ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΤΥΠΟΣ

Προεδρικό Διάταγμα

ΚΩΔΙΚΟΣ

2004/12

ΦΕΚ

 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ

2004-01-16

ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

2004-01-16

ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ

2004-01-16

 ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ

 ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ

 ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΕΛΛΑΔΑ

Αρxική Έκδοση
 Εξαγωγή XML
 Εξαγωγή PDF
 Εξαγωγή RDF
 Εξαγωγή JSON

Εγκαταστάσεις με συρματόσχοινα γιά την μεταφορά προσώπων: Εναρμόνιση της Οδηγίας 2000/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 2ης Μαρτίου 2000 (L106/3.5.2000 της Επίσημης Εφημερίδας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων).

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Κείμενο
Άρθρο 1 1.Σκοπός του παρόντος διατάγματος είναι η προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας προς την Οδηγία 2000/ 9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 2ης Μαρτίου 2000 σχετικά με τις εγκαταστάσεις με συρματόσχοινα γιά την μεταφορά προσώπων (L106/3-5-2000 της Επίσημης Εφημερίδας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων). 2.Το παρόν Π.Δ. αφορά τις εγκαταστάσεις με συρματόσχοινα για τη μεταφορά προσώπων. 3.Για τους σκοπούς του παρόντος, ως «εγκαταστάσεις με συρματόσχοινα για τη μεταφορά προσώπων» νοούνται οι εγκαταστάσεις που συντίθενται από διάφορα κατασκευαστικά στοιχεία, οι οποίες έχουν σχεδιαστεί, κατασκευαστεί, συναρμολογηθεί και τεθεί σε λειτουργία με σκοπό την παροχή υπηρεσίας μεταφοράς προσώπων. Στην περίπτωση των εγκαταστάσεων αυτών, που εγκαθίστανται στον τόπο λειτουργίας τους, τα πρόσωπα μεταφέρονται εντός οχημάτων ή ρυμουλκούνται από εξαρτήσεις, των οποίων η ανάρτηση και/ή έλξη εξασφαλίζονται από συρματόσχοινα διατεταγμένα κατά μήκος της πραγματοποιούμενης διαδρομής. 4.Οι σχετικές εγκαταστάσεις είναι: 1)Οι σχοινοσιδηρόδρομοι και άλλες εγκαταστάσεις των οποίων τα οχήματα φέρονται από τροχούς ή άλλα συστήματα ανάρτησης και έλκονται από ένα ή περισσότερα συρματόσχοινα. 2)Οι καλωδιοκίνητοι εναέριοι θάλαμοι, των οποίων τα οχήματα φέρονται και/ή παίρνουν κίνηση από ένα ή περισσότερα συρματόσχοινα. Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει και τις τηλεκαμπίνες και τα τηλεκαθίσματα. 3)Τα τηλεσκί, τα οποία έλκουν με συρματόσχοινό τους χρήστες που φέρουν κατάλληλο εξοπλισμό. 5.Το παρόν Π.Δ. εφαρμόζεται: - στις εγκαταστάσεις που κατασκευάζονται και τίθενται σε λειτουργία μετά την έναρξη της ισχύος του, - στα υποσυστήματα και κατασκευαστικά στοιχεία ασφαλείας που διατίθενται στην αγορά μετά την έναρξη της ισχύος του. Το παρόν Π.Δ. αφορά τις διατάξεις εναρμόνισης που είναι αναγκαίες και ικανές ώστε να εξασφαλίζουν και να εγγυώνται την τήρηση των βασικών απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1. Εάν σημαντικά χαρακτηριστικά, υποσυστήματα ή κατασκευαστικά στοιχεία ασφαλείας υφισταμένων εγκαταστάσεων υποστούν τροποποιήσεις, οι οποίες απαιτούν τη χορήγηση νέας έγκρισης από την αρμόδια υπηρεσία προκειμένου να τεθούν σε λειτουργία, οι εν λόγω τροποποιήσεις και οι επιπτώσεις τους επί του συνόλου της εγκατάστασης πρέπει να πληρούν τις βασικές απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1. 6.Για τους σκοπούς του παρόντος διατάγματος, νοούνται ως: - «Εγκατάσταση»: το εγκαταστημένο στον τόπο λειτουργίας του, πλήρες σύστημα, αποτελούμενο από τις δομικές κατασκευές και τα υποσυστήματα που περιγράφονται στο Παράρτημα Ι. Ως δομικές κατασκευές οι οποίες σχεδιάζονται ειδικά για κάθε εγκατάσταση και ανεγείρονται επιτόπου, νοούνται η χάραξη γραμμών, τα συστημικά στοιχεία, τα τεχνικά έργα της διαδρομής και οι σταθμοί, τα οποία είναι αναγκαία για την κατασκευή και τη λειτουργία της εγκατάστασης, συμπεριλαμβανομένων των θεμελίων. - «Κατασκευαστικό στοιχείο ασφαλείας»: κάθε στοιχειώδες συστατικό στοιχείο, ομάδα συστατικών στοιχείων, υποσύνολο ή πλήρες σύνολο υλικού και κάθε σύστημα, το οποίο ενσωματώνεται στην εγκατάσταση με σκοπό να εξασφαλίσει την επιτέλεση λειτουργίας σχετικής με την ασφάλεια και επισημαίνεται από την ανάλυση ασφαλείας και του οποίου τυχόν δυσλειτουργία θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια προσώπων, είτε πρόκειται για χρήστες, είτε για προσωπικό είτε για τρίτους. - «Κύριος του έργου»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου πραγματοποιείται η εγκατάσταση. - «Εκμεταλλευσιμότητα»: το σύνολο των διατάξεων και μέτρων τεχνικού χαρακτήρα που έχουν επιπτώσεις επί του σχεδιασμού και της κατασκευής και τα οποία είναι απαραίτητα για την ασφαλή λειτουργία. - «Συντηρησιμότητα»: το σύνολο των διατάξεων και μέτρων τεχνικού χαρακτήρα που έχουν επιπτώσεις επί του σχεδιασμού και της κατασκευής και τα οποία είναι απαραίτητα για τη συντήρηση που εξασφαλίζει την ασφαλή λειτουργία. 7.Από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος διατάγματος εξαιρούνται: - οι ανελκυστήρες, κατά την έννοια της οδηγίας 95/ 16/ΕΚ(10) του Συμβουλίου, η οποία ενσωματώθηκε στην εθνική νομοθεσία με την ΚΥΑ Φ92/οικ 32803/1308/1997 (Β΄ 815). - οι σχοινοτροχιόδρομοι παραδοσιακής κατασκευής, - οι εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούνται για γεωργικούς σκοπούς, - οι εγκατεστημένοι ή κινητοί ειδικοί εξοπλισμοί πανηγυριών και λούνα παρκ, καθώς και εγκαταστάσεις σε πάρκα ψυχαγωγίας, οι οποίες υπηρετούν την ψυχαγωγία, και δεν χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά προσώπων, - οι εγκαταστάσεις ορυχείων, καθώς και οι εγκαταστάσεις που κατασκευάζονται και χρησιμοποιούνται για βιομηχανικούς σκοπούς, - τα πορθμεία που λειτουργούν με συρματόσχοινα, - οι οδοντωτοί τροχιόδρομοι, - οι εγκαταστάσεις μεταφοράς που παίρνουν κίνηση από αλυσίδες. Άρθρο 2 1.Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των άλλων κοινοτικών οδηγιών, όπως αυτές έχουν ενσωματωθεί στο Ελληνικό Δίκαιο. Η τήρηση των βασικών απαιτήσεων του παρόντος ενδέχεται να απαιτεί την προσφυγή σε ιδιαίτερες ευρωπαϊκές προδιαγραφές που έχουν καταρτιστεί για το σκοπό αυτό. 2.Ως «ευρωπαϊκή προδιαγραφή», νοείται η κοινή τεχνική προδιαγραφή, η ευρωπαϊκή τεχνική έγκριση ή το εθνικό πρότυπο το οποίο μεταγράφει ευρωπαϊκό πρότυπο. 3.Τα στοιχεία αναφοράς των ευρωπαϊκών προδιαγραφών οι οποίες αποτελούν είτε κοινές τεχνικές προδιαγραφές, είτε ευρωπαϊκές τεχνικές εγκρίσεις, κατά την έννοια της οδηγίας 93/38/ΕΟΚ του Συμβουλίου, η οποία ενσωματώθηκε στην εθνική νομοθεσία με το Π.Δ. 57/2000 (Α45) ή ακόμα είναι εθνικά πρότυπα τα οποία μεταγράφουν εναρμονισμένα ευρωπαϊκά πρότυπα, δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. 4.Η αρμόδια υπηρεσία δημοσιεύει τα στοιχεία αναφοράς των εθνικών προτύπων τα οποία μεταγράφουν τα ευρωπαϊκά εναρμονισμένα πρότυπα. 5.Εφόσον δεν υπάρχουν ευρωπαϊκά εναρμονισμένα πρότυπα, η αρμόδια υπηρεσία λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε οι ενδιαφερόμενοι να λαμβάνουν γνώση των υφισταμένων εθνικών προτύπων και των τεχνικών προδιαγραφών που θεωρούνται σημαντικές ή χρήσιμες για την ορθή μεταγραφή των βασικών απαιτήσεων, οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1. 6.Οι συμπληρωματικές τεχνικές προδιαγραφές που είναι αναγκαίες για τη συμπλήρωση των ευρωπαϊκών προδιαγραφών ή των άλλων προτύπων, δεν πρέπει να παρακωλύουν την τήρηση των βασικών απαιτήσεων οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1. 7.Όταν ένα κράτος μέλος ή η Επιτροπή κρίνει ότι οι ευρωπαϊκές προδιαγραφές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 δεν πληρούν τις βασικές απαιτήσεις που αναφέρει το άρθρο 3 παράγραφος 1, η Επιτροπή ή το κράτος μέλος προσφεύγει στην επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 17, αναφέροντας τους λόγους. Η εν λόγω επιτροπή γνωμοδοτεί επειγόντως. Άρθρο 3 1.Οι εγκαταστάσεις και οι δομικές κατασκευές τους, τα υποσυστήματα, καθώς και τα κατασκευαστικά στοιχεία ασφαλείας μιας εγκατάστασης, πρέπει να πληρούν τις εφαρμοστέες βασικές απαιτήσεις που εκτίθενται στο Παράρτημα ΙΙ. 2.Όταν ένα εθνικό πρότυπο, που μεταγράφει ευρωπαϊκό εναρμονισμένο πρότυπο, τα στοιχεία αναφοράς του οποίου έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ανταποκρίνεται στις βασικές απαιτήσεις του Παραρτήματος ΙΙ, τεκμαίρεται ότι οι εγκαταστάσεις και οι δομικές κατασκευές τους, τα υποσυστήματα, καθώς και τα κατασκευαστικά στοιχεία ασφαλείας μιας εγκατάστασης, που έχουν κατασκευαστεί σύμφωνα με αυτό το πρότυπο, πληρούν τις σχετικές βασικές απαιτήσεις. Άρθρο 4 1.Κάθε σχέδιο εγκατάστασης πρέπει να υποβάλλεται, αιτήσει του κυρίου του έργου ή του εντολοδόχου του, σε ανάλυση ασφαλείας πραγματοποιούμενη σύμφωνα με το Παράρτημα ΙΙΙ, κατά την οποία λαμβάνονται υπόψη όλες οι πτυχές της ασφαλείας του συστήματος και του περιβάλλοντός του στα πλαίσια του σχεδιασμού, της κατασκευής και της θέσης σε λειτουργία και η οποία επιτρέπει να επισημανθούν, βάσει της κεκτημένης πείρας, οι κίνδυνοι που ενδέχεται να παρουσιασθούν κατά τη λειτουργία. 2.Η ανάλυση ασφαλείας οδηγεί στη σύνταξη έκθεσης ασφαλείας, η οποία αναφέρει τα μέτρα που προτείνονται για την αντιμετώπιση των κινδύνων και περιλαμβάνει κατάλογο των κατασκευαστικών στοιχείων ασφαλείας και των υποσυστημάτων που πρέπει να ανταποκρίνονται στις διατάξεις των Κεφαλαίων ΙΙ ή ΙΙΙ. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ Άρθρο 5 1.Τα κατασκευαστικά στοιχεία ασφαλείας: - διατίθενται στην αγορά μόνον εάν επιτρέπουν την κατασκευή εγκαταστάσεων οι οποίες πληρούν τις βασικές απαιτήσεις που αναφέρει το άρθρο 3 παράγραφος 1, - τίθενται σε λειτουργία μόνον εάν επιτρέπουν την κατασκευή εγκαταστάσεων, οι οποίες δεν θέτουν ενδεχομένως σε κίνδυνο την ασφάλεια και την υγεία των προσώπων και κατά περίπτωση, την ασφάλεια των αγαθών, υπό προϋποθέσεις ορθής εγκατάστασης και συντήρησης και εφόσον χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τον προορισμό τους. 2.Οι διατάξεις του παρόντος δεν επηρεάζουν την ευχέρεια των αρμοδίων αρχών να καθορίζουν, τηρουμένης της συνθήκης, τις απαιτήσεις που θεωρούν αναγκαίες ώστε να εξασφαλίζεται η προστασία των προσώπων και ιδίως των εργαζομένων, κατά τη χρήση των εν λόγω εγκαταστάσεων, εφόσον αυτό δεν συνεπάγεται μετατροπές των εγκαταστάσεων αυτών σε σχέση με το παρόν Π.Δ. Άρθρο 6 Κατασκευαστικά στοιχεία ασφαλείας προς χρησιμοποίηση σε εγκαταστάσεις, τα οποία πληρούν τις διατάξεις του παρόντος, διατίθενται ελεύθερα στην αγορά. Άρθρο 7 1.Θεωρούνται ως σύμφωνα προς το σύνολο των διατάξεων του παρόντος τα κατασκευαστικά στοιχεία ασφαλείας που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 και τα οποία φέρουν τη σήμανση πιστότητας «CΕ» της οποίας το υπόδειγμα περιέχεται στο Παράρτημα ΙΧ και συνοδεύονται από την προβλεπόμενη στο Παράρτημα ΙV δήλωση πιστότητας «ΕΚ». 2.Πριν από τη διάθεση στην αγορά ενός κατασκευαστικού στοιχείου ασφαλείας, ο κατασκευαστής ή ο εγκατεστημένος στην Κοινότητα εντολοδόχος του: 1)υποβάλει το κατασκευαστικό στοιχείο ασφαλείας σε διαδικασία αξιολόγησης της πιστότητας σύμφωνα με το Παράρτημα V, και 2)επιθέτει τη σήμανση πιστότητας «CΕ» στο κατασκευαστικό στοιχείο ασφαλείας και με βάση τις ενότητες που καθορίζονται στην απόφαση 93/465/ΕΟΚ (L 220 της 30.8.1993), συντάσσει δήλωση πιστότητας «ΕΚ» σύμφωνα με το Παράρτημα ΙV. 3.Η διαδικασία αξιολόγησης της πιστότητας ενός κατασκευαστικού στοιχείου ασφαλείας διεξάγεται, κατόπιν αιτήσεως του κατασκευαστή ή του εγκατεστημένου στην Κοινότητα εντολοδόχου του, από τον κοινοποιημένο οργανισμό του άρθρου 16, τον οποίο έχει επιλέξει για το σκοπό αυτό. 4.Όταν τα κατασκευαστικά στοιχεία ασφαλείας εμπίπτουν στο πεδίο άλλων διατάξεων που αφορούν άλλες πτυχές και προβλέπουν την επίθεση της σήμανσης πιστότητας «CΕ», τεκμαίρεται ότι τα κατασκευαστικά στοιχεία ασφαλείας είναι επίσης σύμφωνα προς τις διατάξεις αυτές. 5.Όταν ο κατασκευαστής, ή ο εγκατεστημένος στην Κοινότητα εντολοδόχος του, δεν τηρούν τις υποχρεώσεις των παραγράφων 1 έως 4, οι υποχρεώσεις αυτές βαρύνουν κάθε πρόσωπο το οποίο διαθέτει το κατασκευαστικό στοιχείο ασφαλείας στην αγορά της Κοινότητας. Οι ίδιες υποχρεώσεις ισχύουν και για εκείνον ο οποίος κατασκευάζει τα κατασκευαστικά στοιχεία ασφαλείας για δική του χρήση. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι ΙΙ ΥΠΟΣΥΣΤΗΜΑΤΑ Άρθρο 8 Τα αναφερόμενα στο Παράρτημα Ι υποσυστήματα, διατίθενται στην αγορά μόνον εάν επιτρέπουν την κατασκευή εγκαταστάσεων, οι οποίες πληρούν τις βασικές απαιτήσεις που αναφέρει το άρθρο 3 παράγραφος 1. Άρθρο 9 Υποσυστήματα προς χρησιμοποίηση σε εγκαταστάσεις, τα οποία πληρούν τις διατάξεις του παρόντος, διατίθενται ελεύθερα στην αγορά. Άρθρο 10 1.Θεωρούνται ως σύμφωνα προς τις βασικές απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1, τα αναφερόμενα στο Παράρτημα Ι υποσυστήματα, τα συνοδευόμενα από τη δήλωση πιστότητας «ΕΚ», η οποία προβλέπεται στο παράρτημα VΙ και από τον τεχνικό φάκελο ο οποίος προβλέπεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου. 2.Η διαδικασία εξέτασης «ΕΚ» των υποσυστημάτων διεξάγεται, κατόπιν αιτήσεως του κατασκευαστή ή του εγκατεστημένου στην Κοινότητα εντολοδόχου του, ή ελλείψει αυτών, του φυσικού ή νομικού προσώπου που θέτει σε κυκλοφορία το υποσύστημα, από τον κοινοποιημένο οργανισμό του άρθρου 16 τον οποίο επιλέγει ο κατασκευαστής ή ο εντολοδόχος του ή το ανωτέρω πρόσωπο προς το σκοπό αυτό. Η δήλωση πιστότητας «ΕΚ» εκδίδεται από τον κατασκευαστή ή τον εντολοδόχο του ή το ανωτέρω πρόσωπο, βάσει της εξέτασης «ΕΚ» που αναφέρεται στο Παράρτημα VΙΙ. 3.Ο κοινοποιημένος οργανισμός συντάσσει το πιστοποιητικό εξέτασης «ΕΚ», σύμφωνα με το Παράρτημα VΙΙ, και συγκροτεί τον τεχνικό φάκελο που το συνοδεύει. Ο τεχνικός φάκελος πρέπει να περιέχει όλα τα αναγκαία έγγραφα σχετικά με τα χαρακτηριστικά του υποσυστήματος και, ενδεχομένως, όλα τα έγγραφα με τη βοήθεια των οποίων αποδεικνύεται η συμμόρφωση των κατασκευαστικών στοιχείων ασφαλείας. Πρέπει επίσης να περιέχει όλα τα στοιχεία σχετικά με τους όρους και τους περιορισμούς χρήσης και τις υποδείξεις σχετικά με τη συντήρηση. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙV ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ Άρθρο 11 1.Η άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας των εγκαταστάσεων με συρματόσχοινα για την μεταφορά προσώπων εκδίδεται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης καθορίζονται οι προϋποθέσεις, δικαιολογητικά και πάσης φύσεως λεπτομέρειες που απαιτούνται γιά την έκδοση της εν λόγω άδειας. 2.Η αρμόδια υπηρεσία εφαρμογής του παρόντος λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα και καθορίζει τις διαδικασίες ώστε, στην περίπτωση εγκαταστάσεων, τα κατασκευαστικά στοιχεία ασφαλείας και τα υποσυστήματα τα οποία αναφέρονται στο Παράρτημα Ι, να μπορούν να εγκαθίστανται και να τίθενται σε λειτουργία μόνον εφόσον επιτρέπουν την κατασκευή εγκαταστάσεων οι οποίες δεν θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια και την υγεία των προσώπων και, κατά περίπτωση, την ασφάλεια των αγαθών, υπό προϋποθέσεις ορθής εγκατάστασης και συντήρησης και εφόσον χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τον προορισμό τους. 3.Όταν η αρμόδια υπηρεσία εφαρμογής του παρόντος κρίνει ότι ο σχεδιασμός ή η κατασκευή κατασκευαστικών στοιχείων ασφαλείας ή υποσυστημάτων που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι παρουσιάζει καινοτόμα στοιχεία, λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα και μπορεί να εξαρτήσει την κατασκευή και/ή τη θέση σε λειτουργία της εγκατάστασης στην οποία εφαρμόζεται ένα τέτοιο καινοτόμο κατασκευαστικό στοιχείο ασφαλείας ή υποσύστημα, από ειδικές προϋποθέσεις. Ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή σχετικά και παραθέτει τους λόγους. 4.Οι εγκαταστάσεις κατασκευάζονται και τίθενται σε λειτουργία μόνον εάν έχουν σχεδιαστεί, κατασκευαστεί και εκτελεστεί κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η τήρηση των βασικών απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1. 5.Δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου 1, δεν επιτρέπεται να τίθενται περιορισμοί στην ελεύθερη κυκλοφορία των κατασκευαστικών στοιχείων ασφαλείας και των υποσυστημάτων του Παραρτήματος Ι, τα οποία συνοδεύονται από τη δήλωση πιστότητας «ΕΚ» την οποία προβλέπουν τα άρθρα 7 ή 10. 6.Η ανάλυση ασφαλείας, οι δηλώσεις πιστότητας «ΕΚ» και οι σχετικοί τεχνικοί φάκελοι των κατασκευαστικών στοιχείων ασφαλείας και των υποσυστημάτων που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι, κατατίθενται από τον κύριο του έργου ή τον εντολοδόχο του στην αρμόδια για την έγκριση της εγκατάστασης αρχή και αντίγραφό της φυλάσσεται στην ίδια την εγκατάσταση. 7.Η αρμόδια υπηρεσία φροντίζει ώστε να υπάρχουν η ανάλυση ασφαλείας, η έκθεση ασφαλείας και οι τεχνικοί φάκελοι, οι οποίοι πρέπει να περιέχουν όλα τα έγγραφα σχετικά με τα χαρακτηριστικά της εγκατάστασης καθώς και, ενδεχομένως, όλα τα έγγραφα με τα οποία πιστοποιείται η συμμόρφωση των κατασκευαστικών στοιχείων ασφαλείας και των υποσυστημάτων που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι. Επίσης, πρέπει να υπάρχουν όλα τα έγγραφα στα οποία καθορίζονται οι αναγκαίοι όροι και οι περιορισμοί της εκμετάλλευσης, καθώς και πλήρη στοιχεία σχετικά με τη διατήρηση, την παρακολούθηση, τη ρύθμιση και τη συντήρηση. Άρθρο 12 Με την επιφύλαξη άλλων νομοθετικών διατάξεων, δεν επιτρέπεται, να τίθενται περιορισμοί στην κατασκευή και θέση σε λειτουργία των εγκαταστάσεων, οι οποίες πληρούν τις διατάξεις του παρόντος. Άρθρο 13 Η αρμόδια υπηρεσία μεριμνά ώστε μια εγκατάσταση να μην μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί παρά μόνον εάν πληροί τους όρους που προβλέπει η έκθεση ασφαλείας. ΚΕΦΑΛΑΙΟ V ΜΕΤΡΑ ΔΙΑΣΩΣΗΣ Άρθρο 14 1.Όταν η αρμόδια υπηρεσία διαπιστώνει ότι ένα κατασκευαστικό στοιχείο ασφάλειας με τη σήμανση πιστότητας «CΕ» που έχει κυκλοφορήσει στην αγορά και χρησιμοποιηθεί σύμφωνα με τον προορισμό του, ή ότι ένα υποσύστημα, που συνοδεύεται από τη δήλωση πιστότητας «ΕΚ» που προβλέπεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 και χρησιμοποιείται σύμφωνα με τον προορισμό του, ενδέχεται να θέτει σε κίνδυνο την υγεία και την ασφάλεια των προσώπων και, κατά περίπτωση, την ασφάλεια των αγαθών, λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα για να περιορίσει τις δυνατότητες χρήσης αυτού του κατασκευαστικού στοιχείου ή του υποσυστήματος ή για να απαγορεύσει τη χρησιμοποίησή του. Η αρμόδια υπηρεσία ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή για τα μέτρα που έχουν ληφθεί και αναφέρει τους λόγους της απόφασής της, διευκρινίζοντας αν η μη συμμόρφωση προκύπτει ιδίως από: 1)Μη τήρηση των βασικών απαιτήσεων του άρθρου 3 παράγραφος 1. 2)Πλημμελή εφαρμογή των ευρωπαϊκών προδιαγραφών του άρθρου 2 παράγραφος 2, εφόσον γίνεται επίκληση της εφαρμογής τους. 3)Κενό των ευρωπαϊκών προδιαγραφών του άρθρου 2 παράγραφος 2. 2.Η Επιτροπή πραγματοποιεί διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη, το συντομότερο δυνατόν. Αν η Επιτροπή διαπιστώσει μετά τις διαβουλεύσεις αυτές: - ΄Οτι τα μέτρα είναι δικαιολογημένα, ενημερώνει αμέσως την αρμόδια υπηρεσία που ανέλαβε την πρωτοβουλία, καθώς και τα άλλα κράτη μέλη. ΄Οταν η απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, αιτιολογείται από κενό των ευρωπαϊκών προδιαγραφών. Η Επιτροπή, ύστερα από διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη, κινεί τη διαδικασία του άρθρου 2 παράγραφος 7, εφόσον το κράτος μέλος που έλαβε την απόφαση, σκοπεύει να τη διατηρήσει, - ΄Οτι τα μέτρα τα σχετικά με ένα κατασκευαστικό στοιχείο ασφαλείας δεν είναι δικαιολογημένα, ενημερώνει αμέσως σχετικά τον κατασκευαστή ή τον εγκατεστημένο στην Κοινότητα εντολοδόχο του, καθώς και το κράτος μέλος που έλαβε τα εν λόγω μέτρα, - ΄Οτι τα μέτρα τα σχετικά με ένα υποσύστημα δεν δικαιολογούνται, ενημερώνει αμέσως τον κατασκευαστή, τον εγκατεστημένο στην Κοινότητα εντολοδόχο του ή, ελλείψει αυτών, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο διέθεσε στην αγορά το υποσύστημα, καθώς και το κράτος μέλος του έλαβε τα εν λόγω μέτρα. 3.Όταν ένα κατασκευαστικό στοιχείο ασφάλειας με τη σήμανση πιστότητας «CΕ» αποδεικνύεται ότι δεν πληροί τους όρους, η αρμόδια υπηρεσία λαμβάνει, έναντι αυτού που έθεσε αυτή τη σήμανση και που συνέταξε τη δήλωση πιστότητας «ΕΚ», τα κατάλληλα μέτρα και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη. 4.Όταν ένα υποσύστημα που συνοδεύεται από τη δήλωση πιστότητας «ΕΚ» αποδεικνύεται ότι δεν πληροί τους όρους, η αρμόδια υπηρεσία λαμβάνει, έναντι αυτού που συνέταξε τη δήλωση, τα κατάλληλα μέτρα και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη. Άρθρο 15 Όταν η αρμόδια υπηρεσία διαπιστώσει ότι μια εγκατάσταση που έχει λάβει άδεια και χρησιμοποιείται σύμφωνα με τον προορισμό της, θέτει ενδεχομένως σε κίνδυνο την ασφάλεια και την υγεία των προσώπων και κατά περίπτωση, την ασφάλεια των αγαθών, περιορίζει τις δυνατότητες εκμετάλλευσης της εγκατάστασης ή απαγορεύει τη λειτουργία της. ΚΕΦΑΛΑΙΟ VΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΜΕΝΟΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ Άρθρο 16 1.Η αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με το την απόφαση 3354/91/2001 του Υφυπουργού Ανάπτυξης (Β΄ 149), κοινοποιεί στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη τους οργανισμούς τους επιφορτισμένους με τη διεκπεραίωση της διαδικασίας αξιολόγησης της πιστότητας που αναφέρεται στα άρθρα 7 και 10 του παρόντος, ορίζοντας για κάθε έναν το πεδίο της αρμοδιότητάς του. 2.Για την αξιολόγηση των αναγνωρισμένων οργανισμών αξιολόγησης εφαρμόζονται τα κριτήρια που προβλέπονται στο Παράρτημα VΙΙΙ για την αξιολόγηση των κοινοποιητέων οργανισμών. Οι οργανισμοί που πληρούν τα κριτήρια αξιολόγησης τα οποία προβλέπονται στα σχετικά εναρμονισμένα ευρωπαϊκά πρότυπα, τεκμαίρεται ότι ανταποκρίνονται στα προαναφερθέντα κριτήρια. 3.Η παραπάνω υπηρεσία η οποία έχει κοινοποιήσει οργανισμό, οφείλει να αποσύρει την κοινοποίησή του, εάν διαπιστώσει ότι ο οργανισμός αυτός δεν πληροί πλέον τα κριτήρια που αναφέρονται στο Παράρτημα VΙΙΙ. Η αρμόδια υπηρεσία ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή σχετικά καθώς και τα άλλα κράτη μέλη. ΚΕΦΑΛΑΙΟ VΙΙ ΣΗΜΑΝΣΗ ΠΙΣΤΟΤΗΤΑΣ «CΕ» Άρθρο 17 1.Η σήμανση πιστότητας «CΕ» αποτελείται από τα αρχικά «CΕ», σύμφωνα με τη γραφική απεικόνιση το υπόδειγμα της οποίας περιέχεται στο Παράρτημα ΙΧ. 2.Η σήμανση πιστότητας «CΕ» πρέπει να επιτίθεται κατά τρόπο σαφή και ευδιάκριτο σε κάθε κατασκευαστικό στοιχείο ασφαλείας, ή, εφόσον αυτό δεν είναι δυνατόν, σε ετικέτα προσαρτημένη στο κατασκευαστικό στοιχείο. 3.Απαγορεύεται η επίθεση στα κατασκευαστικά στοιχεία ασφαλείας σημάνσεων ή εγγραφών ικανών να παραπλανήσουν τους τρίτους, ως προς τη σημασία και τη γραφική απεικόνιση της σήμανσης πιστότητας «CΕ». Οποιαδήποτε άλλη σήμανση μπορεί να επιτίθεται εφόσον δεν καθιστά λιγότερο ευδιάκριτη και ευανάγνωστη τη σήμανση πιστότητας «CΕ». 4.Με την επιφύλαξη του άρθρου 14: 1)κάθε αντικανονική επίθεση της σήμανσης πιστότητας «CΕ», που διαπιστώνεται από την αρμόδια υπηρεσία, συνεπάγεται την υποχρέωση για τον κατασκευαστή ή τον εγκατεστημένο στην Κοινότητα εντολοδόχο του, να μεριμνήσει για την πιστότητα του κατασκευαστικού στοιχείου ασφαλείας προς τις διατάξεις για τη σήμανση πιστότητας «CΕ» και για τον τερματισμό της παράβασης υπό τους όρους που επιβάλλει η αρμόδια υπηρεσία. 2)Εφόσον εξακολουθεί να υφίσταται η αναντιστοιχία, η αρμόδια υπηρεσία περιορίζει ή απαγορεύει τη διάθεση στην αγορά του εν λόγω κατασκευαστικού στοιχείου ασφαλείας ή εξασφαλίζει την απόσυρσή του από την αγορά με τη διαδικασία του άρθρου 14. ΚΕΦΑΛΑΙΟ VΙΙΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 18 Κάθε απόφαση που λαμβάνεται κατ εφαρμογή του παρόντος και καταλήγει σε περιορισμό της χρήσης κατασκευαστικών στοιχείων ασφαλείας ή υποσυστημάτων σε μια εγκατάσταση, καθώς επίσης και της διάθεσής τους στην αγορά, πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο, το συντομότερο δυνατόν, με μνεία των μέσων προσφυγής τα οποία προβλέπει η ισχύουσα νομοθεσία, καθώς και των προθεσμιών εντός των οποίων πρέπει να ασκηθούν οι προσφυγές αυτές. Άρθρο 19 Οι εγκαταστάσεις που έχουν αποτελέσει ήδη αντικείμενο εγκρίσεως, χωρίς όμως να έχει αρχίσει η κατασκευή τους πριν από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του παρόντος, πρέπει να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του παρόντος. Άρθρο 20 Για μια περίοδο τεσσάρων ετών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, επιτρέπεται: - η κατασκευή και η θέση σε λειτουργία των εγκαταστάσεων, - η διάθεση στην αγορά των υποσυστημάτων και των κατασκευαστικών στοιχείων ασφαλείας, που συμφωνούν με τις ρυθμίσεις που ισχύουν κατά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του παρόντος. Άρθρο 21 Υποχρεώσεις ελεγχομένων Οι ελεγχόμενοι, σύμφωνα με το παρόν διάταγμα, υπεύθυνοι οφείλουν να παραδίδουν χωρίς αντάλλαγμα, μετά από σχετική έγγραφη απόδειξη παραλαβής του εντεταλμένου γιά τον έλεγχο οργάνου, ένα ή περισσότερα δείγματα του προϊόντος που πρόκειται να ελεγχθεί. Οφείλουν επίσης να επιτρέπουν στα εντεταλμένα όργανα την είσοδο στους χώρους πώλησης, αποθήκευσης ή λειτουργίας και να θέτουν στη διάθεσή τους οποιοδήποτε στοιχείο τους ζητηθεί, που έχει σχέση με την κατασκευή, προέλευση ή λειτουργία των ελεγχομένων αντικειμένων. Τα προϊόντα που ελέγχονται, επιστρέφονται εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος στον ιδιοκτήτη τους, μαζί με σχετική έκθεση του διενεργήσαντος τον έλεγχο. Εφόσον γιά τον έλεγχο προβλέπεται η διενέργεια καταστρεπτικών δοκιμών, τα ανωτέρω προϊόντα δεν επιστρέφονται και καταβάλλεται αποζημίωση στον ιδιοκτήτη τους ίση μέχρι την αξία κτήσεως των δειγμάτων. Άρθρο 22 Κυρώσεις Σε οποιονδήποτε διαθέτει, κατασκευάζει ή χρησιμοποιεί εγκαταστάσεις ή μέρη αυτών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος και δεν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις, επιβάλλεται από την αρμόδια υπηρεσία πρόστιμο από 1.000 Ευρώ μέχρι 50.000 Ευρώ. Σε περίπτωση υποτροπής το επιβληθέν πρόστιμο διπλασιάζεται. Τα πρόστιμα επιβάλλονται με δεόντως αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, ύστερα από εισήγηση της αρμόδιας υπηρεσίας εφαρμογής του παρόντος. Όταν διαπιστώνεται ότι οι ελεγχόμενες εγκαταστάσεις ή μέρη αυτών, μπορεί να δημιουργήσουν κινδύνους γιά την ασφάλεια των χρηστών, με την ίδια απόφαση μπορεί να επιβάλλονται διορθωτικές ενέργειες, να αποσύρονται ή να περιορίζεται η διάθεση στην αγορά ή λειτουργία των ως άνω ελαττωματικών εγκαταστάσεων ή μερών. Οι ανωτέρω αποφάσεις που συνεπάγονται περιορισμούς, όσον αφορά τη διάθεση στην αγορά ή/και τη θέση σε λειτουργία εγκατάστασης ή προϊόντος αιτιολογούνται. Οι εν λόγω αποφάσεις κοινοποιούνται επί αποδείξει στον ενδιαφερόμενο το συντομότερο δυνατό, ο οποίος συγχρόνως ενημερώνεται σχετικά με τα ένδικα μέσα τα οποία μπορεί να ασκήσει και με τις προθεσμίες εντός των οποίων τα ένδικα αυτά μέσα μπορεί να ασκηθούν. Κατά της απόφασης επιβολής προστίμου ή περιορισμών είναι δυνατή εντός τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίησή της στον οφειλέτη, η άσκηση προσφυγής ενώπιον του Υπουργού Ανάπτυξης, ο οποίος ελέγχει την προσβαλλόμενη απόφαση και εκδίδει την απόφασή του εντός εξήντα (60) ημερών από της υποβολής της προσφυγής σε αυτόν. Τα ανωτέρω πρόστιμα βεβαιώνονται και εισπράττονται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί δημοσίων εσόδων, βάσει χρηματικών καταλόγων που συντάσσονται και αποστέλλονται από την αρμόδια υπηρεσία στο Δημόσιο Ταμείο στο οποίο υπάγεται ο οφειλέτης και αποτελούν έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού. Οι χρηματικοί κατάλογοι δεν αποστέλλονται στο Δημόσιο Ταμείο γιά βεβαίωση πριν παρέλθει η αναφερόμενη παραπάνω προθεσμία και η εμπρόθεσμη προσφυγή αναστέλλει τη βεβαίωση μέχρι την έκδοση της απόφασης του Υπουργού επί της προσφυγής. Άρθρο 23 Προσαρτώνται και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος τα κατωτέρω παραρτήματα: ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι ΥΠΟΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ Για τους σκοπούς του παρόντος διατάγματος, μια εγκατάσταση υποδιαιρείται στις δομικές κατασκευές και στα υποσυστήματα που απαριθμούνται κατωτέρω, όπου πρέπει να λαμβάνονται εκάστοτε υπόψη η εκμεταλλευσιμότητα και η συντηρησιμότητα: 1.Συρματόσχοινα και συνδέσεις συρματόσχοινων. 2.Μετάδοση κίνησης και πέδηση. 3.Μηχανικά συστήματα. 3.1. Όργανα τάνυσης των συρματόσχοινων. 3.2. Μηχανισμοί των σταθμών. 3.3. Μηχανικά συστήματα γραμμής. 4.Οχήματα. 4.1. Θάλαμοι, καθίσματα ή μηχανισμοί αφελκύσεως. 4.2. Φορεία. 4.3. Τροχαλίες. 4.4. Συνδέσεις με το συρματόσχοινο. 5.Ηλεκτροτεχνικές εγκαταστάσεις. 5.1. Συστήματα χειρισμού, ελέγχου και ασφαλείας. 5.2. Εγκαταστάσεις επικοινωνίας και πληροφοριών. 5.3. Διατάξεις αλεξικέραυνου. 6.Ορεινές εγκαταστάσεις. 6.1. Σταθερές ορεινές εγκαταστάσεις. 6.2. Κινητές ορεινές εγκαταστάσεις. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ 1.Αντικείμενο Το παρόν Παράρτημα ορίζει τις βασικές απαιτήσεις που ισχύουν για το σχεδιασμό, την κατασκευή και τη θέση σε λειτουργία, καθώς και την εκμεταλλευσιμότητα και συντηρησιμότητα των εγκαταστάσεων, οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 5 του παρόντος διατάγματος. 2.Γενικές απαιτήσεις 2.1. Ασφάλεια προσώπων. Η ασφάλεια των επιβατών, των εργαζομένων και των τρίτων είναι θεμελιώδης απαίτηση για το σχεδιασμό, την κατασκευή και τη λειτουργία των εγκαταστάσεων. 2.2. Αρχές ασφαλείας. Όσον αφορά το σχεδιασμό, την κατασκευή, την εκμετάλλευση και τη συντήρηση όλων των εγκαταστάσεων, πρέπει να εφαρμόζονται οι ακόλουθες αρχές κατά την ακόλουθη τάξη: - εξάλειψη ή, ελλείψει, μείωση των κινδύνων, μέσω διατάξεων σχεδιασμού και κατασκευής, - καθορισμός και λήψη των αναγκαίων μέτρων προστασίας έναντι των κινδύνων που δεν δύνανται να εξαλειφθούν μέσω των διατάξεων σχεδιασμού και κατασκευής, - καθορισμός και αναγγελία των προφυλάξεων που πρέπει να λαμβάνονται για την αποφυγή των κινδύνων που δεν κατέστη δυνατόν να εξαλειφθούν πλήρως, μέσω των διατάξεων και μέτρων που αναφέρονται στην πρώτη και τη δεύτερη περίπτωση. 2.3. Συνυπολογισμός των εξωτερικών περιορισμών. Όλες οι εγκαταστάσεις με συρματόσχοινα πρέπει να σχεδιάζονται και να κατασκευάζονται κατά τρόπον ώστε η εκμετάλλευσή τους να μπορεί να γίνεται με ασφάλεια, λαμβάνοντας υπόψη τον τύπο της εγκατάστασης, τα χαρακτηριστικά του εδάφους του περιβάλλοντος, τις ατμοσφαιρικές και μετεωρολογικές συνθήκες και τα ενδεχόμενα επίγεια και εναέρια τεχνικά έργα και εμπόδια που ευρίσκονται πλησίον. 2.4. Διαστασιολόγηση. Η εγκατάσταση, τα υποσυστήματα και όλα τα κατασκευαστικά στοιχεία της που αφορούν την ασφάλεια πρέπει να διαστασιολογούνται, να σχεδιάζονται και να υλοποιούνται ούτως ώστε να αντέχουν με επαρκή ασφάλεια στις καταπονήσεις που αντιστοιχούν σε όλες τις προβλέψιμες συνθήκες εκμετάλλευσης, ακόμη και εκτός εκμετάλλευσης, λαμβανομένων υπόψη, κυρίως, των εξωτερικών ενεργειών, των δυναμικών αποτελεσμάτων και των φαινομένων κόπωσης, σύμφωνα με τους κανόνες της τεχνικής, ιδίως όσον αφορά την επιλογή των υλικών. 2.5. Συναρμολόγηση. 2.5.1. Η εγκατάσταση, τα υποσυστήματα και όλα τα κατασκευαστικά στοιχεία ασφαλείας, πρέπει να σχεδιάζονται και να κατασκευάζονται κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται η συναρμολόγησή τους και η εγκατάστασή τους με ασφάλεια. 2.5.2. Τα κατασκευαστικά στοιχεία ασφαλείας πρέπει να σχεδιάζονται ούτως ώστε να είναι αδύνατο να γίνει λάθος κατά τη συναρμολόγηση, είτε λόγω της κατασκευής τους, είτε μέσω καταλλήλων επισημάνσεων επ αυτών των κατασκευαστικών στοιχείων ασφαλείας. 2.6. Ακεραιότητα της εγκατάστασης. 2.6.1. Τα κατασκευαστικά στοιχεία ασφαλείας πρέπει να έχουν σχεδιασθεί, κατασκευασθεί και να μπορούν να χρησιμοποιούνται κατά τρόπον ώστε να διασφαλίζεται, σε κάθε περίπτωση, η λειτουργική ακεραιότητά τους και/ή η ασφάλεια της εγκατάστασης, όπως ορίζεται στην ανάλυση ασφαλείας που αναφέρεται στο Παράρτημα ΙΙΙ, ώστε να υπάρχουν μηδαμινές πιθανότητες αστοχίας και με επαρκές περιθώριο ασφαλείας. 2.6.2. Ο σχεδιασμός και η κατασκευή της εγκατάστασης πρέπει να γίνονται κατά τρόπο ώστε κατά την εκμετάλλευσή της, κάθε αστοχία ενός κατασκευαστικού στοιχείου, η οποία ενδέχεται να επηρεάσει την ασφάλεια, έστω και έμμεσα, να προκαλεί την έγκαιρη εφαρμογή καταλλήλου μέτρου. 2.6.3. Οι διασφαλίσεις που αναφέρουν τα σημεία 2.6.1 και 2.6.2, πρέπει να εφαρμόζονται καθ όλο το χρονικό διάστημα μεταξύ δύο προγραμματισμένων επαληθεύσεων του συγκεκριμένου κατασκευαστικού στοιχείου. Τα χρονικά διαστήματα μεταξύ των επαληθεύσεων των κατασκευαστικών στοιχείων ασφαλείας πρέπει να καθορίζονται σαφώς στο φυλλάδιο οδηγιών. 2.6.4. Τα κατασκευαστικά στοιχεία ασφαλείας που ενσωματώνονται προς αντικατάσταση άλλων στην εγκατάσταση, πρέπει να πληρούν τόσο τις βασικές απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας, όσο και τους όρους καλής αλληλεπίδρασης με τα άλλα κατασκευαστικά στοιχεία της εγκατάστασης. 2.6.5. Πρέπει να λαμβάνονται μέτρα ώστε να μην τίθεται σε κίνδυνο η ασφάλεια των μεταφερομένων προσώπων και του προσωπικού, λόγω των συνεπειών πυρκαγιάς στην εγκατάσταση. 2.6.6. Πρέπει να λαμβάνονται ιδιαίτερα μέτρα για την προστασία των εγκαταστάσεων και των προσώπων από συνέπειες κεραυνών. 2.7. Συστήματα ασφαλείας. 2.7.1. Κάθε ελάττωμα που εμφανίζεται στην εγκατάσταση και που ενδέχεται να συνεπάγεται αστοχία εις βάρος της ασφάλειας πρέπει, εφόσον είναι δυνατό, να ανιχνεύεται, να επισημαίνεται και να υφίσταται επεξεργασία από διάταξη ασφαλείας. Το αυτό ισχύει για κάθε εξωτερικό γεγονός, προβλέψιμο υπό κανονικές συνθήκες, το οποίο ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια. 2.7.2. Η εγκατάσταση πρέπει να μπορεί να σταματήσει με χειροκίνητο σύστημα ανά πάσα στιγμή. 2.7.3. Μετά από στάση που έχει επιφέρει ένα σύστημα ασφαλείας, η εγκατάσταση δεν πρέπει να είναι δυνατόν να τεθεί πάλι σε λειτουργία χωρίς να έχουν ληφθεί τα ενδεδειγμένα για την κατάσταση μέτρα. 2.8. Συντηρησιμότητα. Οι εγκαταστάσεις πρέπει να είναι σχεδιασμένες και κατασκευασμένες κατά τρόπο που να επιτρέπει να εκτελούνται με ασφάλεια οι εργασίες συντήρησης και επισκευών, είτε είναι τακτικές, είτε έκτακτες. 2.9. Οχλήσεις. Η εγκατάσταση πρέπει να έχει σχεδιασθεί και κατασκευασθεί ούτως ώστε οι εσωτερικές και εξωτερικές οχλήσεις που οφείλονται σε εκπομπές αερίων ρύπων, θόρυβο ή δονήσεις, να ευρίσκονται εντός των προβλεπομένων ορίων. 3.Απαιτήσεις σχετικά με τις δομικές κατασκευές. 3.1. Χάραξη, ταχύτητα, απόσταση των οχημάτων. 3.1.1. Η εγκατάσταση πρέπει να έχει σχεδιασθεί ώστε να λειτουργεί με ασφάλεια, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών του εδάφους και του περιβάλλοντος, των ατμοσφαιρικών και μετεωρολογικών συνθηκών και των ενδεχομένων επίγειων και εναέριων τεχνικών έργων και εμποδίων που ευρίσκονται πλησίον, κατά τρόπο ώστε να μην τα παρεμποδίζει ή να τα θέτει σε κίνδυνο, υπό όλες τις συνθήκες εκμετάλλευσης, συντήρησης ή εκκένωσης των προσώπων. 3.1.2. Πρέπει να προβλέπεται, πλαγίως και κατακορύφως, επαρκής απόσταση μεταξύ των οχημάτων, συστημάτων ρυμούλκησης, διαδρόμων κύλησης, συρματοσχοίνων κ.λπ. και των ενδεχομένων γειτνιαζόντων επίγειων ή εναέριων τεχνικών έργων και εμποδίων, λαμβανομένων υπόψη των κατακόρυφων διαμήκων και πλάγιων μετακινήσεων των συρματοσχοίνων και των οχημάτων ή των συστημάτων ρυμούλκησης, υπό τις πλέον δυσμενείς συνθήκες εκμετάλλευσης, που δύνανται να προβλεφθούν. 3.1.3. Κατά τον υπολογισμό του μεγίστου ύψους των οχημάτων από το έδαφος, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη το είδος της εγκατάστασης, ο τύπος των οχημάτων και οι τρόποι διάσωσης. Πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη, στην περίπτωση των ανοικτών οχημάτων, οι κίνδυνοι πτώσης καθώς και οι ψυχολογικοί παράγοντες σε σχέση με το ύψος της διέλευσης από το έδαφος. 3.1.4. Η μέγιστη ταχύτητα των οχημάτων ή των συστημάτων ρυμούλκησης, η ελάχιστη απόσταση μεταξύ τους, καθώς και οι επιδόσεις τους ως προς την επιτάχυνση και την πέδηση, πρέπει να έχουν επιλεγεί κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η ασφάλεια των προσώπων και της λειτουργίας της εγκατάστασης. 3.2. Σταθμοί και τεχνικά έργα της γραμμής. 3.2.1. Οι σταθμοί και τα τεχνικά έργα της γραμμής πρέπει να έχουν σχεδιασθεί, κατασκευασθεί και να είναι εξοπλισμένα, ούτως ώστε να είναι ευσταθή. Πρέπει να επιτρέπουν ασφαλή οδήγηση των συρματοσχοίνων, των οχημάτων και του εξοπλισμού ρυμούλκησης και να μπορούν να συντηρούνται με πλήρη ασφάλεια, ανεξαρτήτως των συνθήκων εκμετάλλευσης, που θα ήταν δυνατόν να προκύψουν. 3.2.2. Οι χώροι επιβίβασης και αποβίβασης της εγκατάστασης πρέπει να είναι διαμορφωμένοι κατά τρόπο ώστε να είναι δυνατή η ασφαλής κυκλοφορία των οχημάτων, του εξοπλισμού ρυμούλκησης και των προσώπων. Ειδικότερα, η κίνηση των οχημάτων και των εξαρτήσεων στους σταθμούς πρέπει να είναι δυνατόν να διεξάγεται χωρίς κινδύνους για τα πρόσωπα, λαμβάνοντας υπόψη την ενδεχόμενη ενεργή συμμετοχή τους. 4.Απαιτήσεις σχετικά με τα συρματόσχοινα, τους μηχανισμούς μετάδοσης κίνησης και την πέδηση, καθώς και τις μηχανικές και ηλεκτρικές εγκαταστάσεις. 4.1. Συρματόσχοινα και στηρίγματά τους. 4.1.1. Πρέπει να λαμβάνεται κάθε αναγκαίο μέτρο, σύμφωνα με τις ορθές τεχνικές πρακτικές, ώστε: - να εμποδίζεται η θραύση των συρματοσχοίνων και των σημείων στήριξής τους, - να διασφαλίζονται οι ελάχιστες και οι μέγιστες τιμές της καταπόνησής τους, - να εξασφαλίζεται η ασφάλειά τους στα στηρίγματα και να εμποδίζεται ο εκτροχιασμός τους, - να είναι δυνατή η επιτήρησή τους. 4.1.2. Όταν δεν είναι δυνατό να αποφεύγεται οιοσδήποτε κίνδυνος εκτροχιασμού των συρματοσχοίνων, πρέπει να λαμβάνονται μέτρα ούτως ώστε να εξασφαλίζεται η σύλληψη των συρματοσχοίνων και η στάση της εγκατάστασης χωρίς κίνδυνο για τα πρόσωπα σε περίπτωση εκτροχιασμού. 4.2. Μηχανικές εγκαταστάσεις. 4.2.1. Ο μηχανισμός μετάδοσης κίνησης. Η εγκατάσταση πρέπει να κινείται με κινητήρα και μηχανισμό, των οποίων οι επιδόσεις και οι δυνατότητες λειτουργίας να προσαρμόζονται στις διάφορες καταστάσεις και στους τρόπους εκμετάλλευσης. 4.2.2. Εφεδροβοηθητική μετάδοση της κίνησης. Η εγκατάσταση πρέπει επίσης να έχει και εφεδροβοηθητική μετάδοση της κίνησης, με πηγή ενεργείας η οποία είναι ανεξάρτητη από την πηγή ενεργείας του βασικού κινητήρα, εκτός εάν η ανάλυση ασφαλείας αποδείξει ότι, για την εξασφάλιση εύκολης, γρήγορης και ασφαλούς εκκένωσης των προσώπων από την εγκατάσταση, ιδίως δε από τα οχήματα ή εξαρτήσεις, δεν απαιτείται βοηθητική μετάδοση της κίνησης. 4.2.3. Πέδηση 4.2.3.1. Η στάση της εγκατάστασης και/ή των οχημάτων πρέπει, σε περίπτωση ανάγκης, να γίνεται καθ οιανδήποτε στιγμή και υπό τις πλέον δυσμενείς συνθήκες φορτίου, καθώς και να εξασφαλίζεται η πρόσφυση στην τροχαλία κατά τη διάρκεια της εκμετάλλευσης. Η απόσταση στάσης πρέπει να είναι η μικρότερη που χρειάζεται για την ασφάλεια της εγκατάστασης. 4.2.3.2. Οι τιμές επιβράδυνσης πρέπει να κυμαίνονται μεταξύ δεόντως υπολογισμένων ορίων, κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η ασφάλεια των προσώπων, καθώς και η καλή συμπεριφορά των οχημάτων, των συρματοσχοίνων και των άλλων μερών της εγκατάστασης. 4.2.3.3. Σε όλες τις εγκαταστάσεις, η πέδηση επιτυγχάνεται με δύο ή περισσότερα συστήματα, τα οποία είναι δυνατόν, το καθένα, να προκαλέσουν τη στάση και τα οποία συνδυάζονται κατά τρόπο ώστε να αντικαθιστούν αυτομάτως το εν ενεργεία σύστημα, όταν η αποτελεσματικότητά του καθίσταται ανεπαρκής. Το τελευταίο σύστημα πέδησης του συρματοσχοίνου έλξης πρέπει να ενεργεί άμεσα επί της τροχαλίας κίνησης. Οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση τελεσκί. 4.2.3.4. Η εγκατάσταση πρέπει να διαθέτει ένα αποτελεσματικό σύστημα στάσης και ακινητοποίησης, το οποίο να προλαμβάνει κάθε άκαιρη επανεκκίνηση. 4.3. Όργανα χειρισμού. Τα συστήματα χειρισμού πρέπει να έχουν σχεδιασθεί και κατασκευασθεί ούτως ώστε να είναι ασφαλή και αξιόπιστα, να ανθίστανται στις συνήθεις καταπονήσεις λειτουργίας, στις εξωτερικές επιδράσεις, όπως η υγρασία, η ακραία θερμοκρασία και οι ηλεκτρονικές διαταραχές, και να μην δημιουργούν επικίνδυνες καταστάσεις, ακόμη και σε περίπτωση σφαλμάτων στους ελιγμούς. 4.4. Όργανα επικοινωνίας. Οι υπάλληλοι, οι εντεταλμένοι για το χειρισμό της εγκατάστασης πρέπει να δύνανται να επικοινωνούν μεταξύ τους διαρκώς με ενδεδειγμένα μέσα και, σε περίπτωση ανάγκης, να ενημερώνουν τους χρήστες. 5.Οχήματα και συστήματα έλξης. 5.1 Τα οχήματα και/ή τα συστήματα έλξης πρέπει να είναι σχεδιασμένα και διαμορφωμένα κατά τρόπο ώστε, υπό προβλέψιμες συνθήκες χρήσης, κανένα πρόσωπο να μην δύναται να πέσει από αυτά και να μην διατρέχει κανένα άλλο κίνδυνο. 5.2. Οι βραχίονες πρόσδεσης των οχημάτων και των συστημάτων έλξης πρέπει να έχουν τις κατάλληλες διαστάσεις και να έχουν κατασκευασθεί κατά τρόπο ώστε, υπό τις πλέον δυσμενείς συνθήκες: - να μην προκαλούν ζημίες στο συρματόσχοινο, - να μην γλιστρούν, εκτός αν η ολίσθηση δεν έχει ουσιαστική επίδραση στην ασφάλεια του οχήματος, του συστήματος έλξης και της εγκατάστασης. 5.3. Οι θύρες των οχημάτων (ανοικτοί και κλειστοί θαλαμίσκοι), πρέπει να έχουν σχεδιαστεί και κατασκευαστεί έτσι ώστε να μπορούν να κλείνουν και να μανδαλώνουν. Το δάπεδο και τα τοιχώματα των οχημάτων αυτών πρέπει να είναι σχεδιασμένα και κατασκευασμένα ούτως ώστε να ανθίστανται στο βάρος και στην καταπόνηση από τους χρήστες, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. 5.4. Εάν, για την ασφάλεια της εκμετάλλευσης, απαιτείται η παρουσία υπαλλήλου στο όχημα, το όχημα πρέπει να είναι εφοδιασμένο με εξοπλισμούς που να του επιτρέπουν να επιτελεί τα καθήκοντά του. 5.5. Τα οχήματα και/ή τα συστήματα έλξης, και ιδίως οι αναρτήσεις τους, πρέπει να είναι σχεδιασμένα και διαμορφωμένα κατά τρόπο ώστε να υπάρχει εγγύηση της ασφάλειας των εργαζομένων οι οποίοι επεμβαίνουν, τηρώντας τους κατάλληλους κανόνες και υποδείξεις. 5.6. Στην περίπτωση οχημάτων που φέρουν αποζεύξιμους βραχίονες πρόσδεσης, πρέπει να λαμβάνεται κάθε μέτρο για τη στάση, από την αναχώρηση, χωρίς ζημίες για τους χρήστες, ενός οχήματος του οποίου η ζεύξη του βραχίονα πρόσδεσης στο συρματόσχοινο είναι εσφαλμένη και, κατά την άφιξη, ενός οχήματος του οποίου η απόζευξη του βραχίονα πρόσδεσης δεν έχει πραγματοποιηθεί. 5.7. Τα οχήματα των σχοινοσιδηροδρόμων ή των εναερίων θαλάμων με δύο καλώδια, όπου το επιτρέπει το είδος της εγκατάστασης, πρέπει να είναι εφοδιασμένα με σύστημα αυτόματης πέδησης με επενέργεια επί της τροχιάς, στις περιπτώσεις όπου δεν μπορεί ευλόγως να αποκλεισθεί η πιθανότητα θραύσης του καλωδίου έλξης. 5.8. Στις περιπτώσεις όπου δεν είναι δυνατό να αποφευχθεί κάθε κίνδυνος εκτροχιασμού του οχήματος με τη λήψη άλλων μέτρων, το όχημα πρέπει να εφοδιάζεται με σύστημα κατά του εκτροχιασμού, που θα επιτρέπει την ακινητοποίησή του χωρίς κίνδυνο για τα πρόσωπα. 6.Εξοπλισμός για τους χρήστες. Η πρόσβαση στο χώρο επιβίβασης και η αναχώρηση από το χώρο αποβίβασης, καθώς και η επιβίβαση και αποβίβαση των χρηστών, πρέπει να είναι οργανωμένες κατά τρόπο ώστε, λαμβανομένης υπόψη της κυκλοφορίας και στάθμευσης των οχημάτων, να εξασφαλίζεται η ασφάλεια των προσώπων, ιδίως σε μέρη όπου υπάρχει κίνδυνος πτώσης. Πρέπει να είναι δυνατή η ασφαλής χρησιμοποίηση των εγκαταστάσεων από παιδιά και από άτομα μειωμένης κινητικότητας, όταν η εγκατάσταση περιλαμβάνει και τη μεταφορά αυτών των προσώπων. 7.Εκμεταλλευσιμότητα. 7.1. Ασφάλεια. 7.1.1. Πρέπει να λαμβάνονται οι τεχνικές ρυθμίσεις και μέτρα ούτως ώστε η εγκατάσταση να μπορεί να χρησιμοποιείται σύμφωνα με τον προορισμό της και με τις τεχνικές προδιαγραφές της, καθώς και σύμφωνα με τις καθορισμένες συνθήκες χρήσης ούτως ώστε να είναι δυνατό να τηρούνται οι υποδείξεις για τη διατήρηση και την ασφάλεια της εκμετάλλευσης. Το φυλλάδιο οδηγιών και οι αντίστοιχες υποδείξεις πρέπει να συντάσσονται στην ή στις επίσημες γλώσσες της Κοινότητας, οι οποίες πρέπει να καθορίζονται σύμφωνα με τη συνθήκη, από το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου έχει κατασκευασθεί η εγκατάσταση. 7.1.2. Τα πρόσωπα, τα οποία έχουν την ευθύνη του χειρισμού της εγκατάστασης, πρέπει να έχουν τα δέοντα προσόντα και να έχουν στη διάθεσή τους τα κατάλληλα υλικά. 7.2. Ασφάλεια σε περίπτωση στάσης της εγκατάστασης. Σε περίπτωση στάσης της εγκατάστασης, χωρίς δυνατότητα ταχείας επαναφοράς σε λειτουργία, πρέπει να προβλέπονται όλες οι τεχνικές ρυθμίσεις και μέτρα ώστε οι χρήστες να δύνανται να οδηγηθούν σε ασφαλές μέρος, εντός χρονικού διαστήματος ανάλογου με το είδος της εγκατάστασης και το περιβάλλον όπου βρίσκεται. 7.3. Άλλα ιδιαίτερα μέτρα ασφαλείας. 7.3.1. Θέσεις οδήγησης και εργασίας. Τα κινητά στοιχεία, στα οποία υπό κανονικές συνθήκες υπάρχει πρόσβαση στους σταθμούς, πρέπει να είναι σχεδιασμένα, κατασκευασμένα και να λειτουργούν κατά τρόπο ώστε να αποφεύγονται οι κίνδυνοι ή, εφόσον οι κίνδυνοι παραμένουν, να είναι εφοδιασμένα με προστατευτικά συστήματα, ούτως ώστε να προλαμβάνεται κάθε άμεση επαφή που θα ήταν δυνατόν να συνεπάγεται ατύχημα. Τα συστήματα αυτά δεν πρέπει να αφαιρούνται εύκολα ή να καθίστανται ανενεργά. 7.3.2. Κίνδυνοι πτώσης Οι θέσεις και ζώνες εργασίας ή επέμβασης, ακόμα και περιστασιακές, καθώς και η πρόσβαση σε αυτές, πρέπει να είναι σχεδιασμένες και διαμορφωμένες κατά τρόπο ώστε να αποφεύγεται η πτώση προσώπων που χρειάζεται να εργασθούν ή να κυκλοφορήσουν εκεί. Εάν η διαμόρφωση αυτή δεν είναι επαρκής, οι θέσεις εργασίας πρέπει να είναι επίσης εφοδιασμένες με σημεία αγκύρωσης για τους ατομικούς εξοπλισμούς προστασίας κατά την πτώση. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ ΑΝΑΛΥΣΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ Η ανάλυση ασφαλείας που απαιτείται για κάθε εγκατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 5 της παρούσας οδηγίας, πρέπει να λαμβάνει υπόψη κάθε προβλεπόμενο τρόπο λειτουργίας. Η ανάλυση πρέπει να γίνεται σύμφωνα με μια αναγνωρισμένη ή καθιερωμένη μέθοδο και σ αυτήν να λαμβάνονται υπόψη οι κανόνες της τεχνολογίας και η περιπλοκότητα της εξεταζομένης εγκατάστασης. Σκοπός είναι επίσης να εξασφαλισθεί ότι στο σχεδιασμό και την υλοποίηση της σκοπούμενης εγκατάστασης, θα συνυπολογίζονται οι τοπικές περιβαλλοντικές και οι πλέον αντίξοες συνθήκες προκειμένου να εξασφαλίζονται ικανοποιητικές συνθήκες ασφαλείας. Η εν λόγω ανάλυση αφορά ιδίως τα συστήματα ασφαλείας και τα αποτελέσματά τους στην εγκατάσταση και τα συναφή υποσυστήματα που ενεργοποιούνται από αυτά, ώστε: - να έχουν τη δυνατότητα να αντιδρούν στην πρώτη ανιχνευόμενη βλάβη ή αστοχία, ούτως ώστε να παραμένουν σε κατάσταση διατήρησης της ασφαλείας, είτε σε κατάσταση υποβαθμισμένης λειτουργίας, είτε σε στάση («fail safe»), ή - να τηρούν την αρχή της πλεοναστικότητας (redundancy) και να επιτηρούνται, ή - να έχουν χαρακτηριστικά τέτοια ώστε η πιθανότητα αστοχίας τους να είναι δυνατό να εκτιμηθεί και το επίπεδό της να είναι συγκρίσιμο με το επίπεδο που επιτυγχάνουν τα συστήματα ασφαλείας που ανταποκρίνονται στα κριτήρια που αναφέρονται στην πρώτη και στη δεύτερη περίπτωση. Η ανάλυση ασφαλείας χρησιμοποιείται για να καταρτισθεί απογραφή των κινδύνων και των επικινδύνων καταστάσεων που απαριθμούνται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας και για να καθοριστεί ο κατάλογος των κατασκευαστικών στοιχείων ασφαλείας που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου. Τα αποτελέσματα της ανάλυσης αυτής πρέπει να συνοψίζονται σε έκθεση ασφαλείας. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙV ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ: ΔΗΛΩΣΗ «ΕΚ» ΠΙΣΤΟΤΗΤΑΣ Το παρόν Παράρτημα εφαρμόζεται στα κατασκευαστικά στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 5 του παρόντος διατάγματος, προκειμένου να αποδειχθεί ότι πληρούν τις οικείες βασικές απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 του παρόντος και οι οποίες ορίζονται στο Παράρτημα ΙΙ. Η δήλωση «ΕΚ» πιστότητας και τα συνοδευτικά έγγραφα πρέπει να φέρουν ημερομηνία και υπογραφή. Η δήλωση αυτή πρέπει να συντάσσεται στην ίδια ή στις ίδιες γλώσσες με το φυλλάδιο οδηγιών που αναφέρεται στο Παράρτημα ΙΙ σημείο 7.1.1. Η δήλωση αυτή πρέπει να συμπεριλαμβάνει το ακόλουθα στοιχεία: - τα στοιχεία του παρόντος διατάγματος, - το όνομα, την εμπορική επωνυμία και την πλήρη διεύθυνση του κατασκευαστή ή του εγκατεστημένου στην Κοινότητα εντολοδόχου του. Σε περίπτωση εντολοδόχου, να αναφέρεται επίσης το όνομα, η εταιρική επωνυμία και η πλήρης διεύθυνση του κατασκευαστή, - περιγραφή του κατασκευαστικού στοιχείου (μάρκα, τύπος κ.λπ.), - αναφορά της διαδικασίας που τηρήθηκε για τη δήλωση της πιστότητας (άρθρο 7 της παρούσας οδηγίας), - κάθε σχετική διάταξη, στην οποία ανταποκρίνεται το κατασκευαστικό στοιχείο, και ιδιαίτερα οι διατάξεις όσον αφορά τη χρήση, - την ονομασία και τη διεύθυνση του (των) κοινοποιημένου(-ων) οργανισμού(-ών), ο (οι) οποίος(-οι) συμμετείχε (-αν) στη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την πιστότητα, καθώς και την ημερομηνία του πιστοποιητικού εξέτασης «ΕΚ», ενδεχομένως, με τη διάρκεια και τους όρους ισχύος του πιστοποιητικού, - ενδεχομένως, τα στοιχεία των εναρμονισμένων προτύπων που χρησιμοποιήθηκαν ως αναφορά, - τα στοιχεία ταυτότητας του υπογράφοντος, ο οποίος έχει εξουσιοδοτηθεί να δεσμεύει τον κατασκευαστή ή τον εγκαταστημένο στην Κοινότητα εντολοδόχο του. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ: ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΟΤΗΤΑΣ 1.Πεδίο εφαρμογής Το παρόν παράρτημα εφαρμόζεται στα κατασκευαστικά στοιχεία ασφαλείας, με σκοπό να εξακριβωθεί η τήρηση των βασικών απαιτήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 του παρόντος και οι οποίες ορίζονται στο Παράρτημα ΙΙ. Αφορά την αξιολόγηση, από κοινοποιημένο(-ους) οργανισμό(-ούς), της εγγενούς πιστότητας ενός κατασκευαστικού στοιχείου, εξεταζομένου μεμονωμένα, προς τις τεχνικές προδιαγραφές τις οποίες πρέπει να τηρεί. 2.Περιεχόμενο των διαδικασιών Οι διαδικασίες αξιολόγησης, τις οποίες ακολουθούν οι κοινοποιημένοι οργανισμοί, τόσο κατά το στάδιο του σχεδιασμού, όσο και της παραγωγής, βασίζονται στις ενότητες που ορίζονται στην απόφαση 93/465/ΕΟΚ του Συμβουλίου σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που αναφέρει ο κατωτέρω πίνακας. Οι λύσεις που αναγράφονται στον πίνακα αυτό θεωρούνται ως ισοδύναμες και μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατ επιλογή του κατασκευαστή. ΕΝΟΤΗΤΑ Β: ΕΞΕΤΑΣΗ «ΕΚ ΤΥΠΟΥ» 1.Η ενότητα αυτή περιγράφει το τμήμα εκείνο της διαδικασίας, με το οποίο ένας κοινοποιημένος οργανισμός διαπιστώνει και βεβαιώνει ότι ένα δείγμα, αντιπροσωπευτικό της σχετικής παραγωγής, πληροί τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος. 2.Η αίτηση εξέτασης «ΕΚ τύπου» υποβάλλεται από τον κατασκευαστή ή τον εγκατεστημένο στην Κοινότητα εντολοδόχο του, σε έναν κοινοποιημένο οργανισμό της εκλογής του. Η αίτηση πρέπει να περιλαμβάνει: - το όνομα και τη διεύθυνση του κατασκευαστή και, εφόσον η αίτηση υποβάλλεται από τον εντολοδόχο, το όνομα και τη διεύθυνση του εντολοδόχου αυτού, - γραπτή δήλωση ότι η ίδια αίτηση δεν έχει υποβληθεί σε άλλο κοινοποιημένο οργανισμό, - τον τεχνικό φάκελο που περιγράφεται στο σημείο 3. Ο αιτών θέτει στη διάθεση του κοινοποιημένου οργανισμού ένα δείγμα, αντιπροσωπευτικό της εν λόγω παραγωγής, το οποίο στο εξής ονομάζεται «τύπος». Ο κοινοποιημένος οργανισμός μπορεί να ζητάει και άλλα δείγματα, εφόσον αυτό απαιτείται για τη διεξαγωγή του προγράμματος δοκιμών. 3.Ο τεχνικός φάκελος πρέπει να επιτρέπει την αξιολόγηση της συμμόρφωσης του κατασκευαστικού στοιχείου προς τις απαιτήσεις του παρόντος. Πρέπει να καλύπτει, στο βαθμό που αυτό απαιτείται για την αξιολόγηση, το σχεδιασμό, την κατασκευή και τη λειτουργία του κατασκευαστικού στοιχείου. Ο τεχνικός φάκελος περιλαμβάνει, στο βαθμό που αυτό απαιτείται για την αξιολόγηση: - γενική περιγραφή του τύπου, - αρχικά και κατασκευαστικά σχέδια, καθώς και διαγράμματα κατασκευαστικών στοιχείων, υποσυγκροτημάτων, κυκλωμάτων κ.λπ., - τις περιγραφές και εξηγήσεις που είναι αναγκαίες για την κατανόηση των προαναφερομένων σχεδίων και διαγραμμάτων και της λειτουργίας του κατασκευαστικού στοιχείου, - κατάλογο των ευρωπαϊκών προδιαγραφών που αναφέρει το άρθρο 2 παράγραφος 2 του παρόντος, οι οποίες εφαρμόζονται πλήρως ή εν μέρει, καθώς και περιγραφές των λύσεων που υιοθετούνται για να πληρωθούν οι βασικές απαιτήσεις, στην περίπτωση που δεν υπάρχουν οι προδιαγραφές που αναφέρει το άρθρο 2 παράγραφος 2 του παρόντος, - τα αποτελέσματα των πραγματοποιηθέντων υπολογισμών σχεδιασμού, των διενεργηθεισών εξετάσεων κ.λπ., - τις εκθέσεις δοκιμών. Πρέπει επίσης να αναφέρει τον τομέα χρησιμοποίησης του κατασκευαστικού στοιχείου. 4.Ο κοινοποιημένος οργανισμός: 4.1. εξετάζει τον τεχνικό φάκελο, επαληθεύει ότι ο τύπος έχει κατασκευασθεί σύμφωνα με τον τεχνικό φάκελο και προσδιορίζει τα στοιχεία τα οποία σχεδιάσθηκαν σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις των ευρωπαϊκών προδιαγραφών που αναφέρει το άρθρο 2 παράγραφος 2 του παρόντος, καθώς και τα στοιχεία τα οποία σχεδιάσθηκαν χωρίς να εφαρμοσθούν οι σχετικές διατάξεις των εν λόγω ευρωπαϊκών προδιαγραφών. 4.2. διεξάγει ή αναθέτει σε τρίτους τη διεξαγωγή των καταλλήλων ελέγχων και των απαραίτητων δοκιμών ώστε να ελέγξει κατά πόσον οι λύσεις τις οποίες ακολούθησε ο κατασκευαστής πληρούν τις βασικές απαιτήσεις του παρόντος, σε περίπτωση κατά την οποία οι ευρωπαϊκές προδιαγραφές που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 δεν έχουν εφαρμοστεί. 4.3. διεξάγει ή αναθέτει σε τρίτους τη διεξαγωγή των καταλλήλων ελέγχων και των απαραίτητων δοκιμών ώστε να επαληθεύσει, σε περίπτωση που ο κατασκευαστής επέλεξε να εφαρμόσει τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές που ισχύουν για την περίπτωση αυτή, κατά πόσον αυτές έχουν όντως εφαρμοσθεί. 4.4. συμφωνεί με τον αιτούντα για τον τόπο στον οποίο θα διεξαχθούν οι απαραίτητοι έλεγχοι και δοκιμές. 5.Σε περιπτώσεις που ο τύπος πληροί τις διατάξεις του παρόντος, ο κοινοποιημένος οργανισμός χορηγεί στον αιτούντα πιστοποιητικό εξέτασης «ΕΚ τύπου». Το πιστοποιητικό περιέχει το όνομα και τη διεύθυνση του κατασκευαστή, τα συμπεράσματα του ελέγχου, τις προϋποθέσεις και τη διάρκεια ισχύος του πιστοποιητικού και τα απαραίτητα δεδομένα για την αναγνώριση του εγκεκριμένου τύπου. Ο κοινοποιημένος οργανισμός προσαρτά στο πιστοποιητικό κατάλογο των σημαντικών τμημάτων του τεχνικού φακέλου και φυλάσσει αντίγραφο του καταλόγου αυτού. Σε περίπτωση που ο οργανισμός αρνηθεί να χορηγήσει στον κατασκευαστή πιστοποιητικό εξέτασης «ΕΚ τύπου», ο κοινοποιημένος οργανισμός παραθέτει λεπτομερώς τους λόγους της άρνησης αυτής. Πρέπει να προβλέπεται διαδικασία προσφυγής. 6.Ο αιτών ενημερώνει τον κοινοποιημένο οργανισμό, ο οποίος έχει στην κατοχή του τον τεχνικό φάκελο σχετικά με το πιστοποιητικό «ΕΚ τύπου», για οιαδήποτε τροποποίηση του εγκεκριμένου κατασκευαστικού στοιχείου για την οποία πρέπει να χορηγηθεί νέα έγκριση, εφόσον οι τροποποιήσεις αυτές είναι δυνατόν να επηρεάσουν τη συμμόρφωση προς τις βασικές απαιτήσεις ή προς τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις για τη χρήση του κατασκευαστικού στοιχείου. Η νέα αυτή έγκριση χορηγείται υπό μορφή προσθήκης στο αρχικό πιστοποιητικό εξέτασης «ΕΚ τύπου». 7.Κάθε κοινοποιημένος οργανισμός γνωστοποιεί στους άλλους κοινοποιημένους οργανισμούς τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τα πιστοποιητικά εξέτασης «ΕΚ τύπου» και τις προσθήκες που χορηγούνται και ανακαλούνται. 8.Οι λοιποί κοινοποιημένοι οργανισμοί δύνανται να λαμβάνουν αντίγραφα των πιστοποιητικών εξέτασης «ΕΚ τύπου» και/ή των προσθηκών τους. Τα παραρτήματα των πιστοποιητικών φυλάσσονται στη διάθεση των λοιπών κοινοποιημένων οργανισμών. 9.Ο κατασκευαστής ή ο εντολοδόχος του φυλάσσει, μαζί με τον τεχνικό φάκελο, αντίγραφο των πιστοποιητικών εξέτασης «ΕΚ τύπου» και των προσθηκών σε αυτές, για περίοδο τουλάχιστον 30 ετών από την τελευταία ημερομηνία κατασκευής του κατασκευαστικού στοιχείου. Όταν ούτε ο κατασκευαστής ούτε ο εντολοδόχος του δεν είναι εγκατεστημένοι στην Κοινότητα, η υποχρέωση για τη διατήρηση του τεχνικού φακέλου βαρύνει το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για τη διάθεση του κατασκευαστικού στοιχείου στην κοινοτική αγορά. ΕΝΟΤΗΤΑ Δ: ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ 1.Η ενότητα αυτή περιγράφει τη διαδικασία με την οποία ο κατασκευαστής ο οποίος πληροί τις υποχρεώσεις του σημείου 2 βεβαιώνει και δηλώνει ότι τα εν λόγω κατασκευαστικά στοιχεία είναι σύμφωνα προς τον τύπο που περιγράφεται στο πιστοποιητικό εξέτασης «ΕΚ τύπου» και πληρούν τις απαιτήσεις του παρόντος. Ο κατασκευαστής ή ο εγκατεστημένος στην Κοινότητα εντολοδόχος του, επιθέτει τη σήμανση «CΕ» σε κάθε κατασκευαστικό στοιχείο και συντάσσει γραπτή δήλωση συμμόρφωσης. Η σήμανση «CΕ» συνοδεύεται από τον αναγνωριστικό αριθμό του κοινοποιημένου οργανισμού, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την επιτήρηση που αναφέρεται στο σημείο 4. 2.Ο κατασκευαστής πρέπει να εφαρμόζει εγκεκριμένο σύστημα ποιότητας της παραγωγής, να διεξάγει επιθεώρηση και δοκιμές των τελικών κατασκευαστικών στοιχείων, όπως προβλέπεται στο σημείο 3, και υπόκειται στην επιτήρηση που αναφέρεται στο σημείο 4. 3.Σύστημα ποιότητας 3.1. Ο κατασκευαστής υποβάλλει, για τα σχετικά κατασκευαστικά στοιχεία, αίτηση αξιολόγησης του συστήματος ποιότητας που ακολουθεί, σε κοινοποιημένο οργανισμό της επιλογής του. Η αίτηση αυτή περιέχει: - όλες τις κατάλληλες πληροφορίες για την κατηγορία των προβλεπομένων κατασκευαστικών στοιχείων, - το φάκελο σχετικά με το σύστημα ποιότητας, - ενδεχομένως, τον τεχνικό φάκελο με τον εγκεκριμένο τύπο και αντίγραφο του πιστοποιητικού εξέτασης «ΕΚ τύπου». 3.2. Το σύστημα ποιότητας πρέπει να διασφαλίζει τη συμμόρφωση των κατασκευαστικών στοιχείων προς τον τύπο που περιγράφεται στο πιστοποιητικό εξέτασης «ΕΚ τύπου» και προς τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας. Όλα τα στοιχεία, απαιτήσεις και διατάξεις που εφαρμόζει ο κατασκευαστής πρέπει να συγκεντρώνονται συστηματικά και να απαρτίζουν φάκελο υπό τη μορφή γραπτών μέτρων, διαδικασιών και οδηγιών. Ο εν λόγω φάκελος του συστήματος ποιότητας πρέπει να επιτρέπει την ενιαία ερμηνεία των προγραμμάτων, σχεδίων, εγχειριδίων και φακέλων ποιότητας. Ο φάκελος περιέχει, ιδίως, κατάλληλη περιγραφή: - των ποιοτικών στόχων, του οργανογράμματος, των ευθυνών και των αρμοδιοτήτων των στελεχών όσον αφορά την ποιότητα των κατασκευαστικών στοιχείων, - των μεθόδων κατασκευής, των τεχνικών ελέγχου και διασφάλισης της ποιότητας και των συστηματικών διαδικασιών και δραστηριοτήτων που εφαρμόζονται, - των εξετάσεων και των δοκιμών που θα διεξάγονται πριν, κατά και μετά την κατασκευή, και της συχνότητας διεξαγωγής τους, - των φακέλων ποιότητας, όπως τις εκθέσεις επιθεώρησης και τα στοιχεία δοκιμών και βαθμονόμησης, τις εκθέσεις προσόντων του αρμοδίου προσωπικού κ.λπ., - των μέσων επιτήρησης, τα οποία επιτρέπουν να ελέγχεται η επίτευξη της απαιτούμενης ποιότητας των κατασκευαστικών στοιχείων και η αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος ποιότητας. 3.3. Ο κοινοποιημένος οργανισμός αξιολογεί το σύστημα ποιότητας για να διαπιστώσει εάν ανταποκρίνεται προς τις απαιτήσεις που αναφέρει το σημείο 3.2. Τεκμαίρει ότι τα συστήματα ποιότητας που εφαρμόζουν το αντίστοιχο εναρμονισμένο πρότυπο ανταποκρίνεται προς τις απαιτήσεις αυτές. Η ομάδα ελεγκτών περιλαμβάνει ένα τουλάχιστον μέλος το οποίο έχει πείρα για την αξιολόγηση της τεχνολογίας του σχετικού κατασκευαστικού στοιχείου. Η διαδικασία αξιολόγησης περιλαμβάνει επίσκεψη επιθεώρησης στις εγκαταστάσεις του κατασκευαστή. Η απόφαση κοινοποιείται στον κατασκευαστή. Η κοινοποίηση περιλαμβάνει τα συμπεράσματα του ελέγχου και την αιτιολογημένη απόφαση αξιολόγησης. 3.4. Ο κατασκευαστής αναλαμβάνει τη δέσμευση να πληροί τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το σύστημα ποιότητας, όπως έχει εγκριθεί, και να το συντηρεί ώστε να παραμένει κατάλληλο και αποτελεσματικό. Ο κατασκευαστής ή ο εντολοδόχος του ενημερώνει συνεχώς τον κοινοποιημένο οργανισμό, ο οποίος ενέκρινε το σύστημα ποιότητας, για κάθε μελετώμενη προσαρμογή του συστήματος ποιότητας. Ο κοινοποιημένος οργανισμός αξιολογεί τις προτεινόμενες τροποποιήσεις και αποφασίζει κατά πόσον το τροποποιημένο σύστημα ποιότητας θα εξακολουθεί να πληροί τις απαιτήσεις που αναφέρει το σημείο 3.2 ή εάν συντρέχει λόγος να γίνει νέα αξιολόγηση. Κοινοποιεί την απόφασή του στον κατασκευαστή. Η κοινοποίηση περιέχει τα συμπεράσματα του ελέγχου και την αιτιολογημένη απόφαση εκτίμησης. 4.Επιτήρηση υπό την ευθύνη του κοινοποιημένου οργανισμού 4.1. Σκοπός της επιτήρησης είναι να διασφαλίζει ότι ο κατασκευαστής πληροί ορθά τις υποχρεώσεις, οι οποίες προκύπτουν από το εγκεκριμένο σύστημα ποιότητας. 4.2. Ο κατασκευαστής επιτρέπει στον κοινοποιημένο οργανισμό την πρόσβαση, για λόγους επιθεώρησης, στους χώρους κατασκευής, παραλαβής, δοκιμών και αποθήκευσης και του παρέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, και ιδίως: - το φάκελο σχετικά με το σύστημα ποιότητας, - τους φακέλους ποιότητας, όπως τις εκθέσεις επιθεωρήσεων και τα δεδομένα δοκιμών και βαθμονόμησης, τις εκθέσεις προσόντων του αρμοδίου προσωπικού κ.λπ. 4.3. Ο κοινοποιημένος οργανισμός διεξάγει, κατά τακτά διαστήματα, ελέγχους για να βεβαιώνεται ότι ο κατασκευαστής διατηρεί και εφαρμόζει το σύστημα ποιότητας· χορηγεί έκθεση ελέγχου στον κατασκευαστή. 4.4. Εξάλλου, ο κοινοποιημένος οργανισμός δύναται να πραγματοποιεί αιφνιδιαστικές επισκέψεις στον κατασκευαστή. Κατά τη διάρκεια των επισκέψεων αυτών, ο κοινοποιημένος οργανισμός δύναται να διεξάγει ή να αναθέτει σε τρίτους τη διεξαγωγή δοκιμών για να επαληθευθεί η ορθή λειτουργία του συστήματος ποιότητας, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο. Χορηγεί στον κατασκευαστή έκθεση της επίσκεψης και, εάν πραγματοποιήθηκε δοκιμή, έκθεση δοκιμής. 5.Ο κατασκευαστής διατηρεί στη διάθεση των εθνικών αρχών, για περίοδο τουλάχιστον 30 ετών από την τελευταία ημερομηνία κατασκευής του κατασκευαστικού στοιχείου: - το φάκελο που προβλέπεται στο σημείο 3.1 δεύτερο εδάφιο δεύτερη περίπτωση, - τις προσαρμογές που προβλέπονται στο σημείο 3.4 δεύτερο εδάφιο, - τις αποφάσεις και εκθέσεις του κοινοποιημένου οργανισμού που προβλέπονται στα σημεία 3.4, 4.3 και 4.4. 6.Κάθε κοινοποιημένος οργανισμός γνωστοποιεί στους άλλους κοινοποιημένους οργανισμούς τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τις εγκρίσεις συστημάτων ποιότητας που χορηγούνται και ανακαλούνται. ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΤ: ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ 1.Η ενότητα αυτή περιγράφει τη διαδικασία με την οποία ο κατασκευαστής ή ο εγκατεστημένος στην Κοινότητα εντολοδόχος του βεβαιώνει και δηλώνει ότι τα κατασκευαστικά στοιχεία, τα οποία υποβλήθηκαν στις διατάξεις του σημείου 3, είναι σύμφωνα προς τον τύπο που περιγράφεται στο πιστοποιητικό εξέτασης «ΕΚ τύπου» και πληρούν τις απαιτήσεις του παρόντος διατάγματος. 2.Ο κατασκευαστής λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε η διαδικασία κατασκευής να εξασφαλίζει τη συμμόρφωση των κατασκευαστικών στοιχείων προς τον τύπο που περιγράφεται στο πιστοποιητικό εξέτασης «ΕΚ τύπου» και προς τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας. Ο κατασκευαστής ή ο εγκατεστημένος στην Κοινότητα εντολοδόχος του επιθέτει τη σήμανση «CΕ» σε κάθε κατασκευαστικό στοιχείο και συντάσσει δήλωση πιστότητας. 3.Ο κοινοποιημένος οργανισμός πραγματοποιεί τις κατάλληλες εξετάσεις και δοκιμές, προκειμένου να επαληθεύσει τη συμμόρφωση των κατασκευαστικών στοιχείων προς τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας, είτε με έλεγχο και δοκιμή κάθε κατασκευαστικού στοιχείου, όπως ορίζεται στο σημείο 4, είτε με στατιστικό έλεγχο και δοκιμή των κατασκευαστικών στοιχείων, όπως ορίζεται στο σημείο 5, κατ επιλογή του κατασκευαστή. Ο κατασκευαστής ή ο εντολοδόχος του φυλάσσει αντίγραφο της δήλωσης πιστότητας για περίοδο τουλάχιστον 30 ετών από την τελευταία ημερομηνία κατασκευής του κατασκευαστικού στοιχείου. 4.Επαλήθευση με εξέταση και δοκιμή του κάθε κατασκευαστικού στοιχείου 4.1. Όλα τα κατασκευαστικά στοιχεία εξετάζονται μεμονωμένα και διεξάγονται κατάλληλες δοκιμές, που ορίζονται στην ή στις ισχύουσες ευρωπαϊκές προδιαγραφές που αναφέρει το άρθρο 2 του παρόντος, ή ισοδύναμες δοκιμές, προκειμένου να επαληθευθεί η συμμόρφωσή τους προς τον τύπο που περιγράφεται στο πιστοποιητικό εξέτασης «ΕΚ τύπου» και προς τις απαιτήσεις του παρόντος. 4.2. Ο κοινοποιημένος οργανισμός επιθέτει ή φροντίζει να τεθεί ο αναγνωριστικός αριθμός του σε κάθε εγκεκριμένο κατασκευαστικό στοιχείο και συντάσσει γραπτή δήλωση πιστότητας σχετικά με τις πραγματοποιηθείσες δοκιμές. 4.3. Ο κατασκευαστής ή ο εντολοδόχος του είναι σε θέση να επιδείξει, εφόσον ζητηθεί, τα πιστοποιητικά συμμόρφωσης του κοινοποιημένου οργανισμού. 5.Στατιστική επαλήθευση 5.1. Ο κατασκευαστής παρουσιάζει τα κατασκευαστικά στοιχεία του υπό μορφή ομοιογενών παρτίδων και λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου η διαδικασία κατασκευής να εξασφαλίζει την ομοιογένεια της κάθε παραγόμενης παρτίδας. 5.2. Όλα τα κατασκευαστικά στοιχεία διατίθενται για εξέταση υπό μορφή ομοιογενών παρτίδων. Από κάθε παρτίδα λαμβάνεται τυχαίο δείγμα. Τα κατασκευαστικά στοιχεία που συνιστούν το δείγμα εξετάζονται μεμονωμένα, και διεξάγονται κατάλληλες δοκιμές όπως προβλέπεται στην ή στις ευρωπαϊκές προδιαγραφές που αναφέρει το άρθρο 2 παράγραφος 2 του παρόντος, ή ισοδύναμες δοκιμές, προκειμένου να επαληθευθεί η συμμόρφωσή τους προς τις απαιτήσεις του παρόντος και να καθορισθεί η αποδοχή ή η απόρριψη της παρτίδας. 5.3. Η στατιστική διαδικασία χρησιμοποιεί τα ακόλουθα στοιχεία: - μια στατιστική μέθοδο, - ένα σχέδιο δειγματοληψίας με τα λειτουργικά του χαρακτηριστικά. 5.4. Για τις παρτίδες που εγκρίνονται, ο κοινοποιημένος οργανισμός επιθέτει ή φροντίζει να τεθεί ο αναγνωριστικός του αριθμός σε κάθε κατασκευαστικό στοιχείο και συντάσσει γραπτό πιστοποιητικό πιστότητας σχετικά με τις διεξαχθείσες δοκιμές. Όλα τα κατασκευαστικά στοιχεία της παρτίδας δύνανται να τεθούν σε κυκλοφορία, εκτός από τα κατασκευαστικά στοιχεία του δείγματος τα οποία διαπιστώθηκε ότι δεν είναι σύμφωνα. Εάν μια παρτίδα απορριφθεί, ο αρμόδιος κοινοποιημένος οργανισμός λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να εμποδίσει τη θέση σε κυκλοφορία της παρτίδας αυτής. Στην περίπτωση συχνής απόρριψης παρτίδων, ο κοινοποιημένος οργανισμός δύναται να αναστέλλει τη στατιστική εξακρίβωση. Ο κατασκευαστής μπορεί, υπ ευθύνη του κοινοποιημένου οργανισμού, να θέτει τον αναγνωριστικό αριθμό του οργανισμού κατά τη διάρκεια της διαδικασίας κατασκευής. 5.5. Ο κατασκευαστής ή ο εντολοδόχος του πρέπει να είναι σε θέση να επιδείξει, εφόσον ζητηθεί, τα πιστοποιητικά συμμόρφωσης του κοινοποιημένου οργανισμού. ΕΝΟΤΗΤΑ Ζ: ΕΠΑΛΗΘΕΥΣΗ ΑΝΑ ΜΟΝΑΔΑ 1.Η ενότητα αυτή περιγράφει τη διαδικασία με την οποία ο κατασκευαστής βεβαιώνει και δηλώνει ότι το υπόψη κατασκευαστικό στοιχείο, το οποίο έλαβε το πιστοποιητικό που αναφέρεται στο σημείο 2, είναι σύμφωνο προς τις απαιτήσεις του παρόντος. Ο κατασκευαστής ή ο εγκατεστημένος στην Κοινότητα εντολοδόχος του, θέτει τη σήμανση «CΕ» στο προϊόν και συντάσσει δήλωση πιστότητας. 2.Ο κοινοποιημένος οργανισμός εξετάζει το κατασκευαστικό στοιχείο και διεξάγει τις κατάλληλες δοκιμές, που ορίζονται στην ή στις ισχύουσες ευρωπαϊκές προδιαγραφές που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 του παρόντος, ή τις αντίστοιχες δοκιμές, προκειμένου να εξακριβωθεί η συμμόρφωσή του προς τις ισχύουσες απαιτήσεις του παρόντος διατάγματος. Ο κοινοποιημένος οργανισμός επιθέτει ή φροντίζει να τεθεί ο αναγνωριστικός του αριθμός στο κατασκευαστικό στοιχείο και συντάσσει πιστοποιητικό συμμόρφωσης σχετικά με τις διεξαχθείσες δοκιμές. 3.Σκοπός του τεχνικού φακέλου είναι να επιτρέψει την εκτίμηση της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις του παρόντος, καθώς και την κατανόηση του σχεδιασμού, της κατασκευής και της λειτουργίας του κατασκευαστικού στοιχείου. Ο φάκελος περιλαμβάνει, στο βαθμό που αυτό απαιτείται για την εκτίμηση: - γενική περιγραφή του τύπου, - αρχικά και κατασκευαστικά σχέδια, καθώς και διαγράμματα συστατικών μερών, υποσυγκροτημάτων, κυκλωμάτων κ.λπ., - τις περιγραφές και εξηγήσεις που είναι αναγκαίες για την κατανόηση των προαναφερομένων σχεδίων και διαγραμμάτων και της λειτουργίας του κατασκευαστικού στοιχείου, - πίνακα των ευρωπαϊκών προδιαγραφών που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 του παρόντος διατάγματος, και τα οποία εφαρμόζονται πλήρως ή εν μέρει, καθώς και περιγραφές των λύσεων που εφαρμόζονται για να πληρωθούν οι βασικές απαιτήσεις, στην περίπτωση κατά την οποία δεν εφαρμόζονται οι ευρωπαϊκές προδιαγραφές που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2, - τα αποτελέσματα των πραγματοποιηθέντων υπολογισμών σχεδιασμού, των διενεργηθεισών εξετάσεων κ.λπ., - τις εκθέσεις δοκιμών, - τον τομέα χρησιμοποίησης των κατασκευαστικών στοιχείων. ΕΝΟΤΗΤΑ Η: ΠΛΗΡΗΣ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ 1.Αυτή η ενότητα περιγράφει τη διαδικασία κατά την οποία ο κατασκευαστής, ο οποίος πληροί τις υποχρεώσεις του σημείου 2, βεβαιώνει και δηλώνει ότι τα θεωρούμενα κατασκευαστικά στοιχεία πληρούν τις ισχύουσες απαιτήσεις του παρόντος. Ο κατασκευαστής ή ο εγκατεστημένος στην Κοινότητα εντολοδόχος του επιθέτει τη σήμανση «CΕ» σε κάθε κατασκευαστικό στοιχείο και συντάσσει γραπτή δήλωση πιστότητας. Η σήμανση «CΕ» συνοδεύεται από τον αριθμό αναγνώρισης του κοινοποιημένου οργανισμού που είναι υπεύθυνος για την επιτήρηση που αναφέρεται στο σημείο 4. 2.Ο κατασκευαστής εφαρμόζει εγκεκριμένο σύστημα ποιότητας για το σχεδιασμό, την κατασκευή, την τελική επιθεώρηση των κατασκευαστικών στοιχείων και τις δοκιμές όπως ορίζεται στο σημείο 3, και υπόκειται στην επιτήρηση που αναφέρεται στο σημείο 4. 3.Σύστημα ποιότητας 3.1. Ο κατασκευαστής υποβάλλει σε κοινοποιημένο οργανισμό αίτηση αξιολόγησης του συστήματος ποιότητας που ακολουθεί. Η αίτηση περιλαμβάνει: - όλες τις σχετικές πληροφορίες για την προβλεπόμενη κατηγορία κατασκευαστικών στοιχείων, - το φάκελο του συστήματος ποιότητας. 3.2. Το σύστημα ποιότητας πρέπει να εξασφαλίζει τη συμμόρφωση των κατασκευαστικών στοιχείων προς τις ισχύουσες απαιτήσεις του παρόντος διατάγματος. Όλα τα στοιχεία, απαιτήσεις και διατάξεις που εφαρμόζει ο κατασκευαστής πρέπει να περιέχονται, κατά συστηματικό και τακτικό τρόπο, σε ένα φάκελο, υπό τη μορφή γραπτών μέτρων, διαδικασιών και οδηγιών. Ο φάκελος αυτός του συστήματος ποιότητας επιτρέπει την ενιαία ερμηνεία των διαδικαστικών και ποιοτικών μέτρων, όπως προγραμμάτων, σχεδίων, εγχειριδίων και φακέλων ποιότητας. Ο φάκελος περιέχει, ιδίως, κατάλληλη περιγραφή: - των ποιοτικών στόχων, του οργανογράμματος, των ευθυνών και των αρμοδιοτήτων των στελεχών όσον αφορά την ποιότητα του σχεδιασμού και των κατασκευαστικών στοιχείων, - των προδιαγραφών τεχνικού σχεδιασμού, συμπεριλαμβανομένων των ευρωπαϊκών προδιαγραφών του άρθρου 2 παράγραφος 2 του παρόντος που εφαρμόζονται, και, σε περιπτώσεις όπου οι ευρωπαϊκές προδιαγραφές δεν εφαρμόζονται πλήρως, των μέσων που χρησιμοποιούνται ώστε να τηρούνται οι βασικές απαιτήσεις του παρόντος που ισχύουν για τα κατασκευαστικά στοιχεία, - των τεχνικών ελέγχου και επαλήθευσης του σχεδιασμού, των διαδικασιών και των συστηματικών δραστηριοτήτων που χρησιμοποιούνται κατά το σχεδιασμό των κατασκευαστικών στοιχείων όσον αφορά την καλυπτόμενη κατηγορία κατασκευαστικών στοιχείων, - των αντιστοίχων τεχνικών κατασκευής, ποιοτικού ελέγχου και διασφάλισης της ποιότητας, των διαδικασιών και των συστηματικών δραστηριοτήτων που χρησιμοποιούνται, - των ελέγχων και των δοκιμών που διεξάγονται πριν, κατά και μετά την κατασκευή και της συχνότητας διεξαγωγής τους, - των φακέλων ποιότητας, όπως των εκθέσεων επιθεώρησης και των στοιχείων δοκιμών και βαθμονόμησης, των εκθέσεων προσόντων του αρμοδίου προσωπικού κ.λπ., - των μέσων που επιτρέπουν να επαληθεύεται η επίτευξη της επιθυμητής ποιότητας σχεδιασμού και κατασκευαστικών στοιχείων, καθώς και η αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος ποιότητας. 3.3. Ο κοινοποιημένος οργανισμός αξιολογεί το σύστημα ποιότητας για να διαπιστώσει εάν ανταποκρίνεται προς τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο σημείο 3.2. Τεκμαίρει ότι τα συστήματα ποιότητας που εφαρμόζουν το αντίστοιχο εναρμονισμένο πρότυπο, ανταποκρίνονται προς τις απαιτήσεις αυτές. Η ομάδα ελεγκτών περιλαμβάνει ένα τουλάχιστον μέλος, το οποίο έχει ως αξιολογητής, πείρα της σχετικής τεχνολογίας. Η διαδικασία αξιολόγησης περιλαμβάνει επίσκεψη στις εγκαταστάσεις του κατασκευαστή. Η απόφαση κοινοποιείται στον κατασκευαστή. Περιλαμβάνει τα συμπεράσματα του ελέγχου και την αιτιολογημένη απόφαση αξιολόγησης. 3.4. Ο κατασκευαστής αναλαμβάνει τη δέσμευση να πληροί τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το σύστημα ποιότητας, όπως έχει εγκριθεί, και να το συντηρεί ώστε να παραμένει κατάλληλο και αποτελεσματικό. Ο κατασκευαστής ή ο εντολοδόχος του ενημερώνει τον κοινοποιημένο οργανισμό, ο οποίος ενέκρινε το σύστημα ποιότητας, για κάθε μελετώμενη προσαρμογή του συστήματος ποιότητας. Ο κοινοποιημένος οργανισμός αξιολογεί τις προτεινόμενες τροποποιήσεις και αποφασίζει κατά πόσον το τροποποιημένο σύστημα ποιότητας εξακολουθεί να πληροί τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο σημείο 3.2 ή εάν χρειάζεται νέα αξιολόγηση. Κοινοποιεί την απόφασή του στον κατασκευαστή. Η κοινοποίηση περιλαμβάνει τα συμπεράσματα του ελέγχου και την αιτιολογημένη απόφαση αξιολόγησης. 4.Επιτήρηση υπό την ευθύνη του κοινοποιημένου οργανισμού 4.1. Σκοπός της επιτήρησης είναι να διασφαλίζεται ότι ο κατασκευαστής πληροί ορθά τις υποχρεώσεις οι οποίες προκύπτουν από το εγκεκριμένο σύστημα ποιότητας. 4.2. Ο κατασκευαστής επιτρέπει στον κοινοποιημένο οργανισμό την πρόσβαση, για λόγους επιθεώρησης, στους χώρους σχεδιασμού, κατασκευής, επιθεώρησης και δοκιμών και αποθήκευσης και του παρέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, και ιδίως: - το φάκελο του συστήματος ποιότητας, - τους φακέλους ποιότητας που προβλέπονται από το σχεδιαστικό μέρος του συστήματος ποιότητας, όπως αποτελέσματα αναλύσεων, υπολογισμών, δοκιμών κ.λπ., - τους φακέλους ποιότητας που προβλέπονται από το κατασκευαστικό μέρος του συστήματος ποιότητας, όπως τις εκθέσεις επιθεωρήσεων και τα δεδομένα δοκιμών, τα δεδομένα βαθμονόμησης, τις εκθέσεις προσόντων του αρμοδίου προσωπικού κ.λπ. 4.3. Ο κοινοποιημένος οργανισμός διεξάγει, κατά τακτά διαστήματα, ελέγχους για να βεβαιώνεται ότι ο κατασκευαστής διατηρεί και εφαρμόζει το σύστημα ποιότητας και χορηγεί έκθεση ελέγχου. 4.4. Εξάλλου, ο κοινοποιημένος οργανισμός δύναται να πραγματοποιεί αιφνιδιαστικές επισκέψεις στον κατασκευαστή. Κατά τη διάρκεια των επισκέψεων αυτών, ο κοινοποιημένος οργανισμός δύναται να διεξάγει ή να φροντίζει για τη διεξαγωγή δοκιμών προκειμένου να επαληθευθεί η ορθή λειτουργία του συστήματος ποιότητας, εν ανάγκη. Χορηγεί στον κατασκευαστή έκθεση της επίσκεψης και, εάν πραγματοποιήθηκε δοκιμή, έκθεση δοκιμής. 5.Ο κατασκευαστής διατηρεί στη διάθεση της αρμόδιας υπηρεσίας, για περίοδο τουλάχιστον 30 ετών από την τελευταία ημερομηνία κατασκευής του κατασκευαστικού στοιχείου: - το φάκελο που προβλέπεται στο σημείο 3.1 δεύτερο εδάφιο δεύτερη περίπτωση, - τις προσαρμογές που προβλέπονται στο σημείο 3.4 δεύτερο εδάφιο, - τις αποφάσεις και εκθέσεις του κοινοποιημένου οργανισμού που αναφέρονται στα σημεία 3.4, 4.3 και 4.4. 6.Κάθε κοινοποιημένος οργανισμός γνωστοποιεί στους άλλους κοινοποιημένους οργανισμούς τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τις εγκρίσεις συστημάτων ποιότητας που χορηγούνται ή ανακαλούνται. 7.Συμπληρωματικές διατάξεις: Έλεγχος του σχεδιασμού 7.1. Ο κατασκευαστής υποβάλλει αίτηση ελέγχου του σχεδιασμού σε έναν κοινοποιημένο οργανισμό. 7.2. Η αίτηση επιτρέπει την κατανόηση του σχεδιασμού, της κατασκευής και της λειτουργίας του κατασκευαστικού στοιχείου και επιτρέπει την εκτίμηση της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις του παρόντος διατάγματος. Η αίτηση περιλαμβάνει: - τις τεχνικές προδιαγραφές σχεδιασμού, συμπεριλαμβανομένων των ευρωπαϊκών προδιαγραφών του άρθρου 2 παράγραφος 2 που εφαρμόσθηκαν, - τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία προς υποστήριξη της επάρκειά τους, ιδίως όταν οι ευρωπαϊκές προδιαγραφές που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 του παρόντος, δεν έχουν εφαρμοστεί πλήρως. Τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνουν τα αποτελέσματα δοκιμών που διεξήχθησαν από το κατάλληλο εργαστήριο του κατασκευαστή ή για λογαριασμό του. 7.3. Ο κοινοποιημένος οργανισμός εξετάζει την αίτηση και, εφόσον ο σχεδιασμός είναι σύμφωνος προς τις διατάξεις του παρόντος, χορηγεί στον αιτούντα πιστοποιητικό εξέτασης «ΕΚ σχεδιασμού». Το πιστοποιητικό συμπεριλαμβάνει τα συμπεράσματα της εξέτασης, τις προϋποθέσεις ισχύος του, τα αναγκαία δεδομένα για την αναγνώριση του εγκεκριμένου σχεδιασμού και, ενδεχομένως, περιγραφή της λειτουργίας του κατασκευαστικού στοιχείου. 7.4. Ο αιτών ενημερώνει τον κοινοποιημένο οργανισμό, ο οποίος εξέδωσε το πιστοποιητικό εξέτασης του σχεδιασμού, για κάθε τροποποίηση του εγκεκριμένου σχεδιασμού. Οι τροποποιήσεις του εγκεκριμένου σχεδιασμού πρέπει να λαμβάνουν πρόσθετη έγκριση από τον κοινοποιημένο οργανισμό που εξέδωσε το πιστοποιητικό εξέτασης «ΕΚ σχεδιασμού», σε περιπτώσεις όπου οι τροποποιήσεις αυτές ενδέχεται να επηρεάσουν τη συμμόρφωση προς τις βασικές απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας ή τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις για τη χρήση του κατασκευαστικού στοιχείου. Η συμπληρωματική αυτή έγκριση δίδεται υπό τη μορφή προσθήκης στο πιστοποιητικό εξέτασης «ΕΚ σχεδιασμού». 7.5. Κάθε κοινοποιημένος οργανισμός, γνωστοποιεί στους άλλους κοινοποιημένους οργανισμούς πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με: - τα πιστοποιητικά εξέτασης «ΕΚ σχεδιασμού» και τις προσθήκες που χορηγήθηκαν, - τα πιστοποιητικά εξέτασης «ΕΚ σχεδιασμού» και τις προσθήκες που ανεκλήθησαν, - τα πιστοποιητικά εξέτασης «ΕΚ σχεδιασμού» και τις προσθήκες που απορρίφθηκαν. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VΙ ΥΠΟΣΥΣΤΗΜΑΤΑ: ΔΗΛΩΣΗ ΠΙΣΤΟΤΗΤΑΣ «ΕΚ» Το παρόν παράρτημα ισχύει για τα υποσυστήματα που μνημονεύονται στο άρθρο 8 του παρόντος, για να διασφαλίζεται ότι τα υποσυστήματα πληρούν τις βασικές οικείες απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 του παρόντος διατάγματος. Η δήλωση πιστότητας «ΕΚ» συντάσσεται από τον κατασκευαστή ή τον εγκατεστημένο στην Κοινότητα εντολοδόχο του ή, εν ελλείψει, από εκείνο το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο θέτει σε κυκλοφορία το υποσύστημα. Η δήλωση και οι τεχνικοί φάκελοι που τη συνοδεύουν, πρέπει να φέρουν ημερομηνία και υπογραφή. Η δήλωση πιστότητας «ΕΚ», καθώς και οι τεχνικοί φάκελοι, πρέπει να συντάσσονται στην ίδια ή στις ίδιες γλώσσες με το φυλλάδιο οδηγιών που αναφέρεται στο Παράρτημα ΙΙ σημείο 7.1.1, και να συμπεριλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία: - τα στοιχεία αναφοράς του παρόντος, - το όνομα και τη διεύθυνση του αιτούντος την εξέταση «ΕΚ», - την περιγραφή του υποσυστήματος, - το όνομα και τη διεύθυνση του κοινοποιημένου οργανισμού ο οποίος διεξήγαγε την εξέταση «ΕΚ» που προβλέπει το άρθρο 10 του παρόντος, - όλες τις σχετικές διατάξεις τις οποίες πρέπει να πληροί το υποσύστημα, ιδίως ενδεχόμενους περιορισμούς λειτουργίας ή προϋποθέσεις λειτουργίας, - το αποτέλεσμα της εξέτασης «ΕΚ», που αναφέρεται στο Παράρτημα VΙΙ (πιστοποιητικό εξέτασης «ΕΚ» πιστότητας), - τα στοιχεία των προσώπων που εξουσιοδοτούνται να υπογράψουν δεσμευτικά τη δήλωση, εν ονόματι του κατασκευαστή, του εντολοδόχου του ή, εν ελλείψει, του φυσικού ή νομικού προσώπου το οποίο θέτει σε κυκλοφορία το υποσύστημα. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VΙΙ ΥΠΟΣΥΣΤΗΜΑΤΑ: ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΟΤΗΤΑΣ 1.Η εξέταση «ΕΚ» είναι η διαδικασία δια της οποίας ένας κοινοποιημένος οργανισμός επαληθεύει και πιστοποιεί, εφόσον το ζητήσει ο κατασκευαστής ή ο εγκατεστημένος στην Κοινότητας εντολοδόχος του ή το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο θέτει σε κυκλοφορία το υποσύστημα, ότι το υποσύστημα: - είναι σύμφωνο προς το παρόν διάταγμα και προς άλλες κανονιστικές διατάξεις οι οποίες εφαρμόζονται στα πλαίσια της συνθήκης, - είναι σύμφωνο προς τον τεχνικό φάκελο και έχει περατωθεί. 2.Η επαλήθευση του υποσυστήματος διεξάγεται σε κάθε ένα από τα ακόλουθα στάδια: - σχεδιασμός, - κατασκευή και δοκιμές παραλαβής του κατασκευασθέντος υποσυστήματος. 3.Ο τεχνικός φάκελος, ο οποίος συνοδεύει το πιστοποιητικό εξέτασης, πρέπει να περιλαμβάνει: - κατασκευαστικά σχέδια και υπολογισμούς, σχέδια ηλεκτρικών και υδραυλικών κυκλωμάτων, κυκλωμάτων χειρισμού, περιγραφή των συστημάτων πληροφορικής και των αυτοματισμών, οδηγίες λειτουργίας και συντήρησης κ.λπ., - κατάλογο των κατασκευαστικών στοιχείων ασφαλείας που αναφέρει το άρθρο 4 παράγραφος 2 του παρόντος διατάγματος, τα οποία χρησιμοποιούνται στο συγκεκριμένο υποσύστημα, - αντίγραφα των δηλώσεων πιστότητας «ΕΚ», τα οποία αναφέρονται στο Παράρτημα ΙV, των κατασκευαστικών στοιχείων ασφαλείας προς τα σχέδια κατασκευής και τους σχετικούς υπολογισμούς, καθώς και ένα αντίγραφο των πρακτικών των δοκιμών και ελέγχων που έχουν ενδεχομένως διεξαχθεί. 4.Έγγραφα και αλληλογραφία σε σχέση με τη διαδικασία εξέτασης «ΕΚ» συντάσσονται στην ίδια ή στις ίδιες γλώσσες με το φυλλάδιο οδηγιών που αναφέρεται στο Παράρτημα ΙΙ σημείο 7.1.1. 5.Επιτήρηση: 5.1. Σκοπός της επιτήρησης είναι να εξασφαλισθεί ότι, κατά τη διάρκεια της κατασκευής του υποσυστήματος, τηρήθηκαν οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τον τεχνικό φάκελο. 5.2. Ο κοινοποιημένος οργανισμός, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την εξέταση «ΕΚ» πρέπει να διαθέτει συνεχώς πρόσβαση, στα εργαστήρια κατασκευής, στους χώρους αποθήκευσης και, εάν συντρέχει λόγος, προκατασκευής, στις εγκαταστάσεις δοκιμών και, εν γένει, σε όλους τους χώρους που μπορεί να κρίνει αναγκαίους για την εκτέλεση της αποστολής του. Ο κατασκευαστής, ο εντολοδόχος του, ή εν ελλείψει, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που θέτει σε κυκλοφορία το υποσύστημα, οφείλει να του παραδίδει ή να φροντίζει να του παραδίδονται, όλα τα αναγκαία έγγραφα για το σκοπό αυτό, και, ιδίως, τα σχέδια εκτέλεσης και τον τεχνικό φάκελο σχετικά με το υποσύστημα. 5.3. Ο κοινοποιημένος οργανισμός, ο οποίος είναι αρμόδιος για της εξέταση «ΕΚ», πραγματοποιεί, κατά τακτά διαστήματα, «ελέγχους», προκειμένου να βεβαιωθεί ότι τηρούνται οι διατάξεις του παρόντος με την ευκαιρία αυτή, χορηγεί έκθεση ελέγχου στα πρόσωπα που έχουν αναλάβει την εκτέλεση. Δύναται να απαιτήσει να ζητείται η γνώμη του, σε διάφορες φάσεις κατασκευής του έργου. 5.4 Εξάλλου, ο κοινοποιημένος οργανισμός δύναται να πραγματοποιεί αιφνιδιαστικές επισκέψεις στα εργαστήρια κατασκευής. Κατά τη διάρκεια των επισκέψεων αυτών, ο κοινοποιημένος οργανισμός μπορεί να διεξάγει «ελέγχους», πλήρως ή εν μέρει. Χορηγεί έκθεση επίσκεψης και, ενδεχομένως, έκθεση του ελέγχου στα πρόσωπα που έχουν αναλάβει την εκτέλεση. 6.Κάθε κοινοποιημένος οργανισμός δημοσιεύει, κατά τακτά διαστήματα, τις σχετικές πληροφορίες όσον αφορά: - όλες τις αιτήσεις εξέτασης «ΕΚ» που ελήφθησαν, - όλα τα πιστοποιητικά εξέτασης «ΕΚ» που χορηγήθηκαν, - όλα τα πιστοποιητικά εξέτασης «ΕΚ» που απορρίφθηκαν. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VΙΙΙ ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΥΠΟΨΗ ΑΠΟ ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ 1.Ο οργανισμός, ο διευθυντής του και το προσωπικό που είναι επιφορτισμένο με την εκτέλεση των διεργασιών επαλήθευσης, δεν δύνανται να είναι ούτε ο σχεδιαστής, ούτε ο κατασκευαστής, ούτε ο προμηθευτής, ούτε ο αρμόδιος για την εγκατάσταση των κατασκευαστικών στοιχείων ασφαλείας ή των υποσυστημάτων για τον έλεγχό τους, ούτε ο εντολοδόχος ενός από τα πρόσωπα αυτά, ούτε το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο θέτει σε κυκλοφορία τα κατασκευαστικά στοιχεία ασφαλείας ή τα υποσυστήματα. Δεν δύνανται να παρεμβαίνουν ούτε άμεσα, ούτε ως εντολοδόχοι στο σχεδιασμό, την κατασκευή, την εκτέλεση, την εμπορία ή τη συντήρηση των κατασκευαστικών στοιχείων ή των υποσυστημάτων αυτών, ούτε στην εκμετάλλευση. Αυτό δεν αποκλείει τη δυνατότητα ανταλλαγής τεχνικών πληροφοριών μεταξύ του κατασκευαστή και του κοινοποιημένου οργανισμού. 2.Ο οργανισμός και το προσωπικό που είναι επιφορτισμένο με τον έλεγχο οφείλουν να εκτελούν τις διεργασίες επαλήθευσης με τη μεγαλύτερη επαγγελματική ακεραιότητα και τη μεγαλύτερη τεχνική επάρκεια και οφείλουν να είναι απαλλαγμένοι από κάθε πίεση και προτροπή, ιδίως οικονομικής φύσεως, που θα ήταν δυνατόν να επηρεάσει την κρίση τους ή τα αποτελέσματα του ελέγχου τους, ιδιαίτερα εάν προέρχονται από πρόσωπα ή ομάδες προσώπων που έχουν συμφέρον από τα αποτελέσματα των επαληθεύσεων. 3.Ο οργανισμός πρέπει να διαθέτει το προσωπικό και τα αναγκαία μέσα για να επιτελεί με ικανοποιητικό τρόπο τα τεχνικά και διοικητικά καθήκοντα που συνδέονται με την εκτέλεση των επαληθεύσεων. Πρέπει, ομοίως, να έχει πρόσβαση στο αναγκαίο υλικό για έκτακτες επαληθεύσεις. 4.Το προσωπικό που είναι επιφορτισμένο με τους ελέγχους πρέπει να διαθέτει: - καλή τεχνική και επαγγελματική κατάρτιση, - ικανοποιητική γνώση των απαιτήσεων σχετικά με τους ελέγχους που διεξάγει και επαρκή πρακτική εμπειρία των ελέγχων αυτών, - την απαιτούμενη ικανότητα για τη σύνταξη των πιστοποιητικών, πρακτικών και εκθέσεων που είναι αναγκαία για να αποδεικνύουν ότι διεξήχθησαν οι έλεγχοι. 5.Πρέπει να υπάρχει εγγύηση για την αμεροληψία του προσωπικού που είναι επιφορτισμένο με τους ελέγχους. Το ύψος της αμοιβής κάθε ελεγκτή, δεν πρέπει να εξαρτάται ούτε από τον αριθμό των ελέγχων που διεξάγει, ούτε από τα αποτελέσματα των ελέγχων αυτών. 6.Ο οργανισμός οφείλει να συνάψει σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης, εκτός εάν η ευθύνη αυτή καλύπτεται από το κράτος, βάσει του εθνικού δικαίου, ή εάν οι έλεγχοι διενεργούνται απευθείας από το κράτος. 7.Το προσωπικό του οργανισμού δεσμεύεται από το επαγγελματικό απόρρητο για οτιδήποτε περιέρχεται στη γνώση του κατά την άσκηση των καθηκόντων του (πλην έναντι των αρμοδίων διοικητικών αρχών του κράτους στο οποίο ασκεί τις δραστηριότητές του), στο πλαίσιο του παρόντος διατάγματος ή οιασδήποτε διάταξης εσωτερικού δικαίου για την εφαρμογή της. 8.Οι Προϋποθέσεις γιά την αναγνώριση της ικανότητας και την εν συνεχεία έγκριση φορέων προκειμένου να αναλαμβάνουν εργασίες πιστοποίησης ή/και ελέγχων σε εφαρμογή του παρόντος διατάγματος ρυθμίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της οικ 3354/91/2001 του Υφυπουργού Ανάπτυξης. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΧ ΣΗΜΑΝΣΗ ΠΙΣΤΟΤΗΤΑΣ «CΕ» Η σήμανση πιστότητας «CΕ» αποτελείται από το ακρωνύμιο «CΕ», με την ακόλουθη γραφική απεικόνιση: Σε περίπτωση σμίκρυνσης ή μεγέθυνσης της σήμανσης «CΕ», πρέπει να διατηρούνται οι αναλογίες που προκύπτουν από την παραπάνω γραφική απεικόνιση. Τα διάφορα στοιχεία της σήμανσης «CΕ» πρέπει να έχουν την ίδια ή σχεδόν την ίδια κατακόρυφη διάσταση, που δεν μπορεί να είναι μικρότερη από 5 mm. Είναι δυνατόν να γίνει παρέκκλιση ως προς την παραπάνω ελάχιστη διάσταση για τα κατασκευαστικά στοιχεία ασφαλείας μικρού μεγέθους. Η σήμανση «CΕ» ακολουθείται από τα δύο τελευταία ψηφία του έτους κατά το οποίο ετέθη και από τον αριθμό αναγνώρισης του κοινοποιημένου οργανισμού, που παρεμβαίνει στα πλαίσια των διαδικασιών που προβλέπει το άρθρο 7 παράγραφος 3 του παρόντος διατάγματος. Άρθρο 24 Αρμόδια υπηρεσία γιά την εφαρμογή του παρόντος διατάγματος είναι η 3η Διεύθυνση Κλαδικής Βιομηχανικής Πολιτικής της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας του Υπουργείου Ανάπτυξης. Άρθρο 25 Η ισχύς των διατάξεων του διατάγματος αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στον Υφυπουργό Ανάπτυξης αναθέτουμε την δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος.
  • Τις διατάξεις του άρθρου 3 του Ν. 1338/1983 «Εφαρμογή του Κοινοτικού Δικαίου» (Α΄ 34), όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 65 του Ν. 1892/1990 (Α΄101), του άρθρου 4 του Ν. 1338/1983, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 4 του Ν. 1440/1984 (Α΄ 70) και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 7 του Ν. 1775/1988 (Α΄101), 31 του Ν. 2076/1992 (Α΄130), 19 του Ν. 2367/1995 (Α΄261) και του 22 του Ν. 2789/2000 (Α΄ 21).
  • Τις διατάξεις του άρθρου 29 Α του Ν. 1558/1985 «Κυβέρνηση και Κυβερνητικά Όργανα» (Α΄ 137), όπως προστέθηκε με το άρθρο 27 του Ν. 2081/1992 (Α΄ 154) και τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2α του Ν. 2469/1997 (Α΄ 38).
  • Το Π.Δ. 81/2002 περί συγχώνευσης των Υπουργείων Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών (Α΄ 57).
  • Τις διατάξεις του Π.Δ. 27/1996 «Συγχώνευση των Υπουργείων Τουρισμού, Βιομηχανίας Ενέργειας και Τεχνολογίας και Εμπορίου στο Υπουργείου Ανάπτυξης» (Α΄ 19).
  • Τις διατάξεις του Π.Δ. 229/1986 «Σύσταση και Οργάνωση της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας» (Α΄ 96) και τις διατάξεις του Π.Δ. 396/1989 (Α΄ 172) «Οργανισμός της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας», όπως ισχύουν.
  • Την 485/31.10.2001 (Β΄ 1484) κοινή Απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Ανάπτυξης «Καθορισμός αρμοδιοτήτων στον Υφυπουργό Ανάπτυξης Αλέξανδρο Καλαφάτη».
  • Τις διατάξεις της οικ 3354/91 απόφασης του Υφυπουργού Ανάπτυξης «καθορισμός πλαισίου γιά την αναγνώριση της ικανότητας και την έγκριση φορέων πιστοποίησης ή ελέγχου στον υποχρεωτικό τομέα» (Β΄ 149).
  • Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού.
  • Την γνωμοδότηση 446/2003 του Συμβουλίου της Επικρατείας, μετά από πρόταση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του Υφυπουργού Ανάπτυξης,
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
ΑΠΟΦΑΣΗ 1991/3354 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1991/3354 1991
ΑΠΟΦΑΣΗ 2001/485 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 2001/485 2001
ΝΟΜΟΣ 1983/1338 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1983/1338 1983
ΝΟΜΟΣ 1984/1440 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1984/1440 1984
ΝΟΜΟΣ 1985/1558 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1985/1558 1985
ΝΟΜΟΣ 1988/1775 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1988/1775 1988
ΝΟΜΟΣ 1990/1892 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1990/1892 1990
Ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες συναφείς διατάξεις. 1992/2076 1992
Ρύθμιση του θεσμού των Επιμελητηρίων, τροποποίηση των διατάξεων του V.-1712/1987 για τον εκσυγχρονισμό των επαγγελματικών οργανώσεων των εμπόρων, βιοτεχνών και λοιπών επαγγελματιών και άλλες διατάξεις. 1992/2081 1992
Νέοι χρηματοπιστωτικοί θεσμοί και άλλες διατάξεις. 1995/2367 1995
Περιορισμός και βελτίωση της αποτελεσματικότητας των κρατικών δαπανών και άλλες διατάξεις. 1997/2469 1997
ΝΟΜΟΣ 2000/2789 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 2000/2789 2000
ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1986/229 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1986/229 1986
ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1989/396 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1989/396 1989
Συγχώνευση των Υπουργείων Τουρισμού, Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας και Εμπορίου στο Υπουργείο Ανάπτυξης. 1996/27 1996
ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 2002/81 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 2002/81 2002
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία