτόν, καθώς και για τις ποινές που επικύρωσε ο ίδιος. στ Ο Γενικός Επιθεωρητής για τις ποινές που επιβάλλουν οι Γενικοί Αστυνομικοί Διευθυντές και οι Διευθυντές των Υπηρεσιών που εποπτεύονται απ΄ αυτόν, καθώς και για τις ποινές που επικύρωσε ο ίδιος. ζ. Οι Προϊστάμενοι των Κλάδων και οι Γενικοί Αστυνομικοί Διευθυντές, για τις ποινές που επιβάλλουν οι Διευθυντές των Υπηρεσιών που υπάγονται σ΄αυτούς, ή εποπτεύονται απ΄ αυτούς, καθώς και για τις ποινές που επικύρωσαν οι ίδιοι. η. Οι Διευθυντές Αστυνομικών Διευθύνσεων και εξομοιουμένων με αυτές Υπηρεσιών για τις ποινές που επιβάλλουν οι υφιστάμενοί τους, καθώς και για τις ποινές που επικύρωσαν οι ίδιοι .
Άρθρο 18
1.  
    Στην παράγραφο 2 του άρθρου 57 του Π.Δ. 22/1996 προστίθεται εδάφιο γ΄ ως εξής: γ. Τον πειθαρχικό έλεγχο στο Αστυνομικό Προσωπικό, που είναι απεσπασμένο στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, ασκεί ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Προσωπικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας .
Άρθρο 19
1.  
    Το άρθρο 5 του Π.Δ. 538/1989 αντικαθίσταται ως εξής: ΄Αρθρο 5. ΄Ασκηση άλλου επαγγέλματος ή έργου με αμοιβή Απαγορεύεται στους αστυνομικούς η άσκηση άλλου επαγγέλματος και η κατ΄ επάγγελμα άσκηση εμπορίας ή τέχνης Κατ΄ εξαίρεση, μετά από άδεια του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, ο αστυνομικός μπορεί να ασκεί ιδιωτικό έργο ή εργασία με αμοιβή, εφόσον αυτάσυμβιβάζονται με τα καθήκοντα της θέσης του, δεν παραβλάπτουν την ομαλή εκτέλεση της υπηρεσίας του και δεν δίδουν αφορμή για δυσμενή σχόλια σε βάρος του ιδίου ή της Ελληνικής Αστυνομίας Απαγορεύεται ο αστυνομικός να μετέχει σε οποιαδήποτε εμπορική εταιρία προσωπική, περιορισμένης ευθύνης ή κοινοπραξία ή να είναι διευθύνων ή εντεταλμένος σύμβουλος ανωνύμου εταιρίας ή διαχειριστής οποιασδήποτε εμπορικής εταιρίας Μετά από άδεια του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, ο αστυνομικός μπορεί να μετέχει στη διοίκηση ανωνύμου εταιρίας ή γεωργικού συνεταιρισμού». 2.Το άρθρο 20 του ιδίου ως άνω Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής ΄Αρθρο20.Συμμετοχή σε Σωματεία - Ενώσεις προσώπων και διαλέξεις στο κοινό. 1 Το προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας μπορεί ελεύθερα να μετέχει σε αναγνωρισμένα Σωματεία ή Ενώσεις προσώπων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που έχουν σκοπό φιλανθρωπικό, αθλητικό, εκπαιδευτικό, μορφωτικό, εκπολιτιστικό ή φυσιολατρικό, καθώς και σε συνδικαλιστικές ενώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2265/1994 (Α΄- 209) Σε κάθε άλλη περίπτωση, απαιτείται άδεια του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας. 2 Οι διαλέξεις για υπηρεσιακά θέματα από αστυνομικούς στο κοινό και σχολεία όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης επιτρέπεται, ύστερα από έγκριση του διευθυντή της οικείας Αστυνομικής Διεύθυνσης ή εξομοιούμενης Υπηρεσίας .
Άρθρο 20
1.  
    Κατάργηση διατάξεων. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος καταργείται το άρθρο 132 του Β.Δ. της 22-3/28.4.1958 «Περί κυρώσεως του Κανονισμού Υπηρεσίας Χωροφυλακής» (Α΄- 60), όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, το οποίο και διατηρήθηκε σε ισχύ με τις διατάξεις του εδαφίου α΄ του άρθρου 183 του Π.Δ. 141/1991 (Α΄- 58).
Άρθρο 21
1.  
    Μεταβατική διάταξη. Ο χρόνος λειτουργίας των πειθαρχικών συμβουλίων, που συγκροτήθηκαν κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 34 του π.δ.22/1996, όπως αυτές ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος, λήγει την 31-3-2001.
Άρθρο 22
1.  
    ΄Εναρξη ισχύος. Η ισχύς του παρόντος διατάγματος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στον Υπουργό Δημόσιας Τάξης αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος διατάγματος.
Άρθρο 27 "΄Ενορκες Διοικητικές Εξετάσεις (Ε.Δ.Ε.)."
1.  
    Η άσκηση της πειθαρχικής δίωξης με έκδοση διαταγής για διενέργεια Ε.Δ.Ε. γίνεται:.
  1. Για τη βεβαίωση πειθαρχικών παραπτωμάτων που προβλέπονται από τα άρθρα 9, 10 και 11 του παρόντος διατάγματος. β .Για τη διερεύνηση τυχόν πειθαρχικών ευθυνών σε περιπτώσεις απωλειών ή φθορών υλικού ή άλλων αξιών του δημοσίου και τον καταλογισμό της αξίας αυτών, όταν προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις.
  2. Για τη διερεύνηση τυχόν πειθαρχικών ευθυνών σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος, στο οποίο εμπλέκεται υπηρεσιακό όχημα, την αποτίμηση των προκληθεισών ζημιών και τον καταλογισμό αυτών, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις
2.  
    Με τη διαταγή διενέργειας της Ε.Δ.Ε., ορίζεται και ο Αξιωματικός που θα τη διενεργήσει.Κατεξαίρεση, στις περιπτώσεις που η Ε.Δ.Ε. διατάσσεται από τον Υπουργό, το Γενικό Γραμματέα, τον Αρχηγό, τους Αντιστρατήγους, τους Υποστρατήγους, τους Γενικούς Αστυνομικούς Διευθυντές και τους Ταξιάρχους διευθυντές αυτοτελών υπηρεσιακών μονάδων, μπορεί να ανατίθεται ο ορισμός του αξιωματικού που θα διενεργήσει την Ε.Δ.Ε. στον προϊστάμενο της Υπηρεσίας στην οποία απευθύνεται η διαταγή.
3.  
    Η Ε.Δ.Ε. ανατίθεται πάντοτε σε αξιωματικό της Ελληνικής Αστυνομίας, ανώτερο του διωκομένου. Η διαφορά βαθμού λαμβάνεται υπόψη μόνο κατά το χρόνο άσκησης της πειθαρχικής δίωξης. Προκειμένου για τους Αντιστρατήγους, η Ε.Δ.Ε. διενεργείται από τον Αρχηγό, για δε τον Αρχηγό από το Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 8 Ν. 2622/1998 (Α΄- 138), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 2713/1999 (Α΄- 89). Σε περίπτωση που διατάσσεται συμπλήρωση της Ε.Δ.Ε., αυτή ανατίθεται στον ίδιο αξιωματικό που την ενήργησε ή άλλο ανώτερο ή αρχαιότερο αυτού. Κατ΄ εξαίρεση αν ο ενεργήσας την Ε.Δ.Ε. αξιωματικός προήχθη ενόψει αποστρατείας του, η συμπλήρωσή της δύναται να ανατίθεται και σε αξιωματικό που φέρει το βαθμό τον οποίο κατείχε ο ενεργήσας πριν την προαγωγή του. Όταν κατά τη διάρκεια της Ε.Δ.Ε. ανακύψει λόγος που κωλύει ή καθιστά δυσχερή την περαίωση της από τον αξιωματικό στον οποίο ανατέθηκε, η συνέχισή της είναι δυνατό να ανατίθεται και σε νεότερο ή κατώτερο αυτού αξιωματικό, εφόσον ο αρχικά ορισθείς αξιωματικός δεν έχει εκδώσει την κλήση σε απολογία.
4.  
    Η ανάκριση είναι μυστική και ουδείς δύναται να λάβει γνώση των στοιχείων αυτής, εκτός του εγκαλουμένου και του συνηγόρου του.Κατά τη διενέργεια των ανακριτικών πράξεων επιτρέπεται στον εγκαλούμενο να παρίσταται ο ίδιος ή με το συνήγορό του, υπό τους όρους και προϋποθέσεις που ορίζονται από τις διατάξεις του Κ.Π.Δ.
5.  
    Η ανάκριση δεν δύναται να επεκταθεί στην έρευνα και άλλων πειθαρχικών παραπτωμάτων του αυτού ή άλλου αστυνομικού, για τα οποία προκύπτουν στοιχεία στην πορεία της ανάκρισης, χωρίς άλλη ειδική διαταγή αυτού που διέταξε την ενεργούμενη Ε.Δ.Ε., εκτός αν κατά την αρχική διαταγή για την ενέργεια της Ε.Δ.Ε. παρασχέθηκε τέτοια εξουσιοδότηση.
6.  
    Ο εγκαλούμενος, από τη στιγμή που θα κληθεί σε απολογία και πριν ακόμη απολογηθεί, δικαιούται:
  1. Να λαμβάνει γνώση των εγγράφων της δικογραφίας.
  2. Προς απόδειξη άσκησης του δικαιώματος αυτού, ο εγκαλούμενος μονογράφει σχετική ένδειξη επί του σώματος κάθε εγγράφου, γίνεται δε σχετική μνεία στην έκθεση εξέτασης κατηγορουμένου.
  3. Με γραπτή αίτηση του εγκαλουμένου και με δαπάνη του χορηγούνται σ΄ αυτόν αντίγραφα των εγγράφων της δικογραφίας, πλην εκείνων τα οποία από ειδικές διατάξεις χαρακτηρίζονται ως απόρρητα.
  4. Τα αντίγραφα επικυρώνονται και χαρτοσημαίνονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
  5. Σε περίπτωση περισσότερων του ενός κατηγορουμένων στην ίδια υπόθεση, ο καθένας δεν δικαιούται να λάβει γνώση της απολογίας των λοιπών συγκατηγορουμένων.
  6. Να εμφανίζει ενώπιον του ανακρίνοντος μάρτυρες υπεράσπισής του, με μέριμνα και δαπάνη του.
  7. Από τους εμφανιζόμενους μάρτυρες, ο ανακρίνων δεν υποχρεούται να εξετάζει περισσότερους από τρεις.
  8. Να παρίσταται κατά την απολογία του με συνήγορο.
  9. Ο διορισμός του συνηγόρου γίνεται, είτε με προφορική δήλωσή του, που καταχωρίζεται στην έκθεση εξέτασης κατηγορουμένου, είτε με απλή έγγραφη αναφορά που τίθεται στο σώμα της δικογραφίας.
  10. Το ως άνω δικαίωμα έχει ο εγκαλούμενος και σε κάθε μεταγενέστερη εξέτασή του, για την οποία προσκαλείται εικοσιτέσσερις ώρες πριν από αυτή.
7.  
    Η κλήση σε απολογία είναι γραπτή και περιλαμβάνει τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 25 παρ. 2 εδάφια α΄, β΄, γ΄, δ΄, ε΄ και ζ΄ του παρόντοςδιατάγματος, τη διαταγή, δυνάμει της οποίας ενεργείται η Ε.Δ.Ε. και μνεία των προαναφερομένων δικαιωμάτων του εγκαλουμένου, επιδίδεται δε σ΄ αυτόν τρεις τουλάχιστον ημέρες πριν την απολογία του.
8.  
    Οι διατάξεις των παραγράφων 3, 4 , 5 και 7 του άρθρου 25 του παρόντος διατάγματος έχουν ανάλογη εφαρμογή
9.  
    Σε περίπτωση που διαταχθεί συμπλήρωση της ενερ γηθείσης Ε.Δ.Ε. και προκύψουν νεότερα στοιχεία, αν μεν αυτά επιβαρύνουν το κατηγορητήριο, ο εγκαλούμενος καλείται σε συμπληρωματική απολογία, δυνάμενος ν΄ ασκήσει εκ νέου όλα τα προαναφερόμενα δικαιώματά του, διαφορετικά καλείται να λάβει γνώση όλων των μεταγενέστερων της απολογίας του εγγράφων, χωρίς να καλείται στην περίπτωση αυτή σε συμπληρωματική απολογία.
10.  
    Αυτός που διενεργεί την Ε.Δ.Ε. μπορεί, αν το κρίνει αναγκαίο, να διατάσσει κάθε κατώτερό του, που έχει οποιαδήποτε ανάμιξη στην υπόθεση που ερευνά, να υποβάλει σ΄ αυτόν σχετική έγγραφη αναφορά.
11.  
    ΄Ενορκη Διοικητική Εξέταση ενεργείται και στις ακόλουθες περιπτώσεις για τις οποίες η διαταγή προς ενέργειά της δεν συνιστά άσκηση πειθαρχικής δίωξης:
  1. Για την εξακρίβωση των συνθηκών σοβαρών τραυματισμών ή αιτίων πάθησης του αστυνομικού και της σχέσης αυτών προς την υπηρεσία
  2. Σε περίπτωση θανάτου του αστυνομικού κατά τη διάρκεια διατεταγμένης υπηρεσίας ή εκτός υπηρεσίας, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο θάνατος δεν οφείλεται σε παθολογικά αίτια
  3. Σε κάθε άλλη περίπτωση που προβλέπουν ειδικές διατάξεις»
Άρθρο 40 "Δικαιώματα παραπεμπομένου ενώπιον πειθαρχικού συμβουλίου."
1.  
    Ο Αστυνομικός που παραπέμπεται ενώπιον πειθαρχικού συμβουλίου δικαιούται:
  1. Να εμφανίζει ενώπιον του Συμβουλίου, με μέριμνα και δαπάνες του, μάρτυρες υπεράσπισής τους, από τους οποίους το Συμβούλιο υποχρεούται να εξετάζει τουλάχιστον τρεις
  2. Να ζητεί την εξαίρεση μέχρι δύο το πολύ μελών του συμβουλίου, τακτικών και αναπληρωματικών, για τα οποία συντρέχει κώλυμα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 34 παρ. 8 του παρόντος διατάγματος.
  3. Να παρίσταται με συνήγορο κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου
  4. Να ζητεί ο ίδιος και με δικές του δαπάνες τη χορήγηση αντιγράφων των εγγράφων της δικογραφίας, πλην εκείνων τα οποία από ειδικές διατάξεις χαρακτηρίζονται ως απόρρητα.
  5. Τα αντίγραφα επικυρώνονται και χαρτοσημαίνονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
  6. Σε περίπτωση περισσοτέρων του ενός κατηγορουμένου, από τη χορήγηση αντιγράφων εξαιρούνται οι απολογίες των συγκατηγορουμένων.
2.  
    Τα δικαιώματα που αναφέρονται στα εδάφια β΄ και δ΄ της προηγούμενης παραγράφου ασκούνται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία τριών (3) ημερών από την κοινοποίηση στον εγκαλούμενο της παραπεμπτικής διαταγής. Τα υπόλοιπα δικαιώματα της παραγράφου αυτής ασκούνται με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας».
Άρθρο 47 "Εφαρμογή αρχών του Ποινικού Δικαίου - Αποδεικτικά μέσα - Επιδόσεις εγγράφων."
1.  
    Οι κανόνες και οι αρχές του ουσιαστικού και δικονομικού ποινικού δικαίου, ιδίως αυτές που αφορούν στους λόγους άρσης του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως και του αποκλεισμού της ικανότητας προς καταλογισμό, στην έμπρακτη μετάνοια, στο δικαίωμα σιγής του διωκομένου, στο τεκμήριο της αθωότητας και στην επιείκεια υπέρ του διωκομένου, εφαρμόζονται ανάλογα και στο πειθαρχικό δίκαιο, εφόσον συνάδουν με τη φύση και το σκοπό της πειθαρχικής διαδικασίας και δεν αντίκεινται στις ρυθμίσεις του παρόντος
2.  
    Για τα επιτρεπόμενα ενώπιον των πειθαρχικών συμβουλίων αποδεικτικά μέσα, την κλήτευση, τον όρκο, την εξέταση και τις συνέπειες της μη εμφάνισης των μαρτύρων, την κλήτευση και την εξέταση του εγκαλουμένου, την παράσταση αυτού μετά συνηγόρου, καθώς και για τις επιδόσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 33 του παρόντος διατάγματος»
  • Τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1 του Ν. 2800/2000 (Α΄- 41).
  • Τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν. 2334/1995 «Υπηρεσία Εναέριων Μέσων της Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις» (Α ΄- 184).
  • Τις διατάξεις του άρθρου 53 του Ν. 1481/1984 «Οργανισμός Υπουργείου Δημόσιας Τάξης» (Α΄ - 152).
  • Τις διατάξεις του άρθρου 29Α του Ν. 1558/1985 «Κυβέρνηση και Κυβερνητικά ΄Οργανα» (Α΄ - 137), το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 27 του Ν. 2081/1992 (Α΄- 154), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 εδάφ. α΄ του Ν. 2469/1997 (Α΄ - 38).
  • Τις διατάξεις του Π.Δ. 82/1993 «Περιορισμός συναρμοδιότητας κατά την έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων και αποφάσεων σε θέματα αρμοδιότητας των Υπουργείων Προεδρίας της Κυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης» (Α΄- 36).
  • Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού.
  • Την υπ΄ αριθμ. 304/2000 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης,
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
ΝΟΜΟΣ 1984/1481 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1984/1481 1984
ΝΟΜΟΣ 1985/1558 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1985/1558 1985
Υπηρεσία Εναέριων Μέσων της Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις. 1995/2334 1995
Υπηρεσίες Συνοριακής Φύλαξης - Δήλωση περιουσιακής κατάστασης αστυνομικών και άλλες διατάξεις. 1998/2622 1998
Αναδιάρθρωση Υπηρεσιών Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, σύσταση Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις. Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή: 2000/2800 2000
ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ 1996/22 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1996/22 1996
ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1989/538 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1989/538 1989
Περιορισμός συναρμοδιότητας κατά την έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων και αποφάσεων σε θέματα αρμοδιότητας των Υπουργείων Προεδρίας της Κυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης. 1993/82 1993
Πειθαρχικό Δίκαιο αστυνομικού προσωπικού» 1996/22 1996
ΒΑΣΙΛΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1958/22-3 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1958/22-3 1958
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Τροποποίηση διατάξεων του Π.Δ. 22/1996 «Πειθαρχικό Δίκαιο Αστυνομικού Προσωπικού» (Α΄- 15). 2004/3 2004