Κανονισμός Λειτουργίας του Σώματος Επιθεωρητών - Ελεγκτών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών (Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε.).

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Άρθρο 1 "Νομική μορφή - Υπαγωγή"
1.  
    Το Σώμα Επιθεωρητών - Ελεγκτών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών (Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε.) είναι όργανο ελέγχου των Υπηρεσιών, Οργανισμών και Φορέων που μνημονεύονται στην παράγραφο 5 του άρθρου 19 του Ν. 2671/98 και υπάγεται απευθείας στον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών.
2.  
    Στις διεθνείς σχέσεις του, ο τίτλος του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε. αποδίδεται στην αγγλική γλώσσα ως «ΙΝSΡΕCΤΟRS - CΟΝΤRΟLLΕRS ΒΟDΥ ΟF ΜΙΝΙSΤRΥ ΟΝ ΤRΑΝSΡΟRΤ & CΟΜΜUΝΙCΑΤΙΟΝS» και στη γαλλική γλώσσα ως «CΟRΡS DΕS ΙΝSΡΕCΤΕURS - CΟΝΤRΟLΕURS DU ΜΙΝΙSΤΕRΕ DΕS ΤRΑΝSΡΟRΤS ΕΤ CΟΜΜUΝΙCΑΤΙΟΝS».
Άρθρο 2 "Μέλη του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε."
1.  
    Μέλη του Σώματος Επιθεωρητών Ελεγκτών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών είναι ο Γενικός Επιθεωρητής και οι Επιθεωρητές - Ελεγκτές
2.  
    Τα μέλη του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε. είναι αποκλειστικής απασχόλησης και διέπονται από τις διατάξεις περί ασυμβιβάστου (άρθρα 33, 34 και 35) και περί περιορισμών (άρθρα 31 και 32) του Κώδικα Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., με την επιφύλαξη της ακόλουθης διάταξης: Στα μέλη του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε. που προέρχονται από Φορείς ή Οργανισμούς ιδιωτικού δικαίου, καθώς και σε συζύγους ή ανήλικα τέκνα των, επιτρέπεται η διατήρηση της κατοχής μετοχών Ανωνύμων Εταιρειών, που αναφέρονται στην παρ. 3 του άρθρου 32 του ανωτέρω κώδικα και τις οποίες μετοχές κατέχουν κατά το διορισμό τους ως μελών του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε., μη επιτρεπομένης της αγοράς νέων.
3.  
    Τα μέλη του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε. εφοδιάζονται για όλη τη διάρκεια της θητείας τους με δελτίο υπηρεσιακής ταυτότητας που αποδεικνύει την ιδιότητά τους, το οποίο υποχρεούνται να παραδώσουν μετά τη λήξη της θητείας τους στο Σώμα.
Άρθρο 3 "Αποστολή - Αρμοδιότητες"
1.  
    Η κατά τόπον αρμοδιότητα του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε. εκτείνεται σε όλη την επικράτεια. Σε ειδικές περιπτώσεις είναι δυνατή, με εντολή του Υπουργού Μεταφορών & Επικοινωνιών, η άσκηση της αρμοδιότητας αυτής έξω από την επικράτεια, υπό την προϋπόθεση ότι ο υπό έλεγχο Οργανισμός, Φορέας, ή Υπηρεσία υπάγεται στην αρμοδιότητα του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε. κατά τις ισχύουσες διατάξεις.
2.  
    Στην αρμοδιότητα του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε. εμπίπτουν μεταξύ των άλλων η εξέταση της συνδρομής των όρων νομιμότητας της διοικητικής δράσης και η διαπίστωση τυχόν καταστρατηγήσεων και παρανομιών, ο εντοπισμός των αιτίων κακής λειτουργίας, κακής διαχείρισης, χαμηλής ποιότητας ή υψηλού κόστους των υπηρεσιών, η έρευνα πλημμελούς εφαρμογής της νομοθεσίας, ή παραβίασης της αρχής της ισότητας και διαφάνειας κατά την παροχή υπηρεσιών προς τους πολίτες και ο εντοπισμός γενικά κάθε παράγοντα που επηρεάζει δυσμενώς την αποδοτικότητα και την αποτελεσματικότητα των ελεγχόμενων Υπηρεσιών, Οργανισμών ή Φορέων.
3.  
    Αποστολή του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε. είναι η διασφάλιση της εύρυθμης και αποτελεσματικής λειτουργίας των Υπηρεσιών, Φορέων, Οργανισμών και νομικών ή φυσικών προσώπων, που υπάγονται στη δικαιοδοσία του, μέσω της διενέργειας τακτικών και εκτάκτων επιθεωρήσεων, ελέγχων και ερευνών στις Υπηρεσίες, Φορείς, Οργανισμούς και νομικά ή φυσικά πρόσωπα.
4.  
    Η εκπλήρωση της αποστολής του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε. επιδιώκεται:.
  1. Με την αξιοποίηση, σε συνεργασία με τις Υπηρεσίες του Υπουργείου Μεταφορών & Επικοινωνιών και τους αντίστοιχους Οργανισμούς και Φορείς, των διαπιστώσεων, των συμπερασμάτων και των προτάσεων που περιέχονται στις εκθέσεις των Επιθεωρητών - Ελεγκτών και στα πορίσματα του Γενικού Επιθεωρητή
  2. Με την εκτέλεση του κυρίως έργου του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε., όπως αυτό περιγράφεται στα άρθρα 5, 6, και 7 του παρόντος διατάγματος και ειδικότερα με τη διαβίβαση της έκθεσης στην αρμόδια εισαγγελική αρχή, εφόσον προκύψουν αποχρώσες ενδείξεις τέλεσης ποινικού αδικήματος για λειτουργό, υπάλληλο ή μέλος διοίκησης της ελεγχόμενης Υπηρεσίας, Οργανισμού και Φορέα ή για φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ή με τη διαβίβαση της έκθεσης στο αρμόδιο όργανο για την άσκηση πειθαρχικού ελέγχου ή δίωξης κατά των υπαιτίων, (ή τη λήψη άλλων μέτρων αν οι υπαίτιοι δεν υπόκεινται σε πειθαρχικό έλεγχο), εφόσον κατά τη διάρκεια της επιθεώρησης, του ελέγχου ή της έρευνας διαπιστωθεί μη σύννομη ή αντιδεοντολογική συμπεριφορά λειτουργού, υπαλλήλου, μέλους διοίκησης, ή άλλου προσώπου.
  3. Με τη συμμετοχή σε επιθεώρηση, έλεγχο, ή έρευνα που διενεργείται από κοινή ομάδα Επιθεωρητών - Ελεγκτών συγκροτούμενη κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του Ν. 2477/1997(Α 59) και με τη διευκόλυνση (συμπεριλαμβανομένης και της συνδρομής), εάν αυτή ζητηθεί, στις επιθεωρήσεις, ελέγχους, ή έρευνες που διενεργεί στον τομέα αρμοδιότητας του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε., ο Συνήγορος του Πολίτη, ή το Σώμα Επιθεωρητών - Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης ή τα αντίστοιχα σώματα των άλλων Υπουργείων σε εφαρμογή των οικείων διατάξεων.
  4. Με τη μελέτη των εκθέσεων και των πορισμάτων που αποστέλλει στον Υπουργό Μ. & Ε. ο Συνήγορος του Πολίτη, το Σ.Ε.Ε.Δ.Δ. και τα αντίστοιχα Ελεγκτικά Σώματα των άλλων Υπουργείων προκειμένου να αξιοποιηθούν, σε συνεργασία με τις Υπηρεσίες του Υπ.
  5. Μ. & Ε. και τους αντίστοιχους Οργανισμούς ή Φορείς της παρ. 5, εδάφιο 1 του άρθρου 19 του Ν. 2671/98, οι διαπιστώσεις, τα συμπεράσματα και οι προτάσεις που περιέχονται σ’ αυτές τις εκθέσεις και στα πορίσματα, ή προκειμένου να επιληφθεί το Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε. της ίδιας υποθέσεως με νέα ή συμπληρωματική έρευνα, επιθεώρηση, ή έλεγχο και στη συνέχεια να διατυπώσει τις δικές του εναλλακτικές προτάσεις.
5.  
    Από τις επιθεωρήσεις, τις έρευνες και τους ελέγχους του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε. διαπιστώνεται ιδίως:.
  1. η τήρηση ή μη των αρχών της χρηστής και αποτελεσματικής διοίκησης και η προσφορά ή μη υπηρεσιών καλής ποιότητας προς τους πολίτες
  2. ειδικότερα σε περίπτωση δυσλειτουργίας, η ύπαρξη ή μη αποχρωσών ενδείξεων ποινικού ή πειθαρχικού αδικήματος
  3. η δυνατότητα, ή μη λήψης μέτρων για βελτίωση της λειτουργίας και πρόληψη νέων προβλημάτων
6.  
    Οι Επιθεωρητές - Ελεγκτές για την εκπλήρωση του έργου τους έχουν δικαίωμα πρόσβασης στους συναφείς προς την φύση του εκτελούμενου έργου φακέλους, συμπεριλαμβανομένων και των απορρήτων εγγράφων και λοιπών στοιχείων, εκτός εάν αυτά ανάγονται στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής, στην εθνική άμυνα, ή στην κρατική ασφάλεια. Τα στοιχεία και οι συναφείς με την επιθεώρηση, τον έλεγχο ή την έρευνα φάκελοι παραμένουν στην διάθεση του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε. μέχρι την πλήρη διεκπεραίωση της υπόθεσης.
Άρθρο 4
1.  
    Υπηρεσίες, Φορείς και Οργανισμοί που υπάγονται στη δικαιοδοσία του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε. Στη δικαιοδοσία του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε. υπάγονται οι ακόλουθες Υπηρεσίες, Φορείς και Οργανισμοί (παρ. 5 άρθρου 19 Ν. 2671/1998): (α) του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών. (β) της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που παρέχουν υπηρεσίες του τομέα ευθύνης του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών. (γ) της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (Υ.Π.Α.), του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (Ο.Τ.Ε.), των Ελληνικών Ταχυδρομείων (Ε.Λ.Τ.Α.), της Ολυμπιακής Αεροπορίας (Ο.Α.), του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (Ο.Σ.Ε.), του Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών (Ο.Α.Σ.Α.), των Ηλεκτρικών Σιδηροδρόμων Αθηνών - Πειραιώς (Η.Σ.Α.Π.), των Ηλεκτροκίνητων Λεωφορείων Περιοχής Αθηνών - Πειραιώς (Η.Λ.Π.Α.Π.), καθώς και οι θυγατρικές επιχειρήσεις όλων των παραπάνω Υπηρεσιών, Φορέων, Οργανισμών ή Εταιρειών. (δ) κάθε άλλος ιδιωτικός φορέας, νομικό ή φυσικό πρόσωπο, στο οποίο έχει ανατεθεί έργο αρμοδιότητας του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών.
Άρθρο 5 "Πρόγραμμα Δράσης - Εντολές ελεγκτικού έργου"
1.  
    Οι όροι επιθεώρηση, έρευνα και έλεγχος έχουν το ακόλουθο περιεχόμενο:
  1. Με τον όρο επιθεώρηση νοείται η εξέταση των λειτουργιών της επιθεωρούμενης οργανικής μονάδας.
  2. Η επιθεώρηση έχει, ως επί το πλείστον, χαρακτήρα τυχαίας δειγματοληψίας, ή επιλεκτικής βάσει κριτηρίων που θέτει ο Επιθεωρητής - Ελεγκτής σε συνεργασία με τον Γενικό Επιθεωρητή.
  3. Με τον όρο έρευνα νοείται η αναζήτηση στοιχείων για μια ή περισσότερες λειτουργίες, ή για τμήμα λειτουργίας μιας ή περισσότερων οργανικών μονάδων.
  4. Τα στοιχεία χρησιμεύουν για σύγκριση της ίδιας λειτουργίας μεταξύ διάφορων οργανικών μονάδων, ή μεταξύ διαφορετικών περιόδων της ίδιας οργανικής μονάδας.
  5. Με τον όρο έλεγχος νοείται η εξέταση ειδικά μιας ή περισσότερων λειτουργιών ή μέρους λειτουργίας της ελεγχόμενης οργανικής μονάδας, ιδίως όταν σχετίζονται με συγκεκριμένα περιστατικά
2.  
    Οι επιθεωρήσεις, οι έλεγχοι και οι έρευνες διακρίνονται σε τακτικές και έκτακτες. Τακτικές είναι οι προγραμματισμένες, ενώ έκτακτες είναι αυτές που μπορεί να διενεργούνται οποτεδήποτε αυτό κρίνεται επιβεβλημένο.
3.  
    Ο Γενικός Επιθεωρητής καταρτίζει κάθε εξάμηνο εμπιστευτικό Πρόγραμμα Δράσης των τακτικών επιθεωρήσεων του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε. καθώς και όσων ελέγχων και ερευνών είναι δυνατό να προγραμματισθούν, το οποίο ανακοινώνεται μόνο στον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών. Η κατάρτιση των εξαμηνιαίων Προγραμμάτων Δράσης γίνεται με τη συνεργασία του Επιθεωρητή - Ελεγκτή που έχει ορισθεί ως Αναπληρωτής του Γενικού Επιθεωρητή, καθώς και οποιουδήποτε άλλου μέλους του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε. κρίνει αναγκαίο ο Γενικός Επιθεωρητής.
4.  
    Ο Γενικός Επιθεωρητής δίνει τις εντολές για επιθεώρηση, έλεγχο ή έρευνα στους Επιθεωρητές - Ελεγκτές:
  1. αυτεπαγγέλτως, ή μετά από καταγγελία και εφόσον κρίνει ότι τα υπάρχοντα στοιχεία είναι επαρκή για τη διεξαγωγή επιθεώρησης, έρευνας ή ελέγχου,
  2. μετά από εντολή του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών και
  3. μετά από αίτημα του Συνηγόρου του Πολίτη, ή του Σώματος Επιθεωρητών - Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης.
  4. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να δοθεί στους Επιθεωρητές - Ελεγκτές προφορική εντολή για επιθεώρηση, έλεγχο ή έρευνα, η οποία θα καλυφθεί το ταχύτερο δυνατόν με αντίστοιχη γραπτή.
5.  
    Οι εντολές επιθεώρησης, ελέγχου, ή έρευνας καταχωρούνται στο αρχείο χρέωσης εντολών και σε ηλεκτρονικό φύλλο, το οποίο επιμελείται ο Γενικός Επιθεωρητής. Οι εντολές επιθεώρησης, ελέγχου, ή έρευνας περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τον αριθμό πρωτοκόλλου της εντολής, το ονοματεπώνυμο του Επιθεωρητή - Ελεγκτή, την ελεγχόμενη Υπηρεσία, Οργανισμό, ή Φορέα, το αντικείμενο, το χρόνο έναρξης και τη διάρκεια της επιθεώρησης, του ελέγχου ή της έρευνας. Αν διαπιστωθεί, ότι η φύση της προς έλεγχο υπόθεσης απαιτεί μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από αυτό που έχει αρχικά ορισθεί, δίδεται παράταση με απόφαση του Γενικού Επιθεωρητή. Στις περιπτώσεις, ειδικά, που απαιτείται μετακίνηση εκτός έδρας, ο χρόνος έναρξης καθορίζεται με την απόφαση μετακίνησης. Οι εντολές επιθεώρησης, ελέγχου ή έρευνας κοινοποιούνται στον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών και, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, στις ελεγχόμενες Υπηρεσίες, Οργανισμούς, ή Φορείς. Για την παροχή διευκολύνσεων και στοιχείων χρήσιμων για το έργο που έχει ανατεθεί στους Επιθεωρητές - Ελεγκτές, αρκεί η επίδειξη από αυτούς του σχετικού Δελτίου Ταυτότητας του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε., είτε προς τους ελεγχόμενους, είτε προς άλλες Υπηρεσίες, Οργανισμούς και Φορείς και, όπου κρίνεται απαραίτητο και της σχετικής εντολής επιθεώρησης, ελέγχου ή έρευνας.
6.  
    Ο Γενικός Επιθεωρητής κατανέμει τις εντολές σε κάθε Επιθεωρητή - Ελεγκτή ή σε κλιμάκιο Επιθεωρητών - Ελεγκτών ανάλογα με τη φύση της εξεταζόμενης υπόθεσης και παρακολουθεί την έγκαιρη εκτέλεσή των
Άρθρο 6 "Ελεγκτική Διαδικασία"
1.  
    Μετά την εντολή ανάθεσης του ελεγκτικού έργου, οι αρμόδιοι Επιθεωρητές - Ελεγκτές μπορούν να επισκέπτονται τις Υπηρεσίες, τους Οργανισμούς, τους Φορείς, ή τα πρόσωπα του άρθρου 4 του παρόντος, όπου γίνεται η επιθεώρηση, ο έλεγχος, ή η έρευνα, εφόσον απαιτείται επιτόπια διερεύνηση. Επίσης μπορούν να συνεργάζονται με οποιαδήποτε άλλη Υπηρεσία, Οργανισμό ή Φορέα εμπλεκόμενο με οποιοδήποτε τρόπο στην εξεταζόμενη υπόθεση και να ζητούν κάθε διευκόλυνση που κρίνουν χρήσιμη για το έργο τους, περιλαμβανομένης της πρόσβασης στους συναφείς φακέλους.
2.  
    Κατά τη διάρκεια της επιθεώρησης, του ελέγχου ή της έρευνας, οι Επιθεωρητές - Ελεγκτές μπορούν να ζητούν από τους αρμόδιους υπαλλήλους, ή μέλη της διοίκησης της ελεγχομένης Υπηρεσίας, του Οργανισμού ή του Φορέα ή από τα ελεγχόμενα πρόσωπα, πληροφορίες, έγγραφα ή άλλα στοιχεία, τα οποία κρίνουν χρήσιμα για το σχηματισμό της κρίσης τους και επίσης προφορικές, ή γραπτές εξηγήσεις, διευκρινίσεις, ή απόψεις
3.  
    Οι Επιθεωρητές - Ελεγκτές που εξετάζουν μια υπόθεση δεν παρέχουν σχετική πληροφόρηση εκτός του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε., πέραν της αναγκαίας για την εφαρμογή του παρόντος διατάγματος.
4.  
    Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, τα μέλη του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε. και το λοιπό προσωπικό του Σώματος έχουν καθήκον εχεμύθειας και την υποχρέωση να διαφυλάσσουν τα διάφορα επαγγελματικά και άλλα απόρρητα, που περιήλθαν με οποιοδήποτε τρόπο σε γνώση τους. Στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό, παρόμοιες ευαίσθητες πληροφορίες αναγράφονται σε χωριστό παράρτημα της έκθεσης με ειδική διαβάθμιση και ανάλογο χειρισμό, εκτός εάν ολόκληρη η έκθεση λάβει αντίστοιχη διαβάθμιση ασφαλείας. Η εκπλήρωση των προαναφερθέντων καθηκόντων και υποχρεώσεων δεν παρεμποδίζει την εκτέλεση των ενεργειών που προβλέπονται στο άρθρο 7 του παρόντος, ιδίως στις παραγράφους 4 και 5. Η υποχρέωση τήρησης της εχεμύθειας διατηρείται και μετά την αποχώρηση από το Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε. για οποιονδήποτε λόγο.
5.  
    Οι Υπηρεσίες, Οργανισμοί, Φορείς κάθε φύσης, ή πρόσωπα που υπάγονται στη δικαιοδοσία του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε., ή γενικότερα εμπλέκονται με οποιοδήποτε τρόπο στο ελεγκτικό έργο του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε. οφείλουν να διευκολύνουν το έργο των Επιθεωρητών - Ελεγκτών με κάθε τρόπο και να παρέχουν όλα τα απαραίτητα έγγραφα, πληροφορίες ή κάθε άλλο υποβοηθητικό για τον έλεγχο στοιχείο. Όλα τα απαιτούμενα στοιχεία τίθενται υποχρεωτικά στη διάθεση των Επιθεωρητών - Ελεγκτών, τηρούμενης της διαδικασίας της παραγράφου 5 του άρθρου 5 του παρόντος.
6.  
    Η άρνηση χορήγησης των στοιχείων, ως και η απόκρυψη ή η χορήγηση ανακριβών ή παραποιημένων και γενικά η παρακώλυση και η παραπλάνηση του έργου των Επιθεωρητών-Ελεγκτών, πέρα από ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες, συνιστά αυτοτελές πειθαρχικό αδίκημα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του πειθαρχικού δικαίου (υποπαράγραφος γ της παραγράφου 8 του άρθρου 19 του Ν. 2671/1998).
Άρθρο 7 "Έκθεση - Πόρισμα"
1.  
    Μετά την ολοκλήρωση της επιθεώρησης, του ελέγχου, ή της έρευνας υποβάλλεται από τον Επιθεωρητή - Ελεγκτή τεκμηριωμένη έκθεση στο Γενικό Επιθεωρητή, μέσω της Γραμματείας του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε.
2.  
    Στην έκθεση περιλαμβάνεται η περιγραφή της υπόθεσης, η αποτύπωση της υφισταμένης κατάστασης, τα στοιχεία που έχουν υποβληθεί ή έχουν χρησιμοποιηθεί, οι ενέργειες που έγιναν για την εξέταση της υπόθεσης, οι διαπιστώσεις, τα συμπεράσματα και οι ενδεχόμενες προτάσεις. Για κάθε ζήτημα που δικαιολογεί πρόταση για βελτίωση της κατάστασης υποβάλλεται μια ή περισσότερες εναλλακτικές προτάσεις. Οι προτάσεις περιλαμβάνουν συγκεκριμένες και εφικτές λύσεις, επισημαίνονται αυτές που προτείνονται να υλοποιηθούν κατά προτεραιότητα και αναλύονται οι θετικές επιπτώσεις τους στον υπό έλεγχο Οργανισμό, ή Φορέα, ή στη συγκεκριμένη Υπηρεσία. Επίσης ο Επιθεωρητής - Ελεγκτής μπορεί να προτείνει, εφ’ όσον το κρίνει απαραίτητο, τη βελτίωση ή αναμόρφωση του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου οργάνωσης και λειτουργίας της Υπηρεσίας, του Οργανισμού, ή Φορέα και τη λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την εύρυθμη και αποτελεσματική οργάνωση και λειτουργία της Υπηρεσίας, του Οργανισμού, ή του Φορέα, που ελέγχθηκε.
3.  
    Αν κατά τη διάρκεια του ελέγχου, της επιθεώρησης ή της έρευνας διαπιστωθεί μη σύννομη ή αντιδεοντολογική συμπεριφορά λειτουργού, ή υπαλλήλου, ή μέλους διοίκησης, ή συμβούλου, ή άλλου προσώπου, περιλαμβανομένης της άρνησης χορήγησης στοιχείων, της απόκρυψης ή χορήγησης ανακριβών ή παραποιημένων στοιχείων, της παρακώλυσης του έργου, ή της παραπλάνησης των Επιθεωρητών - Ελεγκτών, τότε στην έκθεση του Επιθεωρητή - Ελεγκτή διατυπώνεται η πρόταση αποστολής αυτής στο αρμόδιο όργανο για την λήψη μέτρων, τα οποία μπορεί να είναι είτε η άσκηση πειθαρχικού ελέγχου, είτε η δίωξη των υπαιτίων, ή άλλα μέτρα κατάλληλα για την αποτροπή επανάληψης ανάλογης συμπεριφοράς. Η έκθεση διαβιβάζεται από το Γενικό Επιθεωρητή στο αρμόδιο όργανο για την άσκηση πειθαρχικού ελέγχου ή τη λήψη άλλων μέτρων (υποπαράγραφος δ παραγράφου 8 άρθρου 19 του Ν. 2671/1998).
4.  
    Αν προκύψουν αποχρώσες ενδείξεις ποινικού αδικήματος για λειτουργό, ή υπάλληλο των Υπηρεσιών, των Οργανισμών, ή των Φορέων, ή για φυσικά ή νομικά πρόσωπα που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε., τα πραγματικά περιστατικά καταγράφονται στην έκθεση του Επιθεωρητή - Ελεγκτή με την πρόταση της αποστολής της έκθεσης στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή. Ο Γενικός Επιθεωρητής με το σχετικό πόρισμά του διαβιβάζει την έκθεση στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή (υποπαράγραφος ε της παραγράφου 8 άρθρου 19 του Ν. 2671/1998).
5.  
    Μετά τη μελέτη της έκθεσης, ο Γενικός Επιθεωρητής συντάσσει πόρισμα, επισυνάπτοντας ακριβές αντίγραφο της έκθεσης του Επιθεωρητή - Ελεγκτή και το υποβάλλει στον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών, ο οποίος κατά την κρίση του γνωστοποιεί μέρος, ή το σύνολο του πορίσματος ή της έκθεσης στις Υπηρεσίες, Οργανισμούς, Φορείς, ή πρόσωπα όπου διεξήχθη η επιθεώρηση, ο έλεγχος, ή η έρευνα και σε όποιον άλλο αποδέκτη κρίνει σκόπιμο, περιλαμβανομένης και της αρμόδιας Εισαγγελικής Αρχής
6.  
    Αν ο Γενικός Επιθεωρητής κρίνει, μετά την υποβολή της έκθεσης, ότι απαιτείται συμπληρωματική επιθεώρηση, έλεγχος, ή έρευνα, ή συμπλήρωση της έκθεσης, μπορεί να εκδώσει συμπληρωματική εντολή προς τον ίδιο, ή άλλο Επιθεωρητή - Ελεγκτή, ή κλιμάκιο Επιθεωρητών - Ελεγκτών. Ο Γενικός Επιθεωρητής, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, ενημερώνει παράλληλα, μέσω του πορίσματός του, ή διαβιβαστικού εγγράφου τους αποδέκτες των ενεργειών της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου, χωρίς η ενημέρωση αυτή να καθυστερεί την υλοποίηση των ληπτέων μέτρων.
7.  
    Ο Γενικός Επιθεωρητής, προκειμένου να προβεί στη σύνταξη του πορίσματός του κατά την εφαρμογή των παραγράφων 3, 4 και 5 του παρόντος άρθρου, δύναται να συγκροτήσει για μια υπόθεση τριμελή γνωμοδοτική επιτροπή από Επιθεωρητές - Ελεγκτές. Στην επιτροπή αυτή μετέχει υποχρεωτικά ο συντάκτης της έκθεσης, (ή ένας εκ των συντακτών προκειμένου περί κλιμακίου) και κατά κανόνα ο Επιθεωρητής - Ελεγκτής που έχει ορισθεί ως αναπληρωτής του Γενικού Επιθεωρητή.
8.  
    Όταν στο γνωστοποιηθέν πόρισμα του Γενικού Επιθεωρητή, ή κατά περίπτωση και στην αντίστοιχη έκθεση του Επιθεωρητή - Ελεγκτή, εμπεριέχονται προτάσεις προς υλοποίηση, οι Υπηρεσίες, Οργανισμοί, Φορείς ή πρόσωπα στους οποίους κοινοποιούνται οι προτάσεις, οφείλουν εντός συγκεκριμένων προθεσμιών, οι οποίες τίθενται από το Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε. να ενημερώσουν τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών, το Γενικό Επιθεωρητή και τις εποπτεύουσες υπηρεσίες για τις ενέργειες στις οποίες προέβησαν για την εφαρμογή των προτάσεων της έκθεσης ή την μη αποδοχή των (υποπαρ. η της παρ. 8 του άρθρου 19 του Ν. 2671/1998).
9.  
    Οι εποπτεύουσες υπηρεσίες έχουν την ευθύνη της παρακολούθησης της υλοποίησης των προτάσεων που περιέχονται στις Εκθέσεις των Επιθεωρητών - Ελεγκτών και στο πόρισμα του Γενικού Επιθεωρητή του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε.
Άρθρο 8
1.  
    Αρμοδιότητες του Γενικού Επιθεωρητή του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε. Ο Γενικός Επιθεωρητής διοικεί το Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε. και προΐσταται των Επιθεωρητών - Ελεγκτών. Ειδικότερα ο Γενικός Επιθεωρητής του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε. έχει τις παρακάτω αρμοδιότητες: (α) Κατευθύνει τη δράση του Σώματος για την καλύτερη εκπλήρωση της αποστολής του. (β) Ασκεί εποπτεία και έλεγχο στο Σώμα και αξιολογεί το επιτελούμενο από αυτό έργο. (γ) Καταρτίζει το πρόγραμμα δράσης του Σώματος. (δ) Αναθέτει με γραπτές εντολές στους Επιθεωρητές - Ελεγκτές επιθεωρήσεις, ελέγχους, ή έρευνες. (ε) Εκδίδει οδηγίες για την εύρυθμη λειτουργία του Σώματος, την οργάνωση της διεξαγωγής των επιθεωρήσεων, ερευνών και ελέγχων και την αντίστοιχη έκτασή των και καταρτίζει, για όσες περιπτώσεις είναι δυνατό, τα αντίστοιχα έντυπα τυποποίησής τους. (στ) Συντάσσει την ετήσια Έκθεση Πεπραγμένων του Σώματος. Η Έκθεση αυτή παρουσιάζει τις σημαντικότερες υποθέσεις και διατυπώνει γενικές προτάσεις για τη βελτίωση της αποδοτικότητας των Υπηρεσιών, Οργανισμών και Φορέων, που υπόκεινται στον έλεγχο του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε. και της ποιότητας των υπηρεσιών που παρέχουν. Μεταξύ των προτάσεων παραθέτει χωριστά τις αναγκαίες νομοθετικές ή άλλες κανονιστικές ρυθμίσεις, οι οποίες αναμένεται να επιλύσουν τα προβλήματα που εμφανίσθηκαν στις ελεγχθείσες υποθέσεις. (ζ) Μεριμνά για τη συγκέντρωση, επεξεργασία και ανάλυση των απολογιστικών στοιχείων των εργασιών του Σώματος. (η) Είναι πειθαρχικός προϊστάμενος των Επιθεωρητών - Ελεγκτών και μπορεί να επιβάλει ποινή επίπληξης, ή προστίμου μέχρι των αποδοχών ενός (1) μηνός. (θ) Αξιολογεί τους Επιθεωρητές - Ελεγκτές σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του συστήματος αξιολόγησης της Υπηρεσίας, του Οργανισμού, ή Φορέα από τον οποίο προέρχεται ο κάθε Επιθεωρητής - Ελεγκτής και βάσει θεσπιζομένων κριτηρίων και διαδικασίας, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 7 του άρθρου 19 του Ν. 2671/98, συντάσσοντας κάθε χρόνο την προβλεπόμενη ειδική έκθεση αξιολόγησης για το συνολικό έργο κάθε Επιθεωρητή - Ελεγκτή. (ι) Εισηγείται στον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών την απόφαση καθορισμού κριτηρίων και διαδικασίας αξιολόγησης των Επιθεωρητών - Ελεγκτών, καθώς και κάθε αναθεώρησή της και μεριμνά για την έκδοσή της. (ια) Εισηγείται τη διακοπή της θητείας, ή την ανάκληση της απόσπασης Επιθεωρητή - Ελεγκτή, ύστερα από αιτιολογημένη απόφασή του. (ιβ) Ορίζει τον αναπληρωτή του μεταξύ των Επιθεωρητών - Ελεγκτών και υπογράφει τη σχετική πράξη. Όταν ο Γενικός Επιθεωρητής απουσιάζει ή κωλύεται για οποιοδήποτε λόγο, αναπληρώνεται από τον ως άνω ορισθέντα αναπληρωτή του. (ιγ) Μπορεί να συνιστά από Επιθεωρητές - Ελεγκτές «Τομείς Δράσης», προσωρινού χαρακτήρα, στους οποίους αναθέτει συγκεκριμένο έργο. Με απόφασή του μπορεί να ορίζει και τους Υπευθύνους, οι οποίοι έχουν και την ευθύνη του συντονισμού της δράσης των Τομέων. (ιδ) Μπορεί να ζητεί τη συνδρομή των Υπηρεσιών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, στο Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών. (ιε) Εκδίδει το πόρισμά του για κάθε υπόθεση μετά την υποβολή της Έκθεσης από τον Επιθεωρητή - Ελεγκτή και το υποβάλλει στον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών, με συνημμένη την έκθεση του Επιθεωρητή - Ελεγκτή. (ιστ) Εισηγείται στον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών την αναγκαία στελέχωση του Σώματος για τη γραμματειακή και λοιπή υποστήριξή του. Εισηγείται επίσης τις αναγκαίες τροποποιήσεις, ή συμπληρώσεις του παρόντος διατάγματος και της σχετικής νομοθεσίας. (ιζ) Μεριμνά για την οργάνωση του γραμματειακού και λοιπού έργου σε τομείς, ο καθένας από τους οποίους έχει συγκεκριμένη δραστηριότητα, αναθέτει αντίστοιχα καθήκοντα σε υπαλλήλους ή ομάδες υπαλλήλων και ορίζει τους υπευθύνους των τομέων. (ιη) Μπορεί να αναθέτει την προετοιμασία και την εισήγηση για όλες τις ενέργειες του Σώματος σε Επιθεωρητές - Ελεγκτές, ή υπαλλήλους του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε., ή σε ομάδες αυτών αμιγείς ή μικτές, περιλαμβανομένων των γνωμοδοτικών επιτροπών επί τούτου της παρ. 7, του άρθρου 7 του παρόντος. (ιθ) Συνεργάζεται με τις αρμόδιες Υπηρεσίες του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών και με το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης για την κατάρτιση των προγραμμάτων εκπαίδευσης του προσωπικού του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε. (κ) Εισηγείται στον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών την απόφαση με την οποία ορίζεται ο ακριβής χρόνος εκπαίδευσης. (ικ) Ορίζει Επιθεωρητή - Ελεγκτή υπηρεσίας για όλες τις εργάσιμες ημέρες και ώρες.
Άρθρο 9
1.  
    Διοικητική Υποστήριξη του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε. Τα θέματα διοικητικής και οικονομικής μέριμνας του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε. υπάγονται στην αρμοδιότητα των αντιστοίχων Υπηρεσιών της Γενικής Διεύθυνσης Διοικητικής Υποστήριξης του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών. Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος Διατάγματος.
  • Τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 19 του Ν. 2671/98 «Ρύθμιση θεμάτων του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ) και άλλες διατάξεις» (Α~ 289), το οποίο αφορά τη σύσταση Σώματος Επιθεωρητών - Ελεγκτών (Σ.Ε.Ε.) στο Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε από τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 2 α και β του Ν. 2801/2000 «Ρυθμίσεις θεμάτων αρμοδιότητας του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών και άλλες διατάξεις» (Α~ 46).
  • Τις διατάξεις του άρθρου 29Α του Ν. 1558/1985 «Κυβέρνηση και Κυβερνητικά Όργανα» (Α~137), το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 27 του Ν. 2081/1992 «Ρύθμιση του θεσμού των Επιμελητηρίων κ.λπ.» (Α~154) και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2α του Ν. 2469/1997 (Α~38).
  • Το γεγονός ότι τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού.
  • Την 478/16.8.2002 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας μετά από πρόταση των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης,