Ίδρυση Ανδρώου Ιερού Ησυχαστηρίου με την επωνυμία «Ιερόν Ησυχαστήριον των Αγίων Αρχαγγέλων» στην περιοχή Βασιλουδίου του Δήμου Κορωνείας της Επαρχίας Λαγκαδά Θεσσαλονίκης της Ιεράς Μητροπόλεως Λαγκαδά.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Άρθρο 1
1.  
    Εγκρίνουμε την γενομένη με τη 2584/26.6.2002 συμβολαιογραφική πράξη όπως συμπληρώθηκε με τη 2839/4.3.2003 συμβολαιογραφική πράξη και τροποποιήθηκε με τη 2873/ 10.4.2003 όμοια, της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Ευθυμιάδου του Χρήστου που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη στην οδό Κομνηνών 15, ίδρυση Ανδρώου Ιερού Ησυχαστηρίου με την επωνυμία «Ιερόν Ησυχαστήριον των Αγίων Αρχαγγέλων» στην περιοχή του Βασιλουδίου του Δήμου Κορωνείας της Επαρχίας Λαγκαδά Θεσσαλονίκης της Ιεράς Μητροπόλεως Λαγκαδά. Το Ίδρυμα αυτό το οποίο είναι Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, τελεί υπό την πνευματική εποπτεία του εκάστοτε Μητροπολίτη Λαγκαδά και θα διοικείται βάσει του κατωτέρω καταστατικού (Οργανισμού) αυτού. Κυρώνουμε το Καταστατικό (Οργανισμό) του Ιερού Ανδρώου Ιδρύματος (Ησυχαστηρίου) με την επωνυμία «Ιερόν Ησυχαστήριον των Αγίων Αρχαγγέλων» Βασιλουδίου του Δήμου Κορωνείας της Επαρχίας Λαγκαδά Θεσσαλονίκης της Ιεράς Μητροπόλεως Λαγκαδά, που αποτελείται από είκοσι ένα (21) άρθρα και καταχωρίζονται ως κατωτέρω.
Άρθρο 1ο
1.  
    Ίδρυση και νομική υπόσταση του Ησυχαστηρίου. Στο όνομα και προς δόξαν της Αγίας και Ομοουσίου και Ζωοποιού και Αδιαιρέτου Τριάδος, ιδρύεται Ανδρώο Κοινοβιακό Μοναστικό Ίδρυμα προσευχής και εργασίας πνευματικής με την επωνυμία Ιερό Ησυχαστήριο «Των Αγίων Αρχαγγέλων» στα όρια του Δημοτικού Διαμερίσματος Βασιλουδίου, του Δήμου Κορωνείας, της Επαρχίας Λαγκαδά, του Νομού Θεσσαλονίκης, που θα λειτουργεί πάντα στο μέλλον ως Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, χωρίς κερδοσκοπικό χαρακτήρα, υπαγόμενο πνευματικά στον εκάστοτε Μητροπολίτη Λαγκαδά.
Άρθρο 2ο
1.  
    Σκοπός του Ησυχαστηρίου. Σκοπός του Ησυχαστηρίου είναι: α) Η σύμφωνα με τις παραδόσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας άσκηση Μοναχικού βίου, με σκοπό την κατά Χριστόν τελείωση και σωτηρία των εγκαταβιούντων σε αυτό. β) Η εκκλησιαστική, πολιτιστική και κοινωφελής διακονία των Αδελφών Μοναχών στην Εκκλησία και γενικότερα στη σύγχρονη Κοινωνία. γ) Η ίδρυση εργαστηρίων προς διδασκαλία, εκμάθηση, πρακτική εξάσκηση και διαφύλαξη των παραδοσιακών εκκλησιαστικών τεχνών και ειδικοτήτων, όπως: ξυλογλυπτική, Αγιογραφία, κατασκευή εκκλησιαστικών ειδών, αμφίων και αντικειμένων λατρείας. δ) Η προστασία και περίθαλψη ορφανών, εγκαταλελειμμένων και απροστάτευτων παιδιών, με απώτερο σκοπό την πρόληψη και περιστολή της αγυρτείας, αλητείας και εγκληματικότητας. ε) Η άσκηση φιλανθρωπίας παντός είδους και η ίδρυση Ευαγών εν γένει ιδρυμάτων και κατασκηνώσεων.
Άρθρο 3ο
1.  
    Κοινοβιακός θεσμός. Η Μοναστική Αδελφότητα λειτουργεί σύμφωνα με το Κοινοβιακό σύστημα των Ιερών Κοινοβιακών Μονών του Αγίου Όρους. Όλοι οι Μοναχοί και Δόκιμοι σιτίζονται σε κοινή Τράπεζα. Μόνο σε ασθενή Αδελφό επιτρέπεται να λαμβάνει τροφή στο κελλί του, κατόπιν αδείας του Ηγουμένου. Η άσκηση των αρετών της αγάπης, της υπακοής, της ταπεινοφροσύνης, της πρόθυμης εκτελέσεως των εσωτερικών και εξωτερικών εργασιών του Ησυχαστηρίου, ο απόλυτος σεβασμός προς τον Ηγούμενο και τα λοιπά όργανα του Ησυχαστηρίου, καθώς και κάθε άλλη Μοναχική και Χριστιανική αρετή, αποτελούν απαράβατο όρο για τους Αδελφούς και για την τήρησή τους εποπτεύουν αυστηρά ο Ηγούμενος και η Γεροντία.
Άρθρο 4ο
1.  
    Κανονικά δικαιώματα του οικείου ΕπισκόπουΜητροπολίτου. Το Ησυχαστήριο βρίσκεται και ανήκει στην Εκκλησιαστική περιφέρεια της Ιεράς Μητροπόλεως Λαγκαδά και διατελεί υπό την πνευματική και κανονική δικαιοδοσία και προστασία του εκάστοτε Επισκόπου Αυτής, ο οποίος: α) Μνημονεύεται σε όλες τις ακολουθίες. β) Δίνει την ευλογία του και εγκαθιστά τον Ηγούμενο, που εκλέγει η Αδελφότητα. γ) Δίνει την ευλογία του για την κουρά των Δοκίμων σε Μικρόσχημους και Μεγαλόσχημους Μοναχούς. δ) Τελεί τις χειροτονίες των κληρικών μελών του Ησυχαστηρίου, μετά από πρόταση της Γεροντίας. ε) Ασκεί πειθαρχικό έλεγχο, αυτοδίκαια ή μετά από πρόταση πάντοτε και εισήγηση της Γεροντίας, σε κάθε παρεκτρεπόμενο Κληρικό ή Μοναχό, που θα πέσει σε παράπτωμα που επισύρει ως κύρωση, σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, την προσωρινή ή την οριστική αποβολή του από το Ησυχαστήριο ή και βαρύτερη ακόμη, και τον παραπέμπει στο αρμόδιο Εκκλησιαστικό Δικαστήριο, εφαρμόζοντας τη σχετική νομοθεσία και στ) Ελέγχει την νομιμότητα της οικονομικής διαχείρισης.
Άρθρο 5ο
1.  
    Δόκιμοι Μοναχοί. α) Όποιος επιθυμεί να συγκαταριθμηθεί στους Αδελφούς του Ησυχαστηρίου, ως Δόκιμος, πρέπει να είναι Ορθόδοξος Χριστιανός, ηλικίας 18 μέχρι 45 ετών, να έχει καλή, σχετικά, σωματική υγεία και οπωσδήποτε να είναι ψυχικά και διανοητικά υγιής, να είναι δε άγαμος ή χήρος, χωρίς παιδιά ανήλικα. Για να γίνει δεκτός Δόκιμος μικρότερης ή μεγαλύτερης ηλικίας από την καθορισμένη, αποφασίζει η Γεροντία, μετά από πρόταση του Ηγουμένου. Η αίτηση του υποψηφίου κρίνεται έξι μήνες μετά την είσοδό του. Το χρονικό αυτό διάστημα απαιτείται για την παρακολούθηση του τρόπου ζωής του και γενικά της όλης διαγωγής του μέσα στο Ησυχαστήριο, προκειμένου να μορφώσουν γνώμη περί της καταλληλότητός του ο Ηγούμενος και η Γεροντία. β) Η πρόσληψη και η αποβολή των Δοκίμων ανήκει στην αποκλειστική και ανεξέλεγκτη αρμοδιότητα και κρίση του Ηγουμένου και της Γεροντίας. γ) Η δοκιμασία διαρκεί τουλάχιστον μία τριετία. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, για τις οποίες προβλέπει ο Ε κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, είναι δυνατόν να περιορισθεί στους έξι (6) μήνες, υπό τον όρο ο Δόκιμος να είναι τουλάχιστον 21 ετών. Οι Δόκιμοι Μοναχοί κατά την διάρκεια της δοκιμασίας των προσφέρουν στο Ησυχαστήριο εργασία που καθορίζεται από τον Ηγούμενο και τη Γεροντία. δ) Οι Δόκιμοι Μοναχοί, επειδή δεν είναι μέλη της Αδελφότητος του Ησυχαστηρίου, δεν παρεβρίσκονται στις Συνάξεις της και, αν με την άδεια της Γεροντίας παρεβρεθούν, δεν έχουν δικαίωμα ψήφου. Ο Δόκιμος γίνεται μέλος της Αδελφότητος μόνο με την Μοναχική κουρά ή την χειροτονία σε ιερατικό βαθμό. ε) Όσα ορίζονται στην παράγραφο γ του άρθρου 6, για τα μέλη της Αδελφότητος, ισχύουν και για τους Δοκίμους.
Άρθρο 6ο
1.  
    Μέλη της Αδελφότητος. α) Μέλη της Αδελφότητος του Ησυχαστηρίου είναι τόσο οι Μοναχοί και οι Κληρικοί, που εγκαταβιούν σε αυτό, όσο και όσοι είναι γραμμένοι στα μητρώα του, πιθανόν όμως διαμένουν εκτός αυτού, γιατί έχουν αναλάβει στον κόσμο πνευματική διακονία. Μια τέτοια διακονία μπορεί να αναλάβει Αδελφός μόνο με την υπόδειξη και άδεια του Ηγουμένου και της Γεροντίας και με την ευλογία πάντοτε του οικείου Επισκόπου. Μπορεί και ο Ηγούμενος να έχει τέτοια διακονία με τη συγκατάθεση της Γεροντίας και την ευλογία του οικείου Επισκόπου, υπό τον όρο ότι αυτό δεν θα παρεμποδίζει την άσκηση των καθηκόντων του, ούτε θα βλάπτει κατ άλλο τρόπο την ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία του Ησυχαστηρίου. Οι Αδελφοί που εγκαταβιούν εντός του Ησυχαστηρίου ασκούν διάφορα διακονήματα, τα οποία κατανέμει ο Ηγούμενος ανάλογα με την ηλικία τους, τις ικανότητές τους κλπ. β) Η σειρά των Αδελφών ορίζεται ιεραρχικά ως εξής: 1) Μεταξύ Κληρικών, προηγείται ο ανώτερος κατά το βαθμό ήτο οφφίκιομεταξύ δείσων, όποιοςέχει τα πρεσβεία της χειροτονίας. 2) Μεταξύ Μοναχών, προηγείται όποιος έχει τα πρεσβεία της κουράς. 3) Μεταξύ Κληρικών και Μοναχών, προηγούνται οι Κληρικοί. 4) Ο Ηγούμενος και τα Μέλη της Γεροντίας προηγούνται όλων, άσχετα από τον ιερατικό βαθμό που έχουν και ανεξάρτητα από τα πρεσβεία κουράς ή χειροτονίας. 5) Μεταξύ των μελών της Γεροντίας, τηρείται ανάλογα η τάξη του ιερατικού βαθμού, των πρεσβείων της χειροτονίας ή της κουράς. γ) Απαγορεύεται τελείως η απομάκρυνση από το Ησυχαστήριο οποιουδήποτε Μοναχού, χωρίς ειδική έγγραφη άδεια του Ηγουμένου, αν πρόκειται για απουσία μέχρι δέκα (10) ημερών, και της Γεροντίας αν πρόκειται για απουσία μακρότερου χρόνου. Οι άδειες χορηγούνται μόνο για λόγους ασθενείας ή για εξαιρετικά σοβαρή εργασία του Αδελφού. δ) Για να φύγει οριστικά ο Αδελφός από το Ησυχαστήριο και να εγγραφεί σε άλλη Μοναστική Αδελφότητα, πρέπει να λάβει κανονικό Απολυτήριο από τον οικείο Επίσκοπο, μετά από συγκατάθεση και πρόταση της Γεροντίας. Το ίδιο ισχύει και για Αδελφό άλλου Μοναστικού καθιδρύματος που επιθυμεί να εισέλθει στο Ησυχαστήριο, με την απαραίτητη και πάλι προϋπόθεση ότι η Γεροντία θα συγκατατεθεί για την είσοδό του. Στον Αδελφό που φεύγει κατ αυτό τον τρόπο, η Γεροντία οφείλει να επιτρέψει να λάβει μαζί του όλα τα είδη προσωπικής χρήσης (ιερές εικόνες, βιβλία, ενδύματα, σκεπάσματα, σκεύη κλπ.), τα οποία έφερε ο ίδιος όταν ήρθε στο Ησυχαστήριο ή τα απέκτησε με την άδεια της Γεροντίας από δωρεά, κληρονομιά κλπ. Η ολοκληρωτική ή μερική επιστροφή περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάσθηκαν από αυτόν στο Ησυχαστήριο ή η καταβολή οποιασδήποτε αποζημιώσεως για αυτά, αφήνεται στην ελεύθερη και ανεξέλεγκτη κρίση της Αδελφότητος, γιατί ο απερχόμενος δεν έχει κανένα δικαίωμα πάνω σε αυτά, εφόσον ήδη αποτελούν περιουσία του Ησυχαστηρίου. ε) Η Αδελφότητα ασκεί τα δικαιώματα, τα οποία ρητά απονέμονται σε αυτήν από τον παρόντα Οργανισμό. Επίσης αποφασίζει για κάθε ειδική περίπτωση που δεν προβλέπεται από τον Οργανισμό με πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων (4/5) του συνόλου των μελών της, επίσης και για την ερμηνεία τυχόν ασαφών διατάξεών του. στ) Η Αδελφότητα συγκαλείται για τους λόγους και κατά τον τρόπο που ορίζει ο παρών Οργανισμός. ζ) Κατά τις συνάξεις της Αδελφότητος υπάρχει απαρτία εφόσον οι παρόντες στη συνεδρία είναι περισσότεροι από τους απόντες, εκτός από τις περιπτώσεις εκείνες για τις οποίες προβλέπεται αυξημένος αριθμός παρόντων μελών. Αν μερικοί από τους απόντες έχουν έγγραφα εξουσιοδοτήσει άλλα μέλη της Αδελφότητος για να ψηφίσουν επ ονόματί τους, θεωρούνται ως παρόντες. Δεν μπορεί όμως κανείς να εξουσιοδοτηθεί από περισσότερα των δύο μελών με σκοπό να τα εκπροσωπήσει κατά την ψηφοφορία. η) Οι αποφάσεις λαμβάνονται κατ απόλυτη πλειοψηφία των μελών τα οποία παρίστανται στη συνεδρία και ψηφίζουν, εκτός από τις περιπτώσεις εκείνες για τις οποίες ο παρών Οργανισμός προβλέπει αυξημένη πλειοψηφία. Σε περίπτωση ισοψηφίας, επαναλαμβάνεται η ψηφοφορία. Αν και πάλι προκύψει ισοψηφία, τότε, αν πρόκειται για φανερή ψηφοφορία, υπερισχύει η ψήφος του προεδρεύοντος, αν πρόκειται δε για μυστική ψηφοφορία, τίθεται κλήρος.
Άρθρο 7ο
1.  
    Η Διοίκηση του Ησυχαστηρίου και τα όργανά της. Η Διοίκηση του Ησυχαστηρίου ανήκει, όσον αφορά στον πνευματικό τομέα, στον Ηγούμενο, όσον αφορά δε στους λοιπούς τομείς, στη Γεροντία και την Αδελφότητα, η οποία αποτελεί το ανώτατο διοικητικό όργανο του Ησυχαστηρίου.
Άρθρο 8ο
1.  
    Τα καθήκοντα του Ηγουμένου. α) Ο Ηγούμενος είναι ο Πνευματικός Πατέρας της Αδελφότητος, ασκεί κάθε πνευματική εξουσία εφ όλων των μελών και μεριμνά άγρυπνα για την πνευματική προκοπή τους. Παρακολουθεί τον τρόπο ζωής κάθε Αδελφού, παρακινεί, καθοδηγεί, συμβουλεύει, επιπλήττει, τιμωρεί και γενικά λαμβάνει κάθε μέτρο που συντελεί στην κατά Χριστόν μόρφωση των Αδελφών, εποπτεύει δε την ακριβή εκτέλεση των διακονημάτων που αυτός και η Γεροντία αναθέτουν στον κάθε Αδελφό. β) Ο Ηγούμενος προΐσταται στις Συνάξεις της Γεροντίας και της Αδελφότητος, εκτός από την περίπτωση που είναι υπό κατηγορίαν, οπότε προεδρεύει ο Αδελφός της Γεροντίας που έχει τα πρεσβεία. Όταν εμποδίζεται και αυτός, προεδρεύει ο επόμενος κ.ο.κ. Αν εμποδίζονται όλα τα μέλη της Γεροντίας προεδρεύει στην Αδελφότητα ο πρώτος κατά την τάξη Αδελφός και, αν εμποδίζεται και αυτός, ο επόμενος κ.ο.κ. γ) Ο Ηγούμενος εκπροσωπεί το Ησυχαστήριο ενώπιον κάθε δικαστηρίου και γενικά ενώπιον κάθε Αρχής και κάθε φυσικού ή νομικού Προσώπου. δ) Για κάθε ειδική υπόθεση ή και κατηγορία υποθέσεων μπορεί, μετά από απόφαση της Γεροντίας, να εκπροσωπήσει το Ησυχαστήριο και οποιοδήποτε άλλο μέλος του. Ακόμη είναι δυνατό και σε Δόκιμο Μοναχό να ανατεθεί αυτή η εκπροσώπηση, καθώς και σε Νομικό Σύμβουλο. ε) Ο Ηγούμενος, επειδή εκπροσωπεί τον οικείο Επίσκοπο μέσα στο Ησυχαστήριο: 1) δίδει στους Αδελφούς γραπτή άδεια να απουσιάζουν έξω από την εκκλησιαστική περιφέρεια στην οποία ανήκει το Ησυχαστήριο (για να κινηθούν μέσα στην περιφέρεια είναι αρκετή, αλλ απαραίτητη, η προφορική άδεια) και 2) επιτρέπει σε ευλαβείς κληρικούς από άλλες εκκλησιαστικές περιφέρειες, που έχουν κανονική ιερωσύνη και επισκέπτονται τυχόν το Ησυχαστήριο, να ιερουργούν σε αυτό. Συμπληρωματικά εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 56 του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (Ν.590/1977).
Άρθρο 9ο
1.  
    Τα προσόντα του Ηγούμενου. α) Ο Ηγούμενος πρέπει να είναι Κληρικός, να έχει βαθμό Πρεσβυτέρου, να διακρίνεται για το ζήλο του, την αρετή και τις ικανότητές του. Σε απόλυτη ανάγκη και εφ όσον δεν υπάρχουν Πρεσβύτεροι στην Αδελφότητα ή δεν δέχονται να αναδειχθούν Ηγούμενοι ή δεν κρίνονται κατάλληλοι, ως Ηγούμενος μπορεί να εκλεγεί και Διάκονος ή και απλός Μοναχός αλλά μόνο για τετραετή θητεία. Η επανεκλογή του επιτρέπεται απεριόριστα. Μετά τη λήξη της τετραετίας γίνεται νέα εκλογή Ηγουμένου, έστω και αν αυτός χειροτονήθηκε εν τω μεταξύ Πρεσβύτερος, εκτός αν με πρακτικό το οποίο υπογράφεται από τα δύο τρίτα (2/3) του συνόλου των μελών της Αδελφότητος υποδειχθεί αυτός οριστικός Ηγούμενος. β) Παραιτούμενος ή παυόμενος Ηγούμενος, μπορεί να εκλεγεί εκ νέου, εφόσον εξέλιπαν οι λόγοι της παραιτήσεως ή της παύσεώς του και εφόσον χηρεύει η θέση του Ηγούμενου. γ) Κανείς Αδελφός δεν επιτρέπεται να θέτει υποψηφιότητα Ηγουμένου ή να επιδιώκει την εκλογή του. Η εκλογή του Ηγουμένου πρέπει να προέρχεται από την πρωτοβουλία και την ελεύθερη κρίση των Αδελφών, οι οποίοι θα συμβουλεύονται ο ένας τον άλλο και ιδίως θα ζητούν με την προσευχή τον φωτισμό από τον Κύριο. δ) Σε περίπτωση απουσίας ή ασθενείας του Ηγουμένου, αν ο ίδιος δεν έχει ορίσει αντικαταστάτη του οποιονδήποτε από τους Αδελφούς, τον αναπληρώνει ως Τοποτηρητής αυτοδικαίως για κάθε περίπτωση ο Αδελφός της Γεροντίας που έχει τα πρεσβεία. Αν αυτός εμποδίζεται, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου β του άρθρου 8 του παρόντος Οργανισμού (Κανονισμού). Ο Τοποτηρητής, είτε ορίζεται από τον Ηγούμενο, είτε αναλαμβάνει αυτοδικαίως καθήκοντα, σύμφωνα με την παραπάνω διαδικασία, προεδρεύει όχι μόνο της Αδελφότητος, αλλά και της Γεροντίας, έστω κι αν δεν είναι μέλος της.
Άρθρο 10ο
1.  
    Εκλογή Ηγουμένου. Ο Ηγούμενος εκλέγεται από την Αδελφότητα του Ησυχαστηρίου σε ειδική Σύναξη, η οποία ευρίσκεται σε απαρτία, εφ όσον παρίστανται τουλάχιστον τα τρία τέταρτα (3/4) του όλου αριθμού των μελών της, σύμφωνα με την ακόλουθη ειδικότερη διαδικασία: α) Μέσα σε μία εβδομάδα από τον θάνατο ή την παραίτηση ή την παύση του Ηγουμένου, ο Τοποτηρητής, δηλαδή ο Αδελφός της Γεροντίας που έχει τα πρεσβεία, ο οποίος και αναπληρώνει τον Ηγούμενο κατά το διάστημα που μεσολαβεί, συγκαλεί την Γεροντία, η οποία μετά από Θεία Λειτουργία συσκέπτεται και ορίζει ημέρα Συνάξεως των μελών της Αδελφότητος για την εκλογή Ηγουμένου. Η ημέρα που θα ορισθεί δεν πρέπει να ξεπερνά το εικοσαήμερο από την σύγκλιση της Γεροντίας και ανακοινώνεται στην Αδελφό- τητα τουλάχιστον πριν από επτά (7) ακέραιες ημέρες, με τοιχοκόλληση έξω από την πύλη του Ναού και έξω από την πόρτα της Τράπεζας, με επιστολή δε συστημένη στους Αδελφούς που τυχόν διαμένουν εκτόςΗσυχαστηρίου. β) Η εκλογή γίνεται μετά από Θεία Λειτουργία, μέσα στο Ναό, με μυστική ψηφοφορία ενώπιον της Γεροντίας, η οποία αποτελεί την Εφορευτική Επιτροπή υπό την προεδρία του Τοποτηρητή. Αν για οποιονδήποτε λόγο δεν υπάρχει Γεροντία, την Εφορευτική Επιτροπή αποτελούν τα τρία προηγούμενα ως προς την τάξη μέλη της Αδελφότητος, υπό την προεδρία του πρώτου από αυτά, το οποίο ασκεί αυτοδικαίως καθήκοντα Τοποτηρητή. Η Επιτροπή αυτή, επειδή δεν υπάρχει Γεροντία, φροντίζει και για την σύγκλιση της Αδελφότητος, σύμφωνα με την παράγραφο α αυτού του άρθρου. γ) Πριν από την έναρξη της εκλογής, πρέπει να διαπιστωθεί ότι υπάρχει απαρτία. Αν τυχόν δεν υπάρχει, η εκλογή αναβάλλεται για την ίδια ώρα της επόμενης ημέρας. Η αναβολή επαναλαμβάνεται με τον ίδιο τρόπο για μια ακόμη ημέρα, οπότε προχωρεί η εκλογή με οποιαδήποτε απαρτία της Συνάξεως. δ) Κάθε ψηφοφόρος καλείται από τον Τοποτηρητή, κατά την ιεραρχική σειρά που αρχίζει από τους νεωτέρους, και δίνεται σε αυτόν ένα μικρό λευκό χαρτί, που σφραγίζεται με την σφραγίδα του Ησυχαστηρίου τη στιγμή που παραδίνεται. Ο ψηφοφόρος απομακρύνεται σε μία γωνία του Ναού και αναγράφει στο ψηφοδέλτιο μυστικώς και ιδιοχείρως, ανεπηρέαστα και χωρίς προσωποληψία, τον Αδελφό που κρίνει κατάλληλο για το αξίωμα του Ηγουμένου. Το ψηφοδέλτιο θεωρείται άκυρο αν αναγραφούν περισσότερα ονόματα. Μετά την αναγραφή του ονόματος στο ψηφοδέλτιο, ο ψηφοφόρος το τυλίγει καλά σαν κλήρο και το ρίχνει στο σφραγισμένο ψηφοδόχο κιβώτιο. Κατόπιν υπογράφει στον ονομαστικό κατάλογο των ψηφοφόρων Αδελφών, τον οποίο τηρεί ο Τοποτηρητής με τον γραμματέα του Ησυχαστηρίου. Σε περίπτωση αγραμμάτου Μοναχού, καλεί αυτός τον Πρόεδρο και δύο μέλη της Εφορευτικής Επιτροπής ιδιαίτερα και υποδεικνύει να αναγράψουν το όνομα της επιλογής του και ρίχνει ο ίδιος το ψηφοδέλτιο μέσα στο κιβώτιο. Μετά το τέλος της ψηφοφορίας, η Εφορευτική Επιτροπή αποσφραγίζει το ψηφοδόχο κιβώτιο ενώπιον των μελών της Αδελφότητος, βγάζει και μονογράφει κάθε ψηφοδέλτιο και καταχωρίζεται αριθμητικά ο αριθμός των ψήφων που έλαβε κάθε Αδελφός και ο αριθμός των ψήφων που έλαβε ο πλειοψηφήσας Αδελφός (1/2 και 1 του αριθμού των ψηφισάντων μελών της Αδελφότητος). Αυτός θεωρείται εκλεγείς Ηγούμενος. Αμέσως μετά το τέλος της εκλογής και την υπογραφή του εν λόγω πρακτικού από όλα τα παρόντα μέλη της Αδελφότητος, γίνεται ευχαριστήρια προσευχή και κατ αυτόν τον τρόπο ολοκληρώνεται και τελειώνει τυπικά και ουσιαστικά η διαδικασία αναδείξεως Ηγουμένου. Αν κάποιο από τα μέλη αρνηθεί να υπογράψει, γίνεται σχετική αναφορά της αρνήσεώς του στο πρακτικό, το οποίο καθίσταται έγκυρο με την υπογραφή του από τα υπόλοιπα μέλη. Όσοι τυχόν αρνούνται να υπογράψουν και διαπιστωθεί από την προβαλλόμενη δικαιολογία τους ότι αποβλέπουν στο να εμποδίσουν την ομαλή λειτουργία του Ησυχαστηρίου υπόκεινται σε πειθαρχικά μέτρα. Αντίγραφο αυτού του πρακτικού με την φροντίδα της Εφορευτικής Επιτροπής, αναρτάται στην Πύλη του Ιερού Ναού επί οκτώ (8) ημέρες μετά την εκλογή. ε) Αν κανείς δεν λάβει την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών της Αδελφότητος, επαναλαμβάνεται την ίδια ώρα η ψηφοφορία κατά τον ίδιο τρόπο. Αν και πάλι κανείς δεν λάβει την παραπάνω απόλυτη πλειοψηφία, γίνεται τρίτη ψηφοφορία την επομένη μέρα, μεταξύ των τότε παρόντων, ανεξαρτήτως αριθμού, οπότε εκλέγεται ο πλειοψηφήσας σχετικά. Σε περίπτωση ισοψηφίας επαναλαμβάνεται την ίδια ώρα η ψηφοφορία. Αν και πάλι υπάρξει ισοψηφία, εκλέγεται εκείνος που έχει τα πρεσβεία, είτε κουράς, είτε ιερωσύνης. Σε περίπτωση ισοψηφίας δύο, του ενός Κληρικού και του άλλουΜοναχού, προτιμάται ο Κληρικός. στ) Μέσα σε ένα δεκαπενθήμερο από την εκλογή, η Γεροντία υποβάλλει έγγραφο στον οικείο Επίσκοπο, με το οποίο αναγγέλλεται η εκλογή του νέου Ηγούμενου και ζητούνται οι ευλογίες του. Ο Επίσκοπος, στη συνέχεια, προβαίνει με ειδική τελετή, την ημέρα που ο ίδιος ορίζει, στην εγκατάσταση του νέου Ηγουμένου. ζ) Σε περίπτωση υποβολής ενστάσεων κατά του κύρους της εκλογής, τις εξετάζει χωρίς αναβολή μέσα σε πέντε (5) μέρες από την υποβολή τους, η Αδελφότητα που συγκαλείται για το σκοπό αυτό από την Γεροντία. Αν η εκλογή ακυρωθεί με απόφαση της πλειοψηφίας των μελών της Αδελφότητος, γίνεται νέα εκλογή, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, μέσα σε είκοσι (20) μέρες από την έκδοση της αποφάσεως. Κατά τον χρόνο της υποβολής ενστάσεως και μέχρι την εξέτασή της, ο Ηγούμενος απέχει από την άσκηση των καθηκόντων του και αναπληρώνεται από Τοποτηρητή. Ενστάσεις κατά του κύρους της εκλογής υποβάλλονται μόνο από τα μέλη της Αδελφότητος και αποκλειστικά μέσα σε τρεις (3) μέρες από την εκλογή.
Άρθρο 11ο
1.  
    Παύση του Ηγουμένου. α) Ο Ηγούμενος, εκτός από την ειδική περίπτωση της παραγράφου α του άρθρου 9, είναι ισόβιος. Παύση του χωρεί μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1) Αν περιπέσει σε αίρεση ή διαπράξει βαρειά ηθικά ή κανονικά παραπτώματα. 2) Αν αποδειχθεί ανεπαρκής ή αδιάφορος για την καλή λειτουργία του Ησυχαστηρίου ή παραβιάζει συστηματικά και εκούσια τον παρόντα Οργανισμό και δεν διορθωθεί μετά από δύο γραπτές συστάσεις της Γεροντίας, από τις οποίες η δεύτερη θα υποβληθεί τουλάχιστο μετά τρίμηνο, ή αν αποδειχθεί ότικαταδολιεύετο την περιουσία τουΗσυχαστηρίου. 3) Αν προσβληθεί από αρρώστια βαρειά και ανίατη που καθιστά αδύνατη την εκτέλεση των καθηκόντων του. β) Στην πρώτη περίπτωση εκπίπτει αυτόματα από το αξίωμα μόλις καταδικαστεί τελεσίδικα από τα αρμόδια Εκκλησιαστικά Δικαστήρια, σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, σε ποινή μεγαλύτερη από τριετή αργία ή όταν πρόκειται για απλό Μοναχό, σε ποινή αναλόγου βάρους. γ) Στη δεύτερη περίπτωση και στην περίπτωση που η ποινή που του επιβλήθηκε είναι ελαφρότερη, παύεται από την Αδελφότητα με πλειοψηφία των τριών τετάρτων (3/4) του συνόλου των μελών της. δ) Στην τρίτη περίπτωση κηρύσσεται κενή η θέση του από την Γεροντία, εφόσον τρεις ιατροί που καλούνται από την Γεροντία, μετά από απόφαση της Αδελφότητος, γνωματεύουν εγγράφως και ομοφώνως ότι συντρέχει ο αναφερόμενος λόγος. Κατά της γνωματεύσεως αυτής των ιατρών, έχει το δικαίωμα ο Ηγούμενος, μέσα σε ένα εικοσαήμερο από την κοινοποίησή της, να υποβάλει ένσταση στη Γεροντία, η οποία πλέον είναι υποχρεωμένη να απευθυνθεί στον οικείο Επίσκοπο για να παραπεμφθεί η υπόθεση στην Υγειονομική Επιτροπή, την αρμόδια για τους Εφημερίους Ιερείς. Η απόφαση αυτής της Επιτροπής, όταν ληφθεί κατά πλειοψηφία, είναι αμετάκλητη. Αν ο Ηγούμενος δεν υποβάλει την αναφερθείσα ένσταση εντός της ορισμένης προθεσμίας, η θέση του κηρύσσεται κενή μετά δέκα μέρες από τη λήξη της προθεσμίας. ε) Σε περίπτωση πειθαρχικών παραπτωμάτων με μικρότερη βαρύτητα, που δεν επισείουν παύση, μπορεί να επιβληθεί στον Ηγούμενο, με πλειοψηφία των τριών τετάρτων (3/4) του συνόλου των μελών της Αδελφότητος, η ποινή της αργίας από τα καθήκοντα του μέχρι έξι (6) μήνες. Στη διάρκεια της αργίας του αναπληρώνεται σε κάθε περίπτωση από τον Τοποτηρητή, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου β του άρθρου 8.
Άρθρο 12ο "Εκλογή της"
1.  
    Γεροντίας.α) Η Γεροντία αποτελείται από τον Ηγούμενο με δύο μέλη, εφόσον ο αριθμός των μελών της Αδελφότητος που εγκαταβιούν μόνιμα μέσα στο Ησυχαστήριο δεν είναι μεγαλύτερος των δεκαπέντε, και από τον Ηγούμενο και τέσσερα μέλη, εφόσον ο αριθμός τους είναι μεγαλύτερος. β) Η θητεία των μελών της Γεροντίας είναι τετραετής αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου του πρώτου έτους της τετραετίας και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του τέταρτου έτους της τετραετίας. γ) Όταν ο αριθμός αυτών που είναι μέλη της Αδελφότητος ήδη από πενταετίας είναι στο διπλάσιο του αριθμού των μελών της Γεροντίας, τα μέλη της Γεροντίας πρέπει να λαμβάνονται από αυτά και όχι από τους νεώτερους, εκτός αν οι παλαιότεροι δεν δέχονται να γίνουν μέλη της Γεροντίας. Επανεκλογή των μελών της Γεροντίας επιτρέπεται απεριόριστα. δ) Η εκλογή για την ανάδειξη μελών της νέας Γεροντίας διεξάγεται κατά το μήνα Οκτώβριο ή Νοέμβριο του έτους κατά το οποίο λήγει η θητεία των μελών της προηγούμενης Γεροντίας, την ημέρα που θα ορίσει η εν ενεργεία Γεροντία. ε) Η εκλογή διεξάγεται όπως και η εκλογή του Ηγουμένου και κάθε ψηφοφόρος αναγράφει τόσα ονόματα Αδελφών, όσα προβλέπονται για τον αριθμό των μελών της Γεροντίας ή και λιγότερα. Αν ο ψηφοφόρος αναγράφει περισσότερα ονόματα, το ψηφοδέλτιό του θεωρείται άκυρο. Όσα αναγράφονται στην παράγραφο γ του άρθρου 9 ισχύουν απόλυτα και για τα μέλη της Γεροντίας. στ) Την Εφορευτική Επιτροπή αποτελεί η εν ενεργεία Γεροντία με πρόεδρο τον Ηγούμενο. ζ) Όσα προβλέπονται στο άρθρο 10 για τον τρόπο αναγγελίας της ημέρας της εκλογής, για την απαρτία, για την Εφορευτική Επιτροπή, σε περίπτωση που δεν υπάρχει Γεροντία, για την εξουσιοδότηση, για την επίτευξη απόλυτης πλειοψηφίας ή για την επανάληψη της ψηφοφορίας ή την κλήρωση, σε περίπτωση ισοψηφίας, για την υπογραφή του πρακτικού, για την υποβολή και εξέταση ενστάσεων, εφαρμόζονται αναλογικά και εδώ, όπως και κάθε άλλη διαδικαστική λεπτομέρεια. Η εκλογή των μελών της Γεροντίας μπορεί να γίνεται και διά βοής. Με την υπογραφή του πρακτικού ολοκληρώνεται και τελειώνει η διαδικασία εκλογής Γεροντίας, τα μέλη της όμως δεν αναλαμβάνουν αμέσως καθήκοντα, αλλά μετά τη λήξη της θητείας της προηγούμενης Γεροντίας, δηλαδή την 1η του προσεχούς Ιανουαρίου. η) Μέσα σε δεκαπέντε (15) μέρες από την εκλογή, ο Ηγούμενος υποβάλλει έγγραφο στον οικείο Επίσκοπο, με το οποίο γνωστοποιούνται τα μέλη της νέας Γεροντίας και ζητούνται οι ευλογίες του. θ) Σε περίπτωση που μέλος της Γεροντίας πεθάνει, παραιτηθεί ή παυθεί, γίνεται νέα εκλογή κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, με σκοπό την αντικατάστασή του. Αν αυτό συμβεί κατά το τελευταίο έτος της θητείας των μελών της Γεροντίας, δεν γίνεται νέα εκλογή αλλά αναπλήρωση, κατά τον τρόπο που προβλέπεται πιο κάτω στην παράγραφο ι του άρθρου 13. ι) Όσα περιλαμβάνονται στο άρθρο 11 σχετικά με την παύση του Ηγουμένου ή την αργία αυτού, εφαρμόζονται κατ αναλογία και για τα μέλη της Γεροντίας. Τις δύο γραπτές συστάσεις στο μέλος της Γεροντίας, που είναι αναγκαίες πριν από την επιβολή της ποινής της παύσεως, τις κάνει ο Ηγούμενος. Ένα μέλος της Γεροντίας που παραιτήθηκε ή παύθηκε μπορεί να εκλεγεί εκ νέου, εφόσον εκλείψουν οι λόγοι που οδήγησαν στην παραίτησή του ή την παύση του.
Άρθρο 13ο
1.  
    Τα καθήκοντα της Γεροντίας. α) Η Γεροντία, με Πρόεδρο τον Ηγούμενο, ασκεί τη διοίκηση του Ησυχαστηρίου σε όλους τους άλλους τομείς, εκτός του πνευματικού, διαχειρίζεται την περιουσία του, αποδέχεται ή αποποιείται δωρεές ή κληρονομίες, συνάπτει δάνεια, προβαίνει σε αγορές και πωλήσεις, αποφασίζει για κάθε δαπάνη και γενικά αποφασίζει κυριαρχικά για κάθε υπόθεση και για κάθε πράγμα του Ησυχαστηρίου, εκτός από τα ζητήματα εκείνα που ρητά με τον Οργανισμό αυτόν υπάγονται στην αρμοδιότητα της Αδελφότητος. Τις συμβάσεις τις υπογράφει ο Ηγούμενος, με εξουσιοδότηση της Γεροντίας. Έλλειψη εξουσιοδοτήσεως έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της συμβάσεως που υπέγραψε και αποτελεί για τον Ηγούμενο πειθαρχικό παράπτωμα. β) Η Γεροντία μπορεί, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, να συγκαλεί οποτεδήποτε την Αδελφότητα του Ησυχαστηρίου και να ζητεί συμβουλευτικά τη γνώμη της για οποιοδήποτε ζήτημα. Η σύγκληση της Αδελφότητος είναι υποχρεωτική για τη Γεροντία, εφόσον τούτο το ζητήσουν τα μισά και ένα επιπλέον μέλη της Αδελφότητος με έγγραφο στο οποίο αναφέρονται και οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η σύγκληση. Αν η Γεροντία δεν συγκαλέσει την Αδελφότητα μέσα σε ένα μήνα από την ημέρα της υποβολής του εγγράφου, αυτή συνέρχεται αυτοδικαίως με τη φροντίδα όσων ζητούν τη σύγκλησή της και κυρίως του πρώτου από αυτούς ως προς την τάξη. γ) Η Γεροντία αποφασίζει, μετά από πρόταση του Ηγουμένου, για την κουρά των Δοκίμων του Ησυχαστηρίου σε Μικρόσχημους ή Μεγαλόσχημους Μοναχούς και αναφέρεται εγγράφως στον οικείο Επίσκοπο, ο οποίος μέσα σε ένα μήνα δίδει την ευλογία του. Αν περάσει η προθεσμία για οποιονδήποτε λόγο, η ευλογία θεωρείται ότι έχει δοθεί. Χωρίς την απόφαση της Γεροντίας αποκλείεται η κουρά οποιουδήποτε Δοκίμου Μοναχού. δ) Η Γεροντία ερμηνεύει αυθεντικά τις διατάξεις του Καταστατικού που αναφέρονται στην εσωτερική λειτουργία του Ησυχαστηρίου, σε συνεργασία με τους ιδρυτές, δικαιούται να τις συμπληρώσει με ειδικό κανονισμό και μεριμνά για την πιστή εφαρμογή τους. ε) Η Γεροντία αποφασίζει, μετά από πρόταση του Ηγουμένου, για τη χειροτονία Αδελφού του Ησυχαστηρίου σε Διάκονο ή Πρεσβύτερο, με την απολύτως απαραίτητη προϋπόθεση ότι οΑδελφός έχει στο ακέραιο την ηλικία που καθορίζουν οι Ιεροί Κανόνες. Χωρίς την απόφαση της Γεροντίας, κανείς δεν μπορεί να χειροτονηθεί. στ) Η Γεροντία ορίζει, μετά από εισήγηση του Ηγουμένου το διακόνημα κάθε Αδελφού. Εκλέγει τον Γραμματέα του Ησυχαστηρίου. Επίσης εκλέγει μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του μηνός Ιανουαρίου, οπωσδήποτε από τα μέλη της, τον Οικονόμο, του οποίου η επανεκλογή επιτρέπεται απεριόριστα. 1. Ο Γραμματέας είναι μόνιμος, μπορεί όμως να αντικατασταθεί από τη Γεροντία λόγω ασθενείας ή ανεπαρκείας ή αταξίας. Παρευρίσκεται στις συνεδριάσεις της Γεροντίας και αν ακόμη δεν είναι μέλος της, αλλά στην περίπτωση αυτή δεν έχει δικαίωμα ψήφου. Τηρεί τα εξής επτά βιβλία του Ησυχαστηρίου: 1) Μητρώο Μοναχών, 2) Μητρώο Δοκίμων, 3) Βιβλίο Πρακτικών Αδελφότητος, 4) Βιβλίο Πρακτικών Γεροντίας, 5) Πρωτόκολλο εισερχομένων και εξερχομένων εγγράφων, 6) Κτηματολόγιο, δηλαδήβιβλίο ακίνητηςπεριουσίας, και 7) Βιβλίο κινητής περιουσίας του Ησυχαστηρίου, δηλαδή κάθε αντικειμένου που έχει μεγάλη αξία, κατά την κρίση της Γεροντίας. 2. Ο Οικονόμος τηρεί το βιβλίο ταμείου, το βιβλίο εσόδων και εξόδων και το βιβλίο απαιτήσεων και υποχρεώσεων του Ησυχαστηρίου. Ο Ηγούμενος και ο Οικονόμος κρατούν τα κλειδιά του χρηματοκιβωτίου, καθένας ένα διαφορετικό, και οι εισπράξεις γίνονται με διπλότυπες αποδείξεις που φέρουν την υπογραφή του Ηγουμένου και του Οικονόμου. ζ) Η Γεροντία υπογράφει τον απολογισμό εσόδων και εξόδων λήγοντος έτους και τον προϋπολογισμό του ερχόμενου έτους, που συντάσσει ο Ηγούμενος με τον Οικονόμο και τους υποβάλλει στην Αδελφότητα για τελική έγκριση. Η Γεροντία πρέπει να κινείται μέσα στα πλαίσια του οικονομικού προϋπολογισμού κάθε έτους. Οι υπερβάσεις δαπανών μέχρι το 20% για κάθε κονδύλιο που αναγράφεται στον προϋπολογισμό επιτρέπονται, αλλά για μεγαλύτερες υπερβάσεις απαιτείται απόφαση της Αδελφότητος. η) Η Γεροντία αποφασίζει για την παραμονή, για οποιονδήποτε λόγο, κατά οποιονδήποτε τρόπο και οποιαδήποτε ιδιότητα, στο Ησυχαστήριο κάθε Μοναχού ή Κληρικού που ανήκει σε άλλο Μοναστικό Ίδρυμα για πολύ χρόνο και γενικά περισσότερο από δεκαπενθήμερο. Για συντομότερη παραμονή αρκεί η συγκατάθεση του Ηγουμένου. θ) Η Γεροντία, είτε αυτεπάγγελτα, είτε με πρόταση του ενός τρίτου (1/3) των μελών του Ησυχαστηρίου, αποφασίζει για τη μεταβολή των μη θεμελιωδών διατάξεων του παρόντος Οργανισμού και εισηγείται τα δέοντα στην Αδελφότητα, που είναι η μόνη αρμοδία για τα περαιτέρω. ι) Η Γεροντία συνεδριάζει όποτε κληθεί από τον Ηγούμενο, ή ζητήσουν τη σύγκλησή της δύο μέλη της. Απαρτία υπάρχει όταν παρίστανται τρία μέλη. Αν η Γεροντία είναι τριμελής (Ηγούμενος και δύο μέλη) και αν απουσιάζει, λόγω αδείας ή ασθενείας ή υποδικίας ή επιτιμίου ή για οποιαδήποτε άλλη αιτία, ένα μέλος ή και δύο, καλούνται ως αναπληρωτές από τους Αδελφούς κατά την τάξη των πρεσβείων. Σε περίπτωση που η Γεροντία πρόκειται να αποφασίσει για προσωπική υπόθεση ενός μέλους της ή και του ιδίου του Προέδρου της, του Ηγουμένου (π.χ. για τη χειροτονία του ή για την ανάληψη κάποιας πνευματικής διακονίας στον κόσμο ή για την κίνηση πειθαρχικής διαδικασίας κατ αυτού κ.λ.π.), τότε, αυτός για τον οποίο θα ληφθεί η απόφαση δεν συμμετέχει στη συνεδρία, τουλάχιστο κατά το αναφερόμενο μέρος στην υπόθεσή του, οπότε τον αντικαθιστά αναπληρωτής σαν να απουσιάζει. Οι αποφάσεις της Γεροντίας λαμβάνονται κατά πλειοψηφία. Σε περίπτωση ισοψηφίας, υπερισχύει η ψήφος του Ηγουμένου ή αν αυτός απουσιάζει, εκείνου που προεδρεύει. Όλα τα μέλη οφείλουν κατά την διάρκεια της συνεδριάσεως να συμπεριφέρονται μεταξύ τους και προς τον Ηγούμενο με απόλυτο σεβασμό. Όσοι τυχόν διαφωνούν για οποιοδήποτε ζήτημα, πρέπει με σεμνότητα να διατυπώνουν τη γνώμη τους εκθέτοντάς την με σαφήνεια και πραότητα. ια) Οι αποδείξεις των εισπράξεων και δαπανών πάσης φύσεως δεν επιτρέπεται να καταστραφούν πριν από την πάροδο πενταετίας. ιβ) Η Γεροντία έχει το δικαίωμα να προσλάβει επ αμοιβή, ως βοηθό Οικονόμου (λογιστή), πρόσωπο ευσεβές εκτός του Ησυχαστηρίου.
Άρθρο 14ο
1.  
    Περιουσία-Πόροι του Ησυχαστηρίου και διαχείρισή τους. α) Περιουσία του Ησυχαστηρίου είναι: 1) Η κτηματική περιουσία που αποκτήθηκε νομότυπα από αγορά ή από χαριστική αιτία, καθώς και παραχώρηση κρατικής υπηρεσίας. 2) Η τυχόν περιουσία των Αδελφών, η οποία μετά την κουρά τους περιέρχεται στο Ησυχαστήριο. Τούτο γίνεται με προηγούμενη χαριστική μεταβίβαση υπό την αίρεση της κουράς. Αν κάποιος επιθυμεί πριν από την κουρά να αποξενωθεί από την περιουσία του και με άλλο τρόπο, αυτό είναι απόλυτο δικαίωμά του. Πάντως την παραμονή της κουράς του δεν πρέπει να έχει κανένα περιουσιακό στοιχείο. Αν κάποιος γίνει κάτοχος περιουσίας από δωρεά ή κληρονομιά μετά την κουρά του, οφείλει να τη μεταβιβάσει χωρίς αναβολή στο Ησυχαστήριο. Κανένα απολύτως μέλος της Αδελφότητος δεν δικαιούται να έχει προσωπική περιουσία. β) Πόροι του Ησυχαστηρίου είναι: 1. Τα εισοδήματα από τα εργόχειρα των Αδελφών και Δοκίμων, αφού απαγορεύεται η εργασία για προσωπικό λογαριασμό. 2. Οι αποδοχές των Αδελφών που τυχόν εργάζονται εκτός του Ησυχαστηρίου (σε θέσεις Ιεροκηρύκων, Εφημερίων, Καθηγητών κ.λ.π.) αλλά κατοικούν σε αυτό. Αυτοί, με άδεια της Γεροντίας, μπορούν να διαθέσουν ένα μέρος ή εν ανάγκη και το σύνολο των αποδοχών τους, για τους στενούς συγγενείς τους στον κόσμο, αν είναι φτωχοί. Το ίδιο ισχύει και για τους Αδελφούς που παίρνουν σύνταξη. 3. Δωρεές, εισφορές, κληρονομίες, κληροδοσίες κινητών πραγμάτων κ.λ.π. 4. Όσα προσφέρονται στο Ναό του Ησυχαστηρίου. 5. Έσοδα από εκμετάλλευση της τυχόν περιουσίας του Ησυχαστηρίου ή προερχόμενα από εκδόσεις εντύπων. 6. Κάθε άλλο έσοδο από χρηστή και νόμιμη πηγή. γ) Από τους πόρους του το Ησυχαστήριο μπορεί να δαπανά, με απόφαση της Γεροντίας, τόσο για έργα αγαθοεργίας (βοήθεια φτωχών κ.λ.π.), όσο και για την πνευματική τροφοδοσία του λαού (π.χ. δωρεάν διανομή εντύπων κ.λ.π.). δ) Χωρίς απόφαση της Αδελφότητος, η οποία λαμβάνεται με απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών, κανένα απολύτως ποσό από οποιαδήποτε πηγή και αν προέρχεται δεν μπορεί να διατεθεί για σκοπό που δεν έχει άμεση σχέση με τους σκοπούς ή τις ανάγκες του Ησυχαστηρίου ή δεν προβλέπεται από τον παρόντα Οργανισμό. ε) Το κτιριακό συγκρότημα του Ησυχαστηρίου και η περιοχή γύρω από αυτό, μέχρις αποστάσεως 25 μέτρων από κάθε πλευρά του, καθίστανται με τον παρόντα Οργανισμό αναπαλλοτρίωτα για πάντα. στ) Το Ίδρυμα, ως προς το διαχειριστικό του μέρος, είναι ανεξάρτητο, αδέσμευτο και αυτοτελές. Εκτός από τα Όργανα του Ησυχαστηρίου, τα οποία προβλέπονται από τον παρόντα Οργανισμό, δηλαδή τη Γεροντία, την Αδελφότητα και τα αρμόδια πρακτικά όργανα, κανείς δεν μπορεί να αναμειγνύεται ή να παρεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο στα οικονομικά του Ησυχαστηρίου και γενικά στη διαχείρισή τους, χωρίς βέβαια να θίγονται οι δικαιοδοσίες του οικείου Επισκόπου και ιδιαίτερα οι προβλεπόμενες από το άρθρο 6, παρ. 1, εδαφ. στ του υπ αριθ. 39/1972 Κανονισμού της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος «Περί των εν Ελλάδι Ορθοδόξων Ιερών Μονών και Ησυχαστηρίων» (βλ. ΦΕΚ 103, τ. Α, 30/6/1972).
Άρθρο 15ο
1.  
    Μετόχια. α) Το Ησυχαστήριο μπορεί, μετά από πρόταση της Γεροντίας και απόφαση της Αδελφότητος, να ιδρύει Μετόχια, στην ίδια μεν εκκλησιαστική περιφέρεια μετά από συγκατάθεση του οικείου Επισκόπου, σε άλλη δε περιφέρεια μετά από συγκατάθεση του εκεί Επισκόπου. β) Ναοί ή οικήματα που βρίσκονται σε οποιαδήποτε περιοχή και δεν ιδρύονται από το Ησυχαστήριο με την πιο πάνω διαδικασία, αλλά περιέρχονται σε αυτό με δωρεά ή διαθήκη ή με άλλο τρόπο, γίνονται και αυτά, με τη νόμιμη διαδικασία, Μετόχια του Ησυχαστηρίου. Η Γεροντία οφείλει να κάνει γνωστό στον επιχώριο Επίσκοπο την υπαγωγή στο Ησυχαστήριο, κατά τον ανωτέρω τρόπο, οποιουδήποτε Ναού που βρίσκεται στα όρια της Επισκοπής του. γ) Σε περίπτωση που κάποιο Μετόχι, που βρίσκεται στην ίδια περιοχή, κριθεί πως έχει ευνοϊκότερες συνθήκες από το κυρίως Ησυχαστήριο, η έδρα του Ησυχαστηρίου μπορεί να μεταφερθεί σε αυτό και εκείνο που ήταν προηγουμένως Ησυχαστήριο να μετατραπεί σε Μετόχι, με την προϋπόθεση ότι σε αυτό θα συγκατατεθούν τα τρία τέταρτα (3/4) του συνόλου των μελών της Αδελφότητος. δ) Καθετί που ισχύει σύμφωνα με τον παρόντα Οργανισμό για το κυρίως Ησυχαστήριο, ισχύει απαράλλακτα και για τα Μετόχιά του. Ησυχαστήρια και Μετόχια απαρτίζουν ένα αδιαίρετο σύνολο και έχουν απόλυτα ενιαία νομική υπόσταση. Τόσο από νομικής, όσο και από Εκκλησιαστικής (Ιεροκανονικής) πλευράς, τα Μετόχια θεωρούνται έδαφος του κυρίως Ησυχαστηρίου.
Άρθρο 16ο
1.  
    Μέτρα κατά απειθαρχίας Αδελφών και Δοκίμων. Για τα παραπτώματα των Αδελφών και Δοκίμων και με σκοπό τη διόρθωσή τους και την απρόσκοπτη λειτουργία του Ησυχαστηρίου, επιβάλλονται σ αυτούς τα εξής επιτίμια, ανάλογα με το βάροςτων παραπτωμάτων και τηνιδιότητα του πταίστου: α) Κατ ιδίαν νουθεσία. β) Επίπληξη ενώπιον της Γεροντίας. γ) Επίπληξη ενώπιον της Αδελφότητος. δ) Κομποσχοίνι. ε) Απομάκρυνση από την κοινή Τράπεζα για ένα μήνα. στ) Απομάκρυνση από την κοινή Τράπεζα γιαδιάστημα μεγαλύτερο από ένα μήνα. ζ) Παύση από το διάκονημα και ανάθεση άλλου κατώτερου. η) Υποβιβασμός στην ιεραρχική σειρά, προσωρινός ή μόνιμος. θ) Αργία μέχρι έξι μήνες από τα καθήκοντα του Ηγουμένου ή μέλους της Γεροντίας. ι) Παύση από το αξίωμα του Ηγουμένου ή μέλους της Γεροντίας. ια) Προσωρινή, μέχρι έξι μήνες, αποβολή από το Ησυχαστήριο και αποστολή σε άλλο Μοναστικό Καθίδρυμα, ιδίως στο Άγιον Όρος, το οποίο καθορίζει ο οικείος Επίσκοπος( η ποινή αυτή δεν εφαρμόζεται επί Δοκίμων). ιβ) Οριστική αποβολή από το Ησυχαστήριο. Από τα παραπάνω επιτίμια, εκείνα που δεν ανήκουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων επιβάλλονται, ανάλογα με τη βαρύτητά τους, από τα όργανα του Ησυχαστηρίου, γιατί αποβλέπουν στην τελείωση και σωτηρία των εγκαταβιούντων σε αυτό, ενώ για τα υπόλοιπα κινείται η νόμιμη διαδικασία επιβολής τους από τα Εκκλησιαστικά Δικαστήρια (Ν. 5383/1932 που επανήλθε σε ισχύ με το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν.Δ. 87/1974). Ειδικότερα τα τέσσερα πρώτα επιτίμια (με τα στοιχεία α, β, γ, δ) επιβάλλονται από τον Ηγούμενο, τα δύο επόμενα (με τα στοιχεία ε και στ) επιβάλλονται από την Γεροντία, με κοινή (κατά πλειοψηφία) απόφαση, και τέλος τα δύο επόμενα (με τα στοιχεία ζ και η) από τη Αδελφότητα, κατά πλειοψηφία του συνόλου των μελών της. Η επιβολή από την Αδελφότητα των επιτιμίων (ζ και η) αναγγέλλεται με την αιτιολογία τους στον οικείο Επίσκοπο και ζητείται η έγκρισή τους. Πριν από την επιβολή οποιουδήποτε επιτιμίου από τα αρμόδια όργανα του Ησυχαστηρίου, πρέπει να ακουστεί από αυτά ο πταίστης, ο οποίος μπορεί να υποβάλει και γραπτή απολογία, για να ληφθεί απαραιτήτως υπ όψη κατά την επιβολή του επιτιμίου. Για τα υπόλοιπα επιτίμια, όταν κρίνει η Αδελφότητα από τη σοβαρότητα των παραπτωμάτων πως πρέπει να επιβληθούν στον πταίστη (ένα ή περισσότερους), εξουσιοδοτεί τον Ηγούμενο, ή εκείνον που τον αναπληρώνει, να κινήσει τη διαδικασία για την επιβολή τους από το αρμόδιο Εκκλησιαστικό Δικαστήριο. Η Αδελφότητα συγκαλείται, για το σκοπό αυτό, σε έκτακτη σύναξη από τον Ηγούμενο ή τη Γεροντία, βρίσκεται δε σε απαρτία όταν οι παρόντες είναι περισσότεροι από τους απόντες και αποφασίζεται απουσία του Αδελφού ο οποίος συμμετέχει στη σύναξη της Αδελφότητος, η οποία έχει συγκληθεί για την υπόθεσή του, και υπερασπίζει τον εαυτό του, υποχρεωτικά όμως απέχει από την ψηφοφορία. Αν ο εν λόγω Αδελφός απουσιάσει, έστω και αδικαιολόγητα, η σύναξη της Αδελφότητος αναβάλλεται και ορίζεται νέα. Αν πάλι απουσιάσει και η απουσία του δεν οφείλεται σε ασθένεια ή σε άλλους σοβαρούς λόγους, κανονίζεται ερήμην. Οι κανονιζόμενοι με το υπ αριθμόν ια επιτίμιο στερούνται, όσο χρόνο διαρκεί το επιτίμιό τους, από το δικαίωμα να παρίστανται και να ψηφίζουν στις συνάξεις της Αδελφότητος. Αυτοί σε καμία απολύτως περίπτωση δεν λαμβάνονται υπόψη κατά την αρίθμηση του συνόλου των μελών, όταν εξετάζεται η ύπαρξη απαρτίας σε οποιαδήποτε σύναξη της Αδελφότητος. Ο υπολογισμός της απαρτίας γίνεται πάντοτε μετά την αφαίρεση αυτών των Αδελφών από το σύνολο των μελών του Ησυχαστηρίου. Η επιβολή του υπ αριθμόν ιβ επιτιμίου έχει ως συνέπεια την αυτόματη διαγραφή του μέλους από την Αδελφότητα του Ησυχαστηρίου. Όσα ορίζονται στην παράγραφο δ του άρθρου 6, τόσο για τα είδη προσωπικής χρήσεως, όσο και για τα περιουσιακά στοιχεία του Αδελφού που αποχωρεί, ισχύουν απόλυτα και για τον Αδελφό που αποβάλλεται από το Ησυχαστήριο και με αυτόν τον τρόπο.
Άρθρο 17ο
1.  
    Σφραγίδα. Το Ησυχαστήριο έχει σφραγίδα κυκλική, που φέρει στο μέσο την εικόνα των Αρχαγγέλων και κυκλικά και περιφερειακά τις λέξεις Ιερόν Ανδρώον Ησυχαστήριον «Των Αρχαγγέλων» Βασιλουδίου Λαγκαδά Θεσσαλονίκης.
Άρθρο 18ο
1.  
    Υπογραφή εγγράφων. Τα έγγραφα του Ησυχαστηρίου τα υπογράφει ο Ηγούμενος, θέτοντας κάτω από την υπογραφή του τα φράση «και οι συν εμοί εν Χριστώ Αδελφοί».
Άρθρο 19ο
1.  
    Μεταβολή Οργανισμού. Αυτός ο Οργανισμός μπορεί να μεταβληθεί, ως προς τις θεμελιώδεις διατάξεις του, μόνο με την συναίνεση των τεσσάρων πέμπτων (4/5) του συνόλου των μελών της Αδελφότητος. Οι θεμελιώδεις διατάξεις του, ουδέποτε και για κανένα λόγο δεν μεταβάλλονται, αλλά παραμένουν δια παντός. Θεμελιώδεις διατάξεις είναι όσες αναφέρονται στο σκοπό του Ησυχαστηρίου, στο σύστημα διοίκησης, στον τρόπο οικονομικής διαχείρισης και στον τρόπο και τα όργανα ελέγχου των οικονομικών του.
Άρθρο 20ο
1.  
    Επισκέπτες Προσκυνητές. α) Οι επισκέπτες και οι προσκυνητές πρέπει να προσέρχονται στο Ησυχαστήριο μόνο στις επιτρεπόμενες ώρες, να έχουν ευπρεπή ενδυμασία και να συμπεριφέρονται με κοσμιότητα, σεμνότητα και ευλάβεια, όπως αρμόζει σε τόπους αφιερωμένους στο Θεό. β) Κανείς δεν μπορεί να διανυκτερεύσει στο Ησυχαστήριο χωρίς την άδεια του Ηγουμένου. Φιλοξενούμενα για πολύ χρόνο στο Ησυχαστήριο, με ευλογία, ευλαβή πρόσωπα οφείλουν να προσφέρουν κάποια διακονία σε αυτό, την οποία θα υποδείξει ο Ηγούμενος.
Άρθρο 21ο
1.  
    Περίπτωση διάλυσης. α) Το Ησυχαστήριο θεωρείται ότι υφίσταται και αν ακόμη απομείνει σε αυτό ένας μόνον Αδελφός. Σε αυτή την περίπτωση, ο Αδελφός αυτός αντικαθιστά όλα τα όργανα του Ησυχαστηρίου, δηλαδή Ηγούμενο, Γεροντία, Αδελφότητα. Αν δεν απομείνει κανείς Αδελφός στο Ησυχαστήριο και περάσει πενταετία χωρίς να βρεθεί ούτε ένα πρόσωπο που να επιθυμεί να εγκαταβιώσει σε αυτό, τότε όλη η περιουσία του περιέρχεται στα Ευαγή ιδρύματα που υφίστανται ή θα ιδρυθούν κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους β και γ του άρθρου 2 του παρόντος Οργανισμού, για να χρησιμοποιηθούν για πνευματικό, πάντα, σκοπό. β) Αν για οποιαδήποτε άλλη αιτία διαλυθεί το Ησυχαστήριο, η περιουσία του περιέχεται όπου έχει ορίσει η Αδελφότητα, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, ή, αν δεν υπάρχει τέτοια απόφαση, όπου θα αποφασίσουν όσοι θα αποτελούν την Αδελφότητα κατά το χρόνο της διάλυσής του. Εκκαθαριστές της περιουσίας είναι όσοι θα διοικούν τότε την Αδελφότητα σύμφωνα με τον παρόντα Οργανισμό. Αν, τέλος, δεν υπάρξει καμμιά απόφαση της Αδελφότητος, παλαιότερη ή πρόσφατη, για την τύχη της περιουσίας του Ησυχαστηρίου, τότε αυτή περιέρχεται στην οικεία Μητρόπολη, η οποία είναι υποχρεωμένη να μεριμνήσει να ευρεθούν πρόσωπα, σε εύλογο χρόνο, που θα επιθυμούν να εγκατασταθούν στο διαλυμένο Ησυχαστήριο και να συνεχίσουν την λειτουργία του. Σε περίπτωση αδυναμίας ανασυστάσεως και επαναλειτουργίας του Ησυχαστηρίου, η περιερχόμενη στην Εκκλησία περιουσία μπορεί να διατεθεί για την εκπλήρωση άλλου πνευματικού ή φιλανθρωπικού σκοπού, κατά την κρίση του οικείου Επισκόπου. Μεταβατική Διάταξη. α) Με ομόφωνη γνώμη των ιδρυτών του Ησυχαστηρίου, ως ισόβιος Ηγούμενος ορίζεται ο Αρχιμανδρίτης Ιωσήφ, κατά κόσμον Παναγιώτης, Αλεξάνδρου του Αθανασίου και της Μαρίας. Ο Ηγούμενος κατά τους πρώτους μήνες της λειτουργίας του Ησυχαστηρίου και μέχρι να εκλεγούν τα δύο πρώτα μέλη της Γεροντίας, θα ασκεί και τα καθήκοντα της Γεροντίας. Αμέσως μετά την εκλογή των δύο πρώτων μελών, ο Ηγούμενος θα συγκροτήσει μαζί τους την πρώτη Γεροντία με προσωρινό χαρακτήρα. β) Οι τρεις αυτοί, δηλαδή ο Ηγούμενος και τα προσωρινά μέλη της Γεροντίας, οφείλουν το αργότερο μέσα σε τρία χρόνια από την ημερομηνία αναγνωρίσεως του Ησυχαστηρίου, με Προεδρικό Διάταγμα, να συγκαλέσουν την Αδελφότητα για εκλογή τακτικής Γεροντίας στην Αδελφότητα. Στον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος.
  • Τις διατάξεις: α) Του άρθρου 39 παράγραφος 10 του Ν. 590/1977 «περί του καταστατικού χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» (ΦΕΚ 146/77 τ.Α΄). β) Των άρθρων 108 και επομένων του Αστικού Κώδικα.
  • Τη 2584/26.6.2002 συμβολαιογραφική πράξη όπως συμπληρώθηκε με τη 2839/4.3.2003 συμβολαιογραφική πράξη και τροποποιήθηκε με τη 2873/10.4.2003 όμοια, της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Ευθυμιάδου του Χρήστου που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, στην οδό Κομνηνών 15, με την οποία ιδρύεται Ανδρώο Ιερό Ησυχαστήριο με την επωνυμία «Ιερόν Ησυχαστήριον των Αγίων Αρχαγγέλων», στην περιοχή Βασιλουδίου του Δήμου Κορωνείας της Επαρχίας Λαγκαδά Θεσσαλονίκης της Ιεράς Μητροπόλεως Λαγκαδά.
  • Το 197/28.6.2002 έγγραφο του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Λαγκαδά.
  • Την έγκριση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος που δόθηκε στην ΙΓ/17.1.2003 συνεδρίαση της 146ης Συνοδικής Περιόδου. Με πρόταση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων,
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
ΝΟΜΟΣ 1932/5383 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1932/5383 1932
ΝΟΜΟΣ 1977/590 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1977/590 1977
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1974/87 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1974/87 1974
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία