Κύρωση τροποποιήσεων του Πρωτοκόλλου, 1988, που αναφέρεται στη Διεθνή Σύμβαση περί Γραμμών Φορτώσεως 1966, σύμφωνα με τις Αποφάσεις ΜSC 143(77)/5.6.2003 και ΜSC 172(79)/9.12.2004 της Επιτροπής Ναυτικής Ασφάλειας (Μaritime Safety Cοmmittee) του Διεθνή Ναυτιλιακού Οργανισμού (Ιnternatiοnal Μaritime Οrganizatiοn).

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Άρθρο 1
1.  
1.Στο Πρωτόκολλο 1988, που αναφέρεται στη Διεθνή Σύμβαση περί Γραμμών Φορτώσεως 1966, που κυρώθηκε με τον ν. 2209/1994 (Α΄ 72), κυρώνονται οι τροποποιήσεις έτους 2003 και 2004 που υιοθετήθηκαν την 5.6.2003 με την Απόφαση ΜSC 143(77)/5.6.2003 και την 9.12.2004 με την Απόφαση ΜSC 172(79)/9.12.2004, αντίστοιχα, της Επιτροπής Ναυτικής Ασφάλειας (Μaritime Safety Cοmmittee) του Διεθνή Ναυτιλιακού Οργανισμού (Ιnternatiοnal Μaritime Οrganizatiοn). 2.Το κείμενο των Αποφάσεων ΜSC 143(77)/5.6.2003 και ΜSC 172(79)/9.12.2004 του ΙΜΟ σε πρωτότυπο στην Αγγλική γλώσσα και σε μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα παρατίθενται κατωτέρω ως ΜΕΡΟΣ Α΄ και ΜΕΡΟΣ Β΄ αντίστοιχα στο παρόν διάταγμα. 3.Σε περίπτωση ύπαρξης διαφοράς μεταξύ του Αγγλικού και του Ελληνικού κειμένου των ως άνω αποφάσεων υπερισχύει το Αγγλικό κείμενο. ΜΕΡΟΣ ΒΚείμενο στην Ελληνική Γλώσσα ΑΠΟΦΑΣΗ ΜSC.143(77)(Ψηφίστηκε 5 Ιουνίου 2003) ΚΥΡΩΣΗ ΤΩΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΩΝΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ 1988 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΕΘΝΗΣΥΜΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΓΡΑΜΜΗ ΦΟΡΤΩΣΗΣ, 1966 Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΝΑΥΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ, ΑΝΑΚΑΛΩΝΤΑΣ το Άρθρο 28(β) της Σύμβασης του Διεθνή Ναυτιλιακού Οργανισμού που αφορούν στις λειτουργίες της Επιτροπής, ΑΝΑΚΑΛΩΝΤΑΣ επιπλέον το άρθρο VΙ του Πρωτοκόλλου του 1988 σχετικά με τη Διεθνή Σύμβαση για τη Γραμμή Φόρτωσης, 1966 (από εδώ και στο εξής θα αναφέρεται ως «το Πρωτόκολλο του 1988 για τη Γραμμή Φόρτωσης’’) σχετικά με τις διαδικασίες τροποποίησης, ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ, στην εβδομηκοστή έβδομη συνεδρίαση, τις τροποποιήσεις του Πρωτοκόλλου του 1988 για τη Γραμμή Φόρτωσης που προτάθηκαν και κυκλοφόρησαν σύμφωνα με την παράγραφο 2(α) του άρθρου VΙ επ΄ αυτού, 1. ΥΙΟΘΕΤΕΙ, σύμφωνα με την παράγραφο 2(δ) του άρθρου VΙ του Πρωτοκόλλου του 1988 για τη Γραμμή Φόρτωσης, τροποποιήσεις στο Προσάρτημα Β του Πρωτοκόλλου του 1988 για τη Γραμμή Φόρτωσης, το κείμενο που παρατίθεται στο Παράρτημα του παρόντος ψηφίσματος. 2. ΚΑΘΟΡΙΖΕΙ, σύμφωνα με την παράγραφο 2 (στ)(ii)(ββ) του άρθρου VΙ του Πρωτοκόλλου του 1988 για τη Γραμμή Φόρτωσης, ότι οι εν λόγω τροποποιήσεις θα θεωρούνται ότι έχουν γίνει αποδεκτές την 1η Ιουλίου 2004, εκτός εάν, πριν την ημερομηνία αυτή, περισσότερα από το ένα τρίτο των συμβαλλομένων Κρατών του Πρωτοκόλλου του 1988 για τη Γραμμή Φόρτωσης ή Κρατών ο συνδυασμένος στόλος των οποίων αποτελεί όχι λιγότερο από το 50% της ολικής χωρητικότητας όλων των εμπορικών στόλων όλων των Κρατών, έχουν κοινοποιήσει τις αντιρρήσεις τους ως προς τις τροποποιήσεις. 3. ΠΡΟΣΚΑΛΕΙ τα ενδιαφερόμενα Κράτη να σημειώσουν ότι, σύμφωνα με την παράγραφο 2(ζ)(ii) του άρθρου VΙ του Πρωτοκόλλου του 1988 για τη Γραμμή Φόρτωσης, οι τροποποιήσεις θα τεθούν σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2005, μετά την αποδοχή τους σύμφωνα με την ανωτέρω παράγραφο 2. 4. ΚΑΝΕΙ ΕΚΚΛΗΣΗ στον Γενικό Γραμματέα, σύμφωνα με την παράγραφο 2(ε) του άρθρου VΙ του Πρωτοκόλλου του 1988 για τη Γραμμή Φόρτωσης, να διαβιβάσει πιστοποιημένα αντίγραφα της παρούσας απόφασης και το κείμενο των τροποποιήσεων που περιέχονται στο Παράρτημα σε όλα τα Συμβαλλόμενα Κράτη στο Πρωτόκολλο του 1988 για τη Γραμμή Φόρτωσης. 5. ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΚΑΝΕΙ ΕΚΚΛΗΣΗ στον Γενικό Γραμματέα να διαβιβάσει αντίγραφα της απόφασης αυτής και του Παραρτήματός της στα Μέλη του Οργανισμού που δεν είναι Συμβαλλόμενα Κράτη στο Πρωτόκολλο του 1988 για τη Γραμμή Φόρτωσης. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑΤΟΣ Β΄ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ ΤΟΥ 1988 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΓΡΑΜΜΗ ΦΟΡΤΩΣΗΣ, 1966 1 Το υπάρχον κείμενο του Παραρτήματος Ι του Προσαρτήματος Β΄ αντικαθίσταται από τα παρακάτω: «ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΤΩΝ ΓΡΑΜΜΩΝ ΦΟΡΤΩΣΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΓΕΝΙΚΑ Οι κανονισμοί προϋποθέτουν ότι η φύση και η στοιβασία του φορτίου, του έρματος κλπ, είναι τέτοια ώστε να εξασφαλίζεται επαρκής ευστάθεια του πλοίου και να αποφεύγεται η άσκηση υπερβολικών κατασκευαστικών τάσεων. Οι κανονισμοί προϋποθέτουν επίσης, ότι όπου υπάρχουν διεθνείς απαιτήσεις σχετικές με την ευστάθεια ή την υποδιαίρεση, υπάρχει συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις αυτές. Κανονισμός 1Αντοχή και άθικτη ευστάθεια των πλοίων (1) Η Αρχή απαιτεί η γενική κατασκευαστική αντοχή του πλοίου να είναι επαρκής για το βύθισμα που αντιστοιχεί στο σημειωθέν ύψος εξάλων. (2) Ένα πλοίο μπορεί να θεωρείται ότι παρέχει ένα αποδεκτό επίπεδο αντοχής όταν είναι σχεδιασμένο, κατασκευασμένο και συντηρημένο σύμφωνα με τις αρμόζουσες απαιτήσεις ενός οργανισμού, συμπεριλαμβανομένου ενός Αναγνωρισμένου από την Αρχή Νηογνώμονα, ή με εφαρμογή εθνικών προτύπων από την Αρχή σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 2-1. Οι ανωτέρω προϋποθέσεις εφαρμόζονται σε όλες τις κατασκευές, εξοπλισμό και εγκαταστάσεις που καλύπτονται από το παράρτημα αυτό για το οποίο δεν παρέχονται ρητά πρότυπα για την αντοχή και την κατασκευή. (3) Τα πλοία συμμορφώνονται με ένα πρότυπο άθικτης ευστάθειας αποδεκτό από την Αρχή. Κανονισμός 2Εφαρμογή (1) Σε πλοία με μηχανικά μέσα πρόωσης ή φορτηγίδες, μπάριζες ή άλλα πλοία χωρίς ανεξάρτητα μέσα πρόωσης, ορίζεται ύψος εξάλων σύμφωνα με τις διατάξεις των κανονισμών 1 – 40 συμπεριλαμβανομένου. (2) Σε πλοία τα οποία μεταφέρουν φορτίο ξυλείας επί του καταστρώματος, δύναται να οριστεί, επιπλέον των υψών εξάλων που περιγράφονται στην παράγραφο (1) του παρόντος κανονισμού, ύψη εξάλων ξυλείας σύμφωνα με τις διατάξεις των κανονισμών 41 έως 45. (3) Σε ιστιοφόρα πλοία, που χρησιμοποιούν τα ιστία είτε ως μοναδικό μέσο πρόωσης είτε ως συμπληρωματικό, και σε ρυμουλκά, ορίζονται ύψη εξάλων σύμφωνα με τις διατάξεις των κανονισμών 1 έως 40 συμπεριλαμβανομένου. Επιπλέον ύψος εξάλων μπορεί να απαιτείται από την Αρχή. (4) Σε πλοία από ξύλο ή σύνθετης κατασκευής ή από άλλα υλικά εγκεκριμένα από την Αρχή, ή σε πλοία τα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά των οποίων είναι τέτοια ώστε η εφαρμογή των διατάξεων του Παραρτήματος αυτού να καθίσταται μη εφαρμόσιμη, ορίζονται ύψη εξάλων καθοριζόμενα από την Αρχή. (5) Οι Κανονισμοί 10 έως 26 συμπεριλαμβανομένου, εφαρμόζονται σε κάθε πλοίο στο οποίο ορίζεται κατώτερο ύψος εξάλων. Απαλλαγή από την τήρηση των απαιτήσεων αυτών μπορεί να χορηγηθεί σε πλοίο στο οποίο έχει οριστεί ύψος εξάλων μεγαλύτερο από το ελάχιστο απαιτούμενο, υπό την προϋπόθεση ότι η Αρχή ικανοποιείται από τις παρεχόμενες συνθήκες ασφάλειας. (6) Όπου το οριζόμενο ύψος εξάλων επαυξάνεται έτσι ώστε το προκύπτον βύθισμα να μην είναι μεγαλύτερο από αυτό που αντιστοιχεί σε ένα ελάχιστο ύψος εξάλων θέρους για το ίδιο πλοίο, αλλά για ένα υποτιθέμενο κατάστρωμα ύψους εξάλων που βρίσκεται σε μία απόσταση κάτω από το πραγματικό κατάστρωμα ύψους εξάλων τουλάχιστον ίση με το κανονικό ύψος υπερκατασκευής, οι προϋποθέσεις ορισμού σύμφωνα με τους κανονισμούς 12, 14 – 1 έως 20, 23, 24 και 25, όπως εφαρμόζονται, στο πραγματικό κατάστρωμα ύψους εξάλων μπορεί να είναι ίδιες με αυτές που απαιτούνται για ένα κατάστρωμα υπερκατασκευών. (7) Εκτός αν ρητώς ορίζεται διαφορετικά, οι κανονισμοί του παρόντος παραρτήματος εφαρμόζονται σε πλοία η τρόπιδα των οποίων ετέθη ή βρίσκονταν σε παρόμοιο στάδιο κατασκευής την ή μετά την 1η Ιανουαρίου 2005. (8) Σε πλοία η τρόπιδα των οποίων ετέθη ή βρίσκονταν σε παρόμοιο στάδιο κατασκευής πριν την 1η Ιανουαρίου 2005, η Αρχή εξασφαλίζει ότι πληρούνται οι απαιτήσεις που εφαρμόζονταν από τη Διεθνή Σύμβαση για τη Γραμμή Φόρτωσης του 1966, όπως τροποποιήθηκε με το Πρωτόκολλο του 1988 σχετικά με αυτήν, και υιοθετήθηκε από τη Διεθνή Διάσκεψη για Εναρμονισμένο Σύστημα Επιθεώρησης και Πιστοποίησης, 1988. (9) Ταχύπλοα σκάφη τα οποία συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του Διεθνούς Κώδικα για την ασφάλεια των Ταχύπλοων Σκαφών του 2000 (2000 ΗSC Cοde), που υιοθετήθηκε από την Ναυτιλιακή Επιτροπή για την Ασφάλεια του Οργανισμού με την απόφαση ΜSC.97(73) και τα οποία έχουν επιθεωρηθεί και πιστοποιηθεί όπως ορίζεται στον Κώδικα θεωρούνται ότι συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του παρόντος Παραρτήματος. Τα πιστοποιητικά και οι άδειες που εκδίδονται υπό τον 2000 ΗSC Cοde έχουν την ίδια ισχύ και την ίδια αναγνώριση με τα πιστοποιητικά που εκδίδονται υπό του παρόντος Παραρτήματος. Κανονισμός 2 -1 Εξουσιοδότηση Αναγνωρισμένων Οργανισμών Οι Οργανισμοί, συμπεριλαμβανομένων και των Νηογνωμόνων, που αναφέρονται στο άρθρο 13 της Σύμβασης και στον κανονισμό 1(2) συμμορφώνονται προς τις οδηγίες που υιοθετήθηκαν από τον Οργανισμό με την απόφαση Α.739(18), όπως δύναται να τροποποιηθεί από τον Οργανισμό, και τις προδιαγραφές που υιοθετήθηκαν από τον Οργανισμό με την απόφαση Α.789(19), όπως δύναται να τροποποιηθεί από τον Οργανισμό, υπό την προϋπόθεση ότι τέτοιου είδους τροποποιήσεις υιοθετούνται, έρχονται σε ισχύ και εφαρμόζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου VΙ του παρόντος Πρωτοκόλλου. Κανονισμός 3Προσδιορισμός όρων πουχρησιμοποιούνται στα Παραρτήματα (1) Μήκος (Length) (α) Το μήκος (L) λαμβάνεται ίσο με το 96% του ολικού μήκους μίας ισάλου στο 85% του ελάχιστου κοίλου σχεδιάσεως μετρούμενου από το άνω μέρος της τρόπιδας, ή με το μήκος μετρούμενο από το πρωραίο άκρο της πλώρης (stem) έως τον άξονα του πηδαλίου σε εκείνη την ίσαλο, αν αυτό είναι μεγαλύτερο. (β) Για πλοία χωρίς άξονα πηδαλίου, το μήκος (L) λαμβάνεται ίσο με το 96% του μήκους της ισάλου στο 85% του ελάχιστου κοίλου σχεδιάσεως. (γ) Όπου το περίγραμμα της πλώρης (stem) είναι καμπυλωτό / κοίλο άνωθεν της ισάλου στο 85% του ελάχιστου ύψους σχεδιάσεως, τότε και το πρωραίο άκρο του ολικού μήκους και το πρωραίο άκρο της πλώρης (stem) αντίστοιχα λαμβάνονται επί της κάθετης προβολής του, σε εκείνη την ίσαλο γραμμή του πρυμναίου σημείου του περιγράμματος της πλώρης (πάνω από αυτή την ίσαλο γραμμή) (βλ. σχήμα 3.1). (δ) Σε πλοία με κεκλιμένη τρόπιδα (rake οf keel) η ίσαλος στην οποία μετράται το μήκος αυτό είναι παράλληλη στην ίσαλο σχεδιάσεως στο 85% του ελάχιστου κοίλου σχεδιάσεως (least mοulded depth) Dmin, η οποία υπολογίζεται σχεδιάζοντας μία γραμμή παράλληλη στην τρόπιδα του πλοίου (συμπεριλαμβανομένου και του ποδοστήματος (skeg)) που εφάπτεται στη σιμότητα σχεδίασης (mοulded sheer line) του καταστρώματος ύψους εξάλων. Το ελάχιστο πλευρικό κοίλο σχεδιάσεως είναι η κάθετη απόσταση μετρούμενη από το άνω μέρος της τρόπιδας έως το άνω μέρος της γραμμής του καταστρώματος εξάλων (freebοard deck beam) στην πλευρά στο σημείο επαφής με την εφαπτομένη (βλ. σχήμα 3.2) Σχήμα 3.1 Σχήμα 3.2 (2) Κάθετοι (Ρerpendiculars). Η πρωραία και πρυμναία κάθετος λαμβάνονται στο πρωραίο και στο πρυμναίο άκρο του μήκους (L). Η πρωραία κάθετος συμπίπτει με το πρωραίο άκρο της πλώρης (stem) στην ίσαλο όπου μετράται το μήκος. (3) Μέσον του πλοίου (Αmidships). Το μέσο του πλοίου είναι στο μέσο του μήκους (L). (4) Πλάτος (Βreadth). Εκτός αν ρητώς προβλέπεται διαφορετικά, ως πλάτος (Β) λαμβάνεται το μέγιστο πλάτος του πλοίου, μετρούμενο στο μέσον του πλοίου επί της γραμμής σχεδιάσεως του νομέα ενός πλοίου με μεταλλικό περίβλημα και της εξωτερικής επιφάνειας της γάστρας σε ένα πλοίο με περίβλημα από οποιοδήποτε άλλο υλικό. (5) Πλευρικό ύψος σχεδιάσεως (κοίλο) (Μοulded depth). (α) Το πλευρικό ύψος σχεδιάσεως είναι η κάθετη απόσταση μετρούμενη από το άνω μέρος της τρόπιδας έως το άνω μέρος του ζυγού του καταστρώματος ύψους εξάλων (freebοard deck beam) στην πλευρά. Σε πλοία ξύλινα ή σύνθετης κατασκευής (cοmpοsite) η απόσταση μετράται από το χαμηλότερο άκρο (της γλυφής / συναρμογής) / αρμού (rabbet) της τρόπιδας. Όπου το κατώτερο μέρος του μέσου τομέως του πλοίου είναι κοίλου σχήματος, ή όπου έχουν τοποθετηθεί παχιά ελάσματα δίπλα στην τρόπιδα, η απόσταση μετράται από το σημείο όπου η ευθεία γραμμή από το επίπεδο τμήμα του πυθμένα προεκτεινόμενη προς το εσωτερικό του πλοίου τέμνει την πλευρά της τρόπιδας. (β) Σε πλοία με στρογγυλεμένη πλευρά καταστρώματος / υδρορροή (gunwale), το πλευρικό ύψος σχεδιάσεως μετράται έως το σημείο τομής των προεκτάσεων των γραμμών σχεδιάσεως καταστρώματος και πλευρών, σαν να ήταν η υδρορροή σχεδιασμένη με γωνία. (γ) Όπου το κατάστρωμα ύψους εξάλων είναι κλιμακωτό και το ανυψωμένο τμήμα του καταστρώματος εκτείνεται πέραν του σημείου από όπου μετράται το πλευρικό ύψος σχεδίασης τότε το πλευρικό ύψος μετράται ως προς μία γραμμή αναφοράς η οποία εκτείνεται από το κατώτερο τμήμα του καταστρώματος παράλληλα στο ανυψωμένο τμήμα. (6) Κοίλο για το ύψος εξάλων (D) (Depth fοr free­bοard) (α) Ως κοίλο για το ύψος εξάλων (D) λαμβάνεται το πλευρικό ύψος σχεδιάσεως στο μέσο του πλοίου, επιπλέον του πάχους του καταστρώματος ύψους εξάλων στην πλευρά. (β) Ως κοίλο για το ύψος εξάλων σε ένα πλοίο με στρογγυλεμένη πλευρά καταστρώματος / υδρορροή (gunwale), με ακτίνα μεγαλύτερη από το 4% του πλάτους (Β) ή με άνω μέρος πλευρών (tοpsides) ασυνήθιστου σχήματος, λαμβάνεται το κοίλο για ύψος εξάλων ενός πλοίου που έχει μέσο τομέα με κατακόρυφο άνω μέρος πλευρών και με το ίδιο κυρτό καταστρώματος και επιφάνεια εγκάρσιας τομής του άνω μέρους των πλευρών (tοpsides) ίση με αυτή που προβλέπεται από τον πραγματικό μέσο τομέα. (7) Συντελεστής εκτοπίσματος (Βlοck cοefficient). (α) Ο συντελεστής εκτοπίσματος Cb δίνεται από τον τύπο: όπου? είναι ο όγκος εκτοπίσματος σχεδίασης του πλοίου, εξαιρουμένων των προσαρτημάτων, σε πλοίο με μεταλλικό περίβλημα, και ο όγκος εκτοπίσματος έως την εξωτερική επιφάνεια της γάστρας σε ένα πλοίο με περίβλημα από οποιοδήποτε άλλο υλικό, και τα δύο λαμβανόμενα σε ένα βύθισμα σχεδίασης d1, και όπου d1 είναι το 85% του ελάχιστου κοίλου σχεδίασης (β) Κατά τον υπολογισμό του συντελεστή εκτοπίσματος ενός σκάφους με πολλαπλές γάστρες (multi-hull craft), χρησιμοποιείται το μέγιστο πλάτος (Β) όπως αυτό ορίζεται στην παράγραφο (4), και όχι το πλάτος μίας μόνης γάστρας. (8) Ύψος εξάλων (Freebοard). Το οριζόμενο ύψος εξάλων είναι η κατακόρυφη απόσταση μετρούμενη στο μέσο του πλοίου από την άνω όψη της γραμμής καταστρώματος έως την άνω όψη της αντίστοιχης γραμμής φόρτωσης. (9) Κατάστρωμα ύψους εξάλων (Freebοard deck). (α) Το κατάστρωμα ύψους εξάλων είναι κανονικά το ανώτερο πλήρες κατάστρωμα εκτεθειμένο στον καιρό και τη θάλασσα, το οποίο έχει μόνιμα μέσα κλεισίματος όλων των εκτεθειμένων στον καιρό ανοιγμάτων του, και κάτω από το οποίο όλα τα ανοίγματα επί των πλευρών του πλοίου είναι εξοπλισμένα με μόνιμα μέσα υδατοστεγούς κλεισίματος. (β) Κατώτερο κατάστρωμα ως κατάστρωμα ύψους εξάλων. Κατ΄ επιλογή του πλοιοκτήτη και υπό τον όρο της εγκρίσεως από την Αρχή, ένα κατώτερο κατάστρωμα μπορεί να οριστεί ως κατάστρωμα ύψους εξάλων υπό την προϋπόθεση ότι είναι ένα πλήρες και μόνιμο κατάστρωμα συνεχόμενο προς πρώρα και προς πρύμα τουλάχιστον μεταξύ του χώρου μηχανών και των φρακτών συγκρούσεως και συνεχόμενου κατά το εγκάρσιο. (i) Όταν το κατώτερο αυτό κατάστρωμα είναι κλιμακωτό, ως κατάστρωμα ύψους εξάλων λαμβάνεται η κατώτερη γραμμή του καταστρώματος αυτού και η συνέχιση της γραμμής αυτής παράλληλα στο άνω τμήμα του καταστρώματος. (ii) Όταν ένα κατώτερο κατάστρωμα ορίζεται ως το κατάστρωμα ύψους εξάλων, το τμήμα της γάστρας το οποίο εκτείνεται πάνω από το κατάστρωμα εξάλων αντιμετωπίζεται ως υπερκατασκευή όσον αφορά στην εφαρμογή των συνθηκών προσδιορισμού και υπολογισμού του ύψους εξάλων. Από το κατάστρωμα αυτό υπολογίζεται το ύψος εξάλων. (iii) Όταν ένα κατώτερο κατάστρωμα ορίζεται ως κατάστρωμα ύψους εξάλων, ένα τέτοιο κατάστρωμα αποτελείται τουλάχιστον από κατάλληλα ενισχυμένους λώρους (stringers) στις πλευρές του πλοίου και εγκάρσια σε κάθε υδατοστεγή φρακτή η οποία εκτείνεται έως το ανώτερο κατάστρωμα, εντός των χώρων φορτίου. Το πλάτος των λώρων (stringers) δεν είναι μικρότερο από αυτό που είναι πρακτικά επιτρεπτό να τοποθετηθεί λαμβάνοντας υπόψη την κατασκευή και τη λειτουργία του πλοίου. Οποιαδήποτε διάταξη των λούρων είναι τέτοια έτσι ώστε να ικανοποιούνται και κατασκευαστικές απαιτήσεις. (γ) Ασυνεχές κατάστρωμα ύψους εξάλων, κλιμακωτό κατάστρωμα ύψους εξάλων. (i) Όπου υπάρχει εσοχή (recess) στο κατάστρωμα ύψους εξάλων η οποία εκτείνεται έως τις πλευρές του πλοίου και υπερβαίνει το ένα μέτρο σε μήκος, η κατώτερη γραμμή του εκτεθειμένου καταστρώματος και η συνέχιση αυτής παράλληλα στο ανώτερο τμήμα του καταστρώματος λαμβάνεται ως το κατάστρωμα ύψους εξάλων (βλ. σχήμα 3.3). (ii) Όπου υπάρχει εσοχή (recess) στο κατάστρωμα ύψους εξάλων η οποία δεν εκτείνεται έως τις πλευρές του πλοίου, ως κατάστρωμα ύψους εξάλων λαμβάνεται το άνω τμήμα του καταστρώματος. (iii) Οι εσοχές, που δεν εκτείνονται από πλευρά σε πλευρά, σε ένα κατάστρωμα κάτω από το εκτεθειμένο κατάστρωμα, το οποίο έχει ληφθεί ως κατάστρωμα ύψους εξάλων, δύνανται να αγνοηθούν, υπό την προϋπόθεση ότι όλα τα ανοίγματα στο εκτεθειμένο στον καιρό κατάστρωμα (weather deck) φέρουν καιροστεγή μέσα κλεισίματος. (iν) Λαμβάνεται μέριμνα για την αποστράγγιση των εκτεθειμένων εσοχών καθώς και των επιδράσεων των ελευθέρων επιφανειών στην ευστάθεια. (ν) Οι διατάξεις των εδαφίων (i) έως (ν) δεν προορίζονται να εφαρμοστούν σε βυθοκόρους (dredger), φορτηγίδες βυθοκόρων (hοpper barges) ή σε άλλους παρόμοιους τύπους πλοίων με μεγάλα ανοιχτά κύτη (hοlds), όπου κάθε περίπτωση χρειάζεται ξεχωριστή θεώρηση. Σχήμα 3.3 (10) Υπερκατασκευή (Superstructure) (α) Ως υπερκατασκευή λαμβάνεται μία κλειστή από πάνω κατασκευή επί του καταστρώματος ύψους εξάλων, η οποία εκτείνεται από πλευρά σε πλευρά του πλοίου ή της οποίας το πλευρικό έλασμα δεν βρίσκεται εσωτερικά του ελάσματος πλευράς του πλοίου περισσότερο από 4% του πλάτους (Β). (β) Κλειστή υπερκατασκευή (enclοsed superstructure) είναι μια υπερκατασκευή με: (i) περικλείοντα διαφράγματα (enclοsing bulkheads) ικανής κατασκευής, (ii) τα ανοίγματα πρόσβασης στα διαφράγματα αυτά, αν υπάρχουν, φέρουν θύρες που συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του κανονισμού 12, (iii) όλα τα άλλα ανοίγματα στις πλευρές ή τα άκρα της υπερκατασκευής φέρουν ικανά καιροστεγή μέσα κλεισίματος. Μία γέφυρα ή ένα επίστεγο δεν θεωρούνται κλειστές υπερκατασκευές εκτός αν προβλέπονται κάθοδοι, από οποιοδήποτε σημείο του ανώτατου πλήρους εκτεθειμένου καταστρώματος ή ψηλότερα, για το πλήρωμα για να φτάσει στους χώρους μηχανών ή σε άλλους χώρους εργασίας, εντός αυτών των υπερκατασκευών με εναλλακτικά μέσα τα οποία διατίθενται πάντα όταν τα ανοίγματα των διαφραγμάτων είναι κλειστά. (γ) Το ύψος μίας υπερκατασκευής είναι το ελάχιστο κατακόρυφο ύψος μετρούμενο στην πλευρά από το άνω μέρος των ζυγών του καταστρώματος της υπερκατασκευής στο άνω μέρος των ζυγών του καταστρώματος ύψους εξάλων (freebοard deck beams). (δ) Το μήκος της υπερκατασκευής (S) είναι το μέσο μήκος του τμήματος της υπερκατασκευής το οποίο βρίσκεται εντός του μήκους (L). (ε) Γέφυρα είναι μια υπερκατασκευή που δεν εκτείνεται ούτε στην πρωραία ούτε στην πρυμναία κάθετο. (στ) Επίστεγο, είναι μια υπερκατασκευή που εκτείνεται από την πρυμναία κάθετο προς πρώρα έως ένα σημείο πρύμνηθεν της πρωραίας καθέτου. Το επίστεγο μπορεί να άρχεται από ένα σημείο πρύμνηθεν της πρυμναίας καθέτου. (ζ) Πρόστεγο, είναι μια υπερκατασκευή που εκτείνεται από την πρωραία κάθετο προς πρύμα έως ένα σημείο πρώραθεν της πρυμναίας καθέτου. Το πρόστεγο μπορεί να άρχεται από ένα σημείο πρώραθεν της πρωραίας καθέτου. (η) Πλήρης υπερκατασκευή, είναι μια υπερκατασκευή η οποία, κατ΄ ελάχιστο, εκτείνεται από την πρωραία έως την πρυμναία κάθετο. (θ) Ανυψωμένο πρυμναίο ανώτερο κατάστρωμα (raised quarter deck), είναι μια υπερκατασκευή η οποία εκτείνεται πρώραθεν από την πρυμναία κάθετο, γενικά έχει ένα ύψος μικρότερο από μια κανονική υπερκατασκευή, και έχει ένα αδιάτρητο μετωπικό διάφραγμα (intact frοnt bulkhead) (παραφωτίδες μη-ανοιγόμενου τύπου με ικανά εσωτερικά καλύμματα (deadlights) και βιδωτά καλύμματα ανθρωποθυρίδων) (βλ. σχήμα 3.4). Όπου το πρωραίο διάφραγμα (fοrward bulkhead) δεν είναι αδιάτρητο (intact) λόγω της ύπαρξης θυρών και ανοιγμάτων για πρόσβαση, τότε η υπερκατασκευή θα θεωρείται ως επίστεγο (pοοp). Σχήμα 3.4 (11) Κατάστρωμα υπερκατασκευών (Superstructure deck), είναι ένα κατάστρωμα που σχηματίζει το άνω όριο μιας υπερκατασκευής. (12) Πλοίο με λείο κατάστρωμα (Flush deck ship) είναι αυτό που δεν φέρει υπερκατασκευή επί του καταστρώματος εξάλων. (13) Καιροστεγές (weathertight) σημαίνει ότι σε οποιαδήποτε κατάσταση θάλασσας το νερό δεν θα εισχωρήσει στο πλοίο. (14) Υδατοστεγές (Watertight) σημαίνει ικανό να εμποδίσει τη διέλευση νερού, διά μέσω της κατασκευής, προς οποιαδήποτε διεύθυνση με ένα κατάλληλο περιθώριο αντίστασης, υπό πίεση σε μέγιστο ύψος στήλης ύδατος την οποία μπορεί να χρειαστεί αντέξει,. (15) Χάσμα / χαβούζα / φρεάτιο (well) είναι οποιαδήποτε περιοχή επί του εκτεθειμένου στον καιρό καταστρώματος, όπου μπορεί να παγιδευτεί νερό. Χάσματα θεωρούνται περιοχές του καταστρώματος οριζόμενες σε δύο ή περισσότερες πλευρές από κατασκευές επί του καταστρώματος. Κανονισμός 4Γραμμή καταστρώματος Η γραμμή καταστρώματος είναι μία οριζόντια γραμμή μήκους 300 mm και πλάτους 25 mm. Χαράζεται στο μέσο σε κάθε πλευρά του πλοίου, και το άνω άκρο της κανονικά διέρχεται από το σημείο όπου η συνέχιση προς τα έξω της άνω επιφάνειας του καταστρώματος εξάλων τέμνει την εξωτερική επιφάνεια του περιβλήματος (όπως φαίνεται στο σχήμα 4.1), προβλεπομένου ότι η γραμμή καταστρώματος μπορεί να τοποθετηθεί σε σχέση με ένα άλλο σταθερό σημείο επί του πλοίου υπό τον όρο ότι το ύψος εξάλων διορθώνεται αντίστοιχα. Η θέση του σημείου αναφοράς και ο προσδιορισμός του καταστρώματος ύψους εξάλων, σε όλες τις περιπτώσεις, αναγράφεται στο Διεθνές Πιστοποιητικό της Γραμμής Φόρτωσης. Σχήμα 4.1 Γραμμή καταστρώματος Κανονισμός 5Σήμανση γραμμής φόρτωσης Η σήμανση της γραμμής φόρτωσης αποτελείται από ένα δακτύλιο εξωτερικής διαμέτρου 300 mm και πλάτους 25 mm ο οποίος τέμνεται από μία οριζόντια γραμμή μήκους 450 mm και πλάτους 25 mm, η άνω όψη της οποίας διέρχεται από το κέντρο του δακτυλίου. Το κέντρο του δακτυλίου τοποθετείται στο μέσο του πλοίου σε μία απόσταση ίση με το οριζόμενο ύψος εξάλων θέρους μετρούμενο κατακόρυφα κάτω από την άνω όψη της γραμμής καταστρώματος (όπως φαίνεται στο σχήμα 6.1). Κανονισμός 6Γραμμές που χρησιμοποιούνταιμε τη Σήμανση της Γραμμής Φόρτωσης (1) Οι γραμμές που υποδεικνύουν την οριζόμενη, σύμφωνα με αυτούς τους κανονισμούς, γραμμή φόρτωσης είναι οριζόντιες γραμμές μήκους 230 mm και πλάτους 25 mm οι οποίες εκτείνονται προς πρώρα από, και σε ορθή γωνία, με μία κατακόρυφη γραμμή πλάτους 25 mm χαραγμένης σε απόσταση 540 mm πρώρα από το κέντρο του δακτυλίου (όπως φαίνεται στο σχήμα 6.1), εκτός αν ρητώς ορίζεται διαφορετικά. (2) Χρησιμοποιούνται οι ακόλουθες γραμμές φόρτωσης: (α) Η Γραμμή Φόρτωσης Θέρους (Summer Lοad Line), οριζόμενη από την άνω όψη της γραμμής που διέρχεται από το κέντρο του δακτυλίου και από μία γραμμή σημειούμενης με το γράμμα S. (β) Η Γραμμή Φόρτωσης Χειμώνα (Winter Lοad Line), οριζόμενη από την άνω όψη μίας γραμμής σημειούμενης με το γράμμα W. (γ) Η Γραμμή Φόρτωσης Χειμώνα Βορείου Ατλαντικού (Winter Νοrth Αtlantic Lοad Line), οριζόμενη από την άνω όψη μίας γραμμής σημειούμενης με τα γράμματα WΝΑ. (δ) Η Τροπική Γραμμή Φόρτωσης (Τrοpical Lοad Line), οριζόμενη από την άνω όψη μίας γραμμής σημειούμενης με το γράμμα Τ. (ε) Η Γραμμή Φόρτωσης σε Γλυκό Νερό κατά το θέρος (Fresh Water Lοad Line), οριζόμενη από την άνω όψη μίας γραμμής σημειούμενης με το γράμμα F. Η Γραμμή Φόρτωσης σε γλυκό νερό κατά το θέρος σημειώνεται πρύμνηθεν της κατακόρυφης γραμμής. Η διαφορά ανάμεσα στη Γραμμή Φόρτωσης σε γλυκό νερό και στη Γραμμή Φόρτωσης Θέρους είναι το επιτρεπόμενο περιθώριο φόρτωσης σε γλυκό νερό στις άλλες γραμμές φόρτωσης. (στ) Η Τροπική Γραμμή Φόρτωσης σε γλυκό νερό (Τrοpical Fresh Water Lοad Line), οριζόμενη από την άνω όψη μίας γραμμής σημειούμενης με τα γράμματα ΤF και σημειώνεται πρύμα της κατακόρυφης γραμμής. (3) Αν σημειώνονται ύψη εξάλων ξυλείας σύμφωνα με αυτούς τους κανονισμούς, οι γραμμές φόρτωσης ξυλείας σημειώνονται επιπρόσθετα των κοινών γραμμών φόρτωσης. Οι γραμμές αυτές θα είναι οριζόντιες γραμμές μήκους 230 mm και πλάτους 25 mm οι οποίες εκτείνονται προς πρύμα, εκτός αν ρητώς ορίζεται διαφορετικά, και είναι σε ορθή γωνία σε μία κατακόρυφη γραμμή πλάτους 25 mm σημειούμενης σε απόσταση 540 mm πρύμα του κέντρου του δακτυλίου (όπως φαίνεται στο σχήμα 6.2). (4) Χρησιμοποιούνται οι ακόλουθες γραμμές φόρτωσης ξυλείας; (α) Η Γραμμή Φόρτωσης Ξυλείας Θέρους (Summer Τimber Lοad Line), οριζόμενη από την άνω όψη μίας γραμμής σημειούμενης με τα γράμματα LS. (β) Η Γραμμή Φόρτωσης Ξυλείας Χειμώνα (Winter Τimber Lοad Line), οριζόμενη από την άνω όψη μίας γραμμής σημειούμενης με τα γράμματα LW. (γ) Η Γραμμή Φόρτωσης Ξυλείας Χειμώνα Βορείου Ατλαντικού (Winter Νοrth Αtlantic Τimber Lοad Line), οριζόμενη από την άνω όψη μίας γραμμής σημειούμενης με τα γράμματα LWΝΑ. (δ) Η Τροπική Γραμμή Φόρτωσης Ξυλείας (Τrοpical Τimber Lοad Line), οριζόμενη από την άνω όψη μίας γραμμής σημειούμενης με τα γράμματα LΤ. (ε) Η Γραμμή Φόρτωσης Ξυλείας σε Γλυκό Νερό κατά το θέρος (Fresh Water Τimber Lοad Line), οριζόμενη από την άνω όψη μίας γραμμής σημειούμενης με τα γράμματα LF η οποία σημειώνεται πρώρα από την κατακόρυφη γραμμή. Η διαφορά ανάμεσα στη Γραμμή Φόρτωσης Ξυλείας σε γλυκό νερό και τη Γραμμή Φόρτωσης Ξυλείας Θέρους είναι το επιτρεπόμενο περιθώριο φόρτωσης σε γλυκό νερό στις άλλες γραμμές φόρτωσης. (στ) Η Τροπική Γραμμή Φόρτωσης Ξυλείας σε γλυκό νερό (Τrοpical Fresh Water Τimber Lοad Line), οριζόμενη από την άνω όψη μίας γραμμής σημειούμενης με τα γράμματα LΤF και σημειώνεται πρώρα της κατακόρυφης γραμμής. (5) Όπου τα χαρακτηριστικά ενός πλοίου ή η φύση της υπηρεσίας του πλοίου ή περιορισμοί ναυσιπλοΐας καθιστούν οποιαδήποτε από τις εποχικές γραμμές ανεφάρμοστες, οι γραμμές αυτές μπορούν να παραλείπονται. (6) Σε περίπτωση που σε ένα πλοίο έχει σημειωθεί ύψος εξάλων μεγαλύτερο από το ελάχιστο απαιτούμενο έτσι ώστε η γραμμή φόρτωσης να είναι χαραγμένη σε μία θέση που αντιστοιχεί, ή είναι κάτω από, την κατώτατη εποχική γραμμή φόρτωσης που ορίζεται στο ελάχιστο ύψος εξάλων σύμφωνα με το παρόν Πρωτόκολλο, απαιτείται η χάραξη μόνο της Γραμμής Φόρτωσης σε Γλυκό Νερό. (7) Όπου μία Γραμμή Φόρτωσης Βορείου Ατλαντικού ταυτίζεται με τη Γραμμή Φόρτωσης Χειμώνα που αντιστοιχεί στην ίδια κατακόρυφη γραμμή, η γραμμή φόρτωσης αυτή σημειώνεται με το γράμμα W. (8) Εναλλακτικές / πρόσθετες γραμμές φόρτωσης που απαιτούνται από άλλες διεθνείς συμβάσεις σε ισχύ δύνανται να χαράσσονται επί και πρύμα της κατακόρυφης γραμμής που καθορίζεται στην παράγραφο (1). Σχήμα 6.1 Σήμανση της Γραμμής Φόρτωσης και Γραμμές που χρησιμοποιούνται. Σχήμα 6.2 Σήμανση της γραμμής φόρτωσης ξυλείας και γραμμές που χρησιμοποιούνται. Κανονισμός 7Χαρακτηριστικά της καθορίζουσας Αρχής Τα χαρακτηριστικά της Αρχής υπό της οποίας ορίζονται οι γραμμές φόρτωσης δύνανται να χαράσσονται κατά μήκος του δακτυλίου της γραμμής φόρτωσης πάνω από την οριζόντια γραμμή που διέρχεται από το κέντρο του δακτυλίου ή άνωθεν και κάτωθεν αυτής. Τα χαρακτηριστικά αυτά δεν αποτελούνται από περισσότερα από τέσσερα αρχικά γράμματα προσδιοριστικά του ονόματος της Αρχής, τα οποία, κατά προσέγγιση, είναι ύψους 115 mm και πλάτους 75 mm έκαστο. Κανονισμός 8Λεπτομέρειες χάραξης Ο δακτύλιος, οι γραμμές και τα γράμματα χρωματίζονται λευκά ή κίτρινα επί σκούρου χρώματος επιφάνειας ή μαύρα επί επιφάνειας ανοιχτού χρώματος. Επίσης χαράσσονται μόνιμα επί των πλευρών του πλοίου σύμφωνα με την ικανοποίηση της Αρχής. Τα σημεία είναι πλήρως ορατά και, αν είναι απαραίτητο, γίνονται ειδικές διευθετήσεις για το σκοπό αυτό. Κανονισμός 9Πιστοποίηση της σήμανσης Το Διεθνές Πιστοποιητικό Γραμμής Φόρτωσης δεν επιδίδεται στο πλοίο έως ότου αξιωματικός ή επιθεωρητής, ενεργώντας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 της Σύμβασης, πιστοποιήσει ότι η σήμανση χαράχτηκε σωστά και μόνιμα επί των πλευρών του πλοίου. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΣΥΝΘΗΚΕΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΥΨΟΥΣ ΕΞΑΛΩΝ Κανονισμός 10Πληροφορίες παρεχόμενες στον πλοίαρχο (1) Ο πλοίαρχος κάθε νέου πλοίου εφοδιάζεται με πληροφορίες για τη διευθέτηση της φόρτωσης και του ερματισμού του πλοίου του με τέτοιο τρόπο ώστε να αποφεύγεται η δημιουργία οποιονδήποτε ανεπιθύμητων τάσεων στην κατασκευή του πλοίου, υπό την προϋπόθεση ότι η απαίτηση αυτή δεν εφαρμόζεται σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο μήκος, σχεδίαση ή κλάση πλοίου όπου η Αρχή το θεωρεί μη απαραίτητο. (2) Οι πληροφορίες παρέχονται στον πλοίαρχο υπό μορφή εγκεκριμένη από την Αρχή ή ένα αναγνωρισμένο οργανισμό. Πληροφορίες ευστάθειας και φόρτωσης που επίσης σχετίζονται με την αντοχή του πλοίου όταν απαιτούνται από την παράγραφο (1), υπάρχουν συνέχεια στο πλοίο μαζί με αποδεικτικά στοιχεία ότι οι πληροφορίες έχουν εγκριθεί από την Αρχή. (3) Ένα πλοίο που δεν απαιτείται, σύμφωνα με την ισχύουσα Διεθνή Σύμβαση για την Ασφάλεια της Ζωής στη Θάλασσα (SΟLΑS), να υποβάλλεται σε πείραμα ευστάθειας μετά την ολοκλήρωσή του: (α) ελέγχεται με κλίση και προσδιορίζεται το πραγματικό εκτόπισμα και η θέση του κέντρου βάρους για την κατάσταση άφορτου σκάφους, (β) μπορεί να μην εκτελέσει πείραμα ευστάθειας με την ολοκλήρωσή του, εάν η Αρχή το επιτρέψει, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν βασικά στοιχεία ευστάθειας από το πείραμα ευστάθειας αδελφού πλοίου και αποδεικνύεται, εφ΄ όσον ικανοποιούν την Αρχή, ότι από τέτοια βασικά στοιχεία λαμβάνονται αξιόπιστες πληροφορίες ευστάθειας για το πλοίο. (γ) αν η Αρχή αποφασίσει ότι η εκτέλεση ενός πειράματος ευστάθειας δεν είναι εφικτή ή ασφαλής ή παράγει ανακριβή αποτελέσματα λόγω συγκεκριμένων αναλογιών, διατάξεων, αντοχής ή μορφής της γάστρας ενός πλοίου, προσδιορίζονται τα χαρακτηριστικά άφορτου σκάφους του πλοίου από αναλυτικό υπολογισμό βάρους επιβεβαιωμένο από έλεγχο άφορτου σκάφους (lightweight surνey), (δ) εφοδιάζεται με τέτοιου είδους πληροφορίες* για χρήση του πλοιάρχου όπως είναι απαραίτητο, που τον καθιστούν ικανό, με γρήγορες και απλές διαδικασίες, να λαμβάνει ακριβείς οδηγίες ως προς την ευστάθεια του πλοίου κάτω από όλες τις συνθήκες που είναι πιθανό να συναντήσει σε κανονική υπηρεσία, και (ε) διαθέτει στο πλοίο ανά πάσα στιγμή τις εγκεκριμένες πληροφορίες ευστάθειας μαζί με στοιχεία ότι οι πληροφορίες αυτές έχουν εγκριθεί από την Αρχή. (4) Όπου έχουν γίνει αλλαγές σε ένα πλοίο οι οποίες επηρεάζουν ουσιαστικά τις παρεχόμενες στον πλοίαρχο πληροφορίες φόρτωσης ή ευστάθειας, παρέχονται τροποποιημένες πληροφορίες. Αν είναι απαραίτητο, το πλοίο υποβάλλεται ξανά σε πείραμα ευστάθειας. Κανονισμός 11Ακραία διαφράγματα υπερκατασκευών Τα διαφράγματα στα εκτεθειμένα άκρα κλειστών υπερκατασκευών έχουν αποδεκτό επίπεδο αντοχής. Κανονισμός 12Θύρες (1) Όλα τα ανοίγματα εισόδου στα άκρα των κλειστών υπερκατασκευών έχουν θύρες από χάλυβα ή άλλο ισοδύναμο υλικό, μόνιμα και ισχυρά προσαρμοσμένες επί του διαφράγματος, και με τέτοιο τρόπο πλαισιωμένες, ενισχυμένες και εξοπλισμένες ώστε ολόκληρη η κατασκευή να είναι ισοδύναμης αντοχής με το αδιαπέραστο διάφραγμα και καιροστεγής όταν είναι κλειστή. Τα μέσα για την εξασφάλιση της καιροστεγανότητας των θυρών αποτελούνται από παρεμβύσματα και συσκευές σύσφιξης ή άλλα ισοδύναμα μέσα και είναι μόνιμα προσαρμοσμένα επί του διαφράγματος ή επί αυτών των θυρών, οι δε θύρες είναι κατασκευασμένες έτσι ώστε να δύνανται να χειρίζονται και από τις δύο πλευρές του διαφράγματος. (2) Εκτός αν επιτρέπεται διαφορετικά από την Αρχή, οι θύρες ανοίγουν προς τα έξω ώστε να παρέχουν επιπλέον ασφάλεια ενάντια στην επίδραση της θάλασσας. (3) Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά σε αυτούς τους κανονισμούς, το ύψος των κατωφλίων (sills) των ανοιγμάτων εισόδου επί των διαφραγμάτων στα άκρα των κλειστών υπερκατασκευών είναι τουλάχιστον 380 mm πάνω από το κατάστρωμα. (4) Αποφεύγονται φορητά κατώφλια. Ωστόσο, για να διευκολύνεται η φόρτωση / εκφόρτωση βαρέων ανταλλακτικών ή παρεμφερών, μπορούν να τοποθετηθούν φορητά κατώφλια υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) τοποθετούνται πριν τον απόπλου του πλοίου, και (β) φέρουν παρεμβύσματα και ασφαλίζονται με πυκνά τοποθετημένους περαστούς κοχλίες. Κανονισμός 13Θέση των ανοιγμάτων κυτών,θυρών και εξαεριστήρων Για το σκοπό αυτών των Κανονισμών, δύο θέσεις των ανοιγμάτων κυτών, θυρών και εξαεριστήρων καθορίζονται ως ακολούθως: Θέση 1 - Επί των εκτεθειμένων καταστρωμάτων εξάλων και των ανυψωμένων πρυμναίων ανωτέρων καταστρωμάτων, και επί των εκτεθειμένων καταστρωμάτων υπερκατασκευών κείμενα πρώραθεν ενός σημείου που απέχει από την πρωραία κάθετο απόσταση ίση με το ένα τέταρτο του μήκους του πλοίου. Θέση 2 - Επί εκτεθειμένων καταστρωμάτων υπερκατασκευών κείμενων πρύμνηθεν της πρωραίας καθέτου σε απόσταση ίση με το ένα τέταρτο του μήκους του πλοίου από αυτή και τοποθετημένα σε απόσταση τουλάχιστον ίση με ένα κανονικό ύψος υπερκατασκευής επάνω από το κατάστρωμα εξάλων. Επί εκτεθειμένων καταστρωμάτων υπερκατασκευών κείμενα πρώραθεν ενός σημείου που απέχει από την πρωραία κάθετο απόσταση ίση με το ένα τέταρτο του μήκους του πλοίου και τοποθετημένα σε απόσταση ίση με τουλάχιστον δύο φορές το κανονικό ύψος υπερκατασκευής επάνω από το κατάστρωμα εξάλων. Κανονισμός 14Ανοίγματα κυτών φορτίου και λοιπούς σκοπούς (1) Η κατασκευή και τα μέσα διασφάλισης της καιροστεγανότητας των ανοιγμάτων κυτών για το φορτίο και λοιπούς σκοπούς στις θέσεις 1 και 2 είναι τουλάχιστον ισοδύναμα προς τις απαιτήσεις του κανονισμού 16, εκτός αν η Αρχή επιτρέψει την εφαρμογή του κανονισμού 15 σε τέτοιου είδους ανοίγματα κυτών. (2) Τοιχώματα και καλύμματα κυτών σε εκτεθειμένα ανοίγματα κυτών επί καταστρωμάτων πάνω από το κατάστρωμα υπερκατασκευών συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις της Αρχής. Κανονισμός 14-1Τοιχώματα στομίων κυτών (1) Τα τοιχώματα των στομίων κυτών είναι ουσιαστικής κατασκευής σύμφωνα με τη θέση τους, και το ύψος τους πάνω από το κατάστρωμα είναι τουλάχιστον ίσο με: (α) 600 mm προκειμένου για τη θέση 1, και (β) 450 mm προκειμένου για τη θέση 2. (2) Στην περίπτωση στομίων κυτών τα οποία συμμορφώνονται με τους κανονισμούς 16(2) έως (5), το ύψος των τοιχωμάτων αυτών δύναται να μειωθεί, ή να παραληφθούν εντελώς τα τοιχώματα, υπό την προϋπόθεση ότι η Αρχή ικανοποιείται ότι δεν επηρεάζεται η ασφάλεια του πλοίου με αυτόν τον τρόπο σε οποιαδήποτε κατάσταση θάλασσας. Κανονισμός 15Στόμια κυτών που κλείνουν με φορητά καλύμματακαι ασφαλίζονται καιροστεγώςμε οθόνινα καλύμματα και ράβδους στερέωσης Καλύμματα κυτών (1) Το πλάτος κάθε τριβόμενης επιφάνειας εδράνου των καλυμμάτων των στομίων κυτών θα είναι τουλάχιστον 65 mm. (2) Όπου τα καλύμματα είναι ξύλινης κατασκευής, το τελικό πάχος είναι τουλάχιστον 60 mm σε συνδυασμό με ανυποστήρικτο άνοιγμα όχι μεγαλύτερο από 1,5m. (3) Όπου τα καλύμματα είναι κατασκευασμένα από μαλακό χάλυβα η αντοχή υπολογίζεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις των κανονισμών 16(2) έως (4) και το γινόμενο της προκύπτουσας με αυτόν τον τρόπο μέγιστης τάσης με το συντελεστή 1,25 δεν υπερβαίνει το ελάχιστο ανώτερο όριο διαρροής του υλικού. Είναι σχεδιασμένα έτσι ώστε το βέλος κάμψης υπό αυτά τα φορτία να μην υπερβαίνει το 0,0056 του ανυποστήρικτου ανοίγματος. Φορητά ζυγά (4) Όπου τα φορητά ζυγά που χρησιμοποιούνται για την υποστήριξη των καλυμμάτων κυτών είναι κατασκευασμένα από μαλακό χάλυβα, η αντοχή υπολογίζεται με υποθετικά βάρη όχι μικρότερα από 3,5 t/m2 προκειμένου για στόμια κύτους στη θέση 1 και όχι μικρότερα από 2,6 t/m2 προκειμένου για στόμια κύτους στη θέση 2 και το γινόμενο της προκύπτουσας με αυτόν τον τρόπο μέγιστης τάσης με το συντελεστή 1,47 δεν υπερβαίνει το ελάχιστο ανώτερο όριο διαρροής του υλικού. Είναι σχεδιασμένα έτσι ώστε το βέλος κάμψης υπό αυτά τα φορτία να μην υπερβαίνει το 0,0044 του ανυποστήρικτου ανοίγματος. (5) Τα θεωρούμενα φορτία στα στόμια κύτους στη θέση 1 δύνανται να μειωθούν σε 2 t/m2 για πλοία μήκους 24 m και δεν είναι μικρότερα από 3,5 t/m2 για πλοία μήκους 100 m. Τα αντίστοιχα φορτία σε στόμια κύτους στη θέση 2 δύνανται να μειωθούν σε 1,5 t/m2 και 2,6 t/m2, αντίστοιχα. Σε κάθε περίπτωση, οι τιμές για τα ενδιάμεσα μήκη λαμβάνονται με γραμμική παρεμβολή. Μεταλλικά καλύμματα (6) Όπου χρησιμοποιούνται μεταλλικά καλύμματα αντί για φορητά ζυγά και τα καλύμματα αυτά είναι κατασκευασμένα από μαλακό χάλυβα, η αντοχή υπολογίζεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις των κανονισμών 16(2) έως (4) και το γινόμενο της προκύπτουσας με αυτόν τον τρόπο μέγιστης τάσης με το συντελεστή 1,47 δεν υπερβαίνει το ελάχιστο ανώτερο όριο διαρροής του υλικού. Είναι σχεδιασμένα έτσι ώστε το βέλος κάμψης να μην υπερβαίνει το 0,0044 του ανυποστήρικτου ανοίγματος. Το πάχος των ελασμάτων από μαλακό χάλυβα, που σχηματίζουν το άνω μέρος των καλυμμάτων, δεν είναι μικρότερο από το 1% της ισαπόστασης των ενισχυτικών ή 6 mm, όποιο είναι μεγαλύτερο. (7) Η αντοχή και η ακαμψία των καλυμμάτων που είναι κατασκευασμένα από υλικό διαφορετικό από μαλακό χάλυβα είναι ισοδύναμα με του μαλακού χάλυβα και ικανοποιείται η Αρχή. Υπόβαθρα ή υποδοχές (8) Τα υπόβαθρα ή οι υποδοχές για τα φορητά ζυγά είναι ουσιαστικής κατασκευής, και παρέχουν μέσα για την αποτελεσματική εφαρμογή και ασφάλιση των ζυγών. Όπου χρησιμοποιούνται ζυγά κυλιόμενου τύπου, οι διατάξεις εξασφαλίζουν ότι τα ζυγά παραμένουν κανονικά στη θέση τους όταν το στόμιο του κύτους είναι κλειστό. Τύλοι(9) Οι τύλοι τοποθετούνται κατάλληλα για την υποδοχή των άκρων των σφηνών. Είναι τουλάχιστον 65 mm πλάτους και τα κέντρα τους δεν απέχουν περισσότερο από 600 mm. Οι τύλοι κατά μήκος κάθε πλευράς ή άκρο δεν απέχουν περισσότερο από 150 mm από τις γωνίες του στομίου κύτους. Ράβδοι συγκρατήσεως και σφήνες (10) Οι ράβδοι συγκρατήσεως και οι σφήνες είναι αποτελεσματικές και σε καλή κατάσταση. Οι σφήνες είναι από σκληρό ξύλο ή άλλο ισοδύναμο υλικό. Έχουν κωνικότητα όχι μεγαλύτερη από 1 προς 6 και πάχος πέλματος όχι μικρότερο από 13 mm. Οθόνινα καλύμματα (11) Για κάθε στόμιο κύτους στη θέση 1 ή 2 θα υπάρχουν τουλάχιστον δύο στρώσεις οθόνινων καλυμμάτων σε καλή κατάσταση. Τα οθόνινα καλύμματα είναι αδιαπέραστα από το νερό και ικανής αντοχής. Είναι κατασκευασμένα από υλικό εγκεκριμένου τύπου τουλάχιστον ως προς το βάρος και την ποιότητα. Ασφάλιση των καλυμμάτων των κυτών (12) Για όλα τα στόμια κύτους στη θέση 1 ή 2 υπάρχουν χαλύβδινες ράβδοι ή άλλα ισοδύναμα μέσα με σκοπό την επαρκή και ανεξάρτητη ασφάλιση κάθε τομέα των καλυμμάτων κυτών μετά την επικάλυψή τους με οθώνινα καλύμματα. Καλύμματα στομίων κυτών μήκους μεγαλύτερου από 1,5 m ασφαλίζονται με τουλάχιστον δύο τέτοια συστήματα ασφάλισης. Κανονισμός 16Στόμια κυτών κλεισμένα με καιροστεγή καλύμματα από χάλυβα ή άλλα ισοδύναμα υλικά (1) Σε όλα τα στόμια κυτών στις θέσεις 1 και 2 τοποθετούνται καλύμματα κατασκευασμένα από χάλυβα ή άλλο ισοδύναμο υλικό. Εκτός αν απαιτείται διαφορετικά στον κανονισμό 14(2), τέτοια καλύμματα είναι καιροστεγή και φέρουν παρεμβύσματα και συσκευές σύσφιξης. Τα μέσα για την ασφάλιση και τη διατήρηση της καιροστεγανότητας ικανοποιούν την Αρχή. Οι διατάξεις διασφαλίζουν ότι η στεγανότητα διατηρείται σε οποιαδήποτε κατάσταση θάλασσας, και για το σκοπό αυτό απαιτούνται δοκιμές για τη στεγανότητα κατά την αρχική επιθεώρηση, και δύναται να απαιτηθούν στις επιθεωρήσεις ανανέωσης και στις ετήσιες επιθεωρήσεις ή σε πιο συχνά διαστήματα. Ελάχιστα φορτία σχεδίασης καλυμμάτων κυτών (2) Για πλοία μήκους 100 m και πάνω: (α) Τα καλύμματα στομίων κυτών στη θέση 1 κείμενα στο πρωραίο τέταρτο του μήκους του πλοίου σχεδιάζονται για φορτία κυματισμού στην πρωραία κάθετο, υπολογιζόμενα από την ακόλουθη εξίσωση: Φορτίο = 5 + (LΗ-100)a σε t/m2 Όπου:LΗ είναι ίσο με L για πλοία μήκους όχι μεγαλύτερου από 340 m αλλά όχι μικρότερου από 100 m και ίσο με 340 m για πλοία μήκους μεγαλύτερου από 340 m, L είναι το μήκος του πλοίου (μέτρα), όπως ορίζεται στον κανονισμό 3, a δίνεται στον πίνακα 16.1 και μειώνεται γραμμικά έως την τιμή 3,5 t/m2 στο τέλος του πρωραίου τέταρτου του μήκους του πλοίου, όπως φαίνεται στον πίνακα 16.2. Το φορτίο σχεδίασης που χρησιμοποιείται για κάθε πλαίσιο καλύμματος στομίου κύτους είναι αυτό που καθορίζεται στη θέση του μέσου του. (β) Όλα τα υπόλοιπα καλύμματα στομίων κυτών στη θέση 1 σχεδιάζονται για 3,5 t/m2. (γ) Τα καλύμματα στομίων κυτών στη θέση 2 σχεδιάζονται για 2,6 t/m2. (δ) Όπου ένα στόμιο κύτους στη θέση 1 βρίσκεται σε απόσταση ίση με τουλάχιστον ένα κανονικό ύψος υπερκατασκευής πάνω από το κατάστρωμα εξάλων, δύναται να σχεδιαστεί για 3,5 t/m2. aΠλοία ύψους εξάλων τύπου Β 0,0074 Πλοία στα οποία έχει οριστεί μειωμένο ύψος εξάλων σύμφωνα με τον κανονισμό 27(9) ή (10) 0,0363 Πίνακας 16.1 (3) Για πλοία μήκους 24 m: (α) Τα καλύμματα στομίων κυτών στη θέση 1 κείμενα στο πρωραίο τέταρτο του μήκους του πλοίου σχεδιάζονται για φορτίο κύματος 2,43 t/m2 στην πρωραία κάθετο και μειώνεται γραμμικά έως την τιμή 2 t/m2 στο άκρο του πρωραίου τέταρτου του μήκους του πλοίου, όπως φαίνεται στον πίνακα 16.2. Το φορτίο σχεδίασης που χρησιμοποιείται για κάθε πλαίσιο καλύμματος στομίου κύτους είναι αυτό που καθορίζεται στη θέση του μέσου του. (β) Όλα τα υπόλοιπα καλύμματα στομίων κυτών στη θέση 1 σχεδιάζονται για 2 t/m2. (γ) Τα καλύμματα στομίων κυτών στη θέση 2 σχεδιάζονται για 1,5 t/m2. (δ) Όπου ένα στόμιο κύτους στη θέση 1 βρίσκεται σε απόσταση ίση με τουλάχιστον ένα κανονικό ύψος υπερκατασκευής πάνω από το κατάστρωμα εξάλων, δύναται να σχεδιαστεί για 2 t/m2. (4) Για πλοία μήκους μεταξύ 24 m και 100 m, και για θέσεις μεταξύ πρωραίας καθέτου (FΡ) και 0,25L, τα φορτία κύματος λαμβάνονται με γραμμική παρεμβολή από τις τιμές που φαίνονται στον πίνακα 16.2. Διαμήκης θέση FΡ 0,25L Πρύμνηθεν του 0,25L L>100 m Κατάστρωμα εξάλων Εξίσωση στον Καν. 16(2)(α) 3,5 t/m2 3,5 t/m2 Κατάστρωμαυπερκατασκευών 3,5 t/m2 2,6 t/m2 L=100 m Κατάστρωμα εξάλων 5 t/m2 3,5 t/m2 3,5 t/m2 Κατάστρωμα υπερκατασκευών 3,5 t/m2 2,6 t/m2 L=24 m Κατάστρωμαεξάλων 2,43 t/m2 2 t/m2 2 t/m2 Κατάστρωμαυπερκατασκευών 2 t/m2 1,5 t/m2 Πίνακας 16.2 (5) Όλα τα καλύμματα των στομίων κυτών σχεδιάζονται έτσι ώστε: (α) το γινόμενο της μέγιστης τάσης, που καθορίζεται σύμφωνα με τα ανωτέρω φορτία, επί τον συντελεστή 1,25 να μην υπερβαίνει το ελάχιστο ανώτερο όριο διαρροής του υλικού σε εφελκυσμό και την κρίσιμη αντοχή λυγισμού σε θλίψη, (β) το βέλος κάμψης να μην υπερβαίνει το 0,0056 του ανυποστήρικτου ανοίγματος, (γ) το πάχος των χαλύβδινων ελασμάτων, που σχηματίζουν το άνω μέρος των καλυμμάτων, δεν είναι μικρότερο από το 1% της ισαπόστασης των ενισχυτικών ή 6 mm όποιο είναι μεγαλύτερο, και (δ) να συμπεριλαμβάνεται κατάλληλο περιθώριο για διάβρωση. Διατάξεις ασφάλισης (6) Τα μέσα για την ασφάλιση και τη διατήρηση της καιροστεγανότητας διαφορετικά από παρεμβύσματα και συσκευές σύσφιξης ικανοποιούν την Αρχή. (7) Τα καλύμματα στομίου κύτους που επικάθονται στα τοιχώματα βρίσκονται στην κλειστή τους θέση με μέσα ικανά να αντέξουν οριζόντια δρώντα φορτία σε οποιαδήποτε κατάσταση θάλασσας. Κανονισμός 17Ανοίγματα χώρου μηχανοστασίου (1) Ανοίγματα χώρου μηχανοστασίου στη θέση 1 ή 2 πλαισιώνονται κατάλληλα και περικλείονται επαρκώς από χαλύβδινα περιβλήματα ισχυρής αντοχής, και όπου τα περιβλήματα δεν προστατεύονται από άλλες κατασκευές η αντοχή τους εξετάζεται ειδικά. Ανοίγματα εισόδου σε τέτοια περιβλήματα εξοπλίζονται με θύρες σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 12(1), τα κατώφλια των οποίων είναι τουλάχιστον 600 mm πάνω από το κατάστρωμα προκειμένου περί θυρών στη θέση 1, και τουλάχιστον 380 mm πάνω από το κατάστρωμα προκειμένου περί θυρών στη θέση 2. Άλλα ανοίγματα σε τέτοια περιβλήματα φέρουν ισοδύναμα καλύμματα, μόνιμα προσαρμοσμένα στις κατάλληλες θέσεις. (2) Όπου τα περιβλήματα μηχανοστασίου δεν προστατεύονται από άλλες κατασκευές, απαιτούνται διπλές θύρες (δηλαδή εσωτερικές και εξωτερικές θύρες σύμφωνα με τις απαιτήσεις του κανονισμού 12(1)) σε πλοία στα οποία έχει οριστεί ύψος εξάλων μικρότερο από αυτό που βασίζεται στον πίνακα 28.2 του κανονισμού 28. Θα υπάρχει ένα εσωτερικό κατώφλι ύψους 230 mm σε συνδυασμό με εξωτερικό κατώφλι ύψους 600 mm. (3) Τα τοιχώματα οποιασδήποτε καπνοδόχου, εξαεριστήρα (νentilatοr) της καπνοδόχου ή του χώρου μηχανοστασίου σε εκτεθειμένη θέση επί του καταστρώματος εξάλων ή υπερκατασκευών βρίσκονται όσο το δυνατό ψηλότερα από το κατάστρωμα όσο είναι εύλογο και πρακτικά εφαρμόσιμο. Γενικά, οι απαραίτητοι εξαεριστήρες για τη συνεχή παροχή του χώρου μηχανοστασίου έχουν τοιχώματα επαρκούς ύψους για τη συμμόρφωση με τον κανονισμό 19(3), χωρίς την υποχρέωση ύπαρξης καιροστεγών μέσων κλεισίματος. Οι απαραίτητοι εξαεριστήρες για τη συνεχή παροχή του χώρου γεννήτριας ανάγκης, αν αυτό θεωρείται ότι παρέχει πλευστότητα στον υπολογισμό ευστάθειας ή προστατεύει ανοίγματα που οδηγούν κάτω, έχουν τοιχώματα επαρκούς ύψους για τη συμμόρφωση με τον κανονισμό 19(3), χωρίς την υποχρέωση ύπαρξης καιροστεγών μέσων κλεισίματος. (4) Όπου λόγω του μεγέθους και της διάταξης του πλοίου κάτι τέτοιο δεν είναι πρακτικά εφαρμόσιμο, δύναται να επιτραπούν από την Αρχή, μικρότερα ύψη τοιχωμάτων για εξαεριστήρες των χώρων μηχανοστασίου και γεννήτριας ανάγκης, που φέρουν καιροστεγή μέσα κλεισίματος σύμφωνα με τον κανονισμό 19(4), σε συνδυασμό με άλλες κατάλληλες διατάξεις για τη διασφάλιση αδιάκοπης, επαρκούς παροχής εξαερισμού στους χώρους αυτούς. (5) Τα ανοίγματα καπνοδόχων φέρουν ισχυρά καλύμματα από χάλυβα ή άλλο ισοδύναμο υλικό, ισχυρής αντοχής μόνιμα προσαρμοσμένα στις κανονικές τους θέσεις και ικανά να ασφαλίζονται καιροστεγώς. Κανονισμός 18Διάφορα ανοίγματα επί των καταστρωμάτων ύψους εξάλων και υπερκατασκευών (1) Ανθρωποθυρίδες και ανοίγματα χωρίς χείλος στις θέσεις 1 ή 2 ή εντός υπερκατασκευών, εκτός των κλειστών υπερκατασκευών, κλείνονται με ισχυρά καλύμματα ικανά να καθίστανται υδατοστεγή. Εκτός εάν ασφαλίζονται με πυκνά τοποθετημένα μπουλόνια, τα καλύμματα είναι μόνιμα προσαρμοσμένα. (2) Ανοίγματα επί των καταστρωμάτων εξάλων διαφόρων των στομίων κυτών, ανοιγμάτων χώρου μηχανοστασίου, ανθρωποθυρίδων και ανοιγμάτων χωρίς χείλος προστατεύονται από μία κλειστή υπερκατασκευή, ή από υπερστέγασμα ή από προφυλαγμένη κάθοδο ισοδύναμου αντοχής και καιροστεγανότητας. Ομοίως, οποιοδήποτε τέτοιο άνοιγμα επί ενός εκτεθειμένου στον καιρό καταστρώματος υπερκατασκευών, επί της οροφής ενός υπερστεγάσματος επί του καταστρώματος εξάλων το οποίο δίνει είσοδο σε χώρο υπό του καταστρώματος εξάλων ή σε χώρο εντός κεκλεισμένης υπερκατασκευής προστατεύεται από ικανό υπερστέγασμα ή προφυλαγμένη κάθοδο. Σε εισόδους προφυλαγμένων καθόδων ή υπερστεγασμάτων που οδηγούν ή δίνουν πρόσβαση σε κλιμακοστάσια που οδηγούν υπό το κατάστρωμα, τοποθετούνται θύρες σύμφωνα με τον κανονισμό 12(1). Εναλλακτικά, αν τα κλιμακοστάσια εντός ενός υπερστεγάσματος περικλείονται από κατάλληλα κατασκευασμένες προφυλαγμένες καθόδους που φέρουν θύρες σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 12(1), η εξωτερική πόρτα δύναται να μην είναι καιροστεγής. (3) Ανοίγματα επί της οροφής ενός υπερστεγάσματος επί ενός ανυψωμένου πρυμναίου ανωτέρου καταστρώματος ή επί του καταστρώματος μιας υπερκατασκευής με ύψος μικρότερο του κανονικού, το οποίο έχει ύψος ίσο ή μεγαλύτερο από το κανονικό ύψος πρυμναίου καταστρώματος, φέρει αποδεκτά μέσα κλεισίματος αλλά δεν είναι απαραίτητο να προστατεύεται από αποτελεσματικό υπερστέγασμα ή προφυλαγμένη κάθοδο όπως καθορίζεται στον κανονισμό, υπό την προϋπόθεση ότι το υπερστέγασμα έχει τουλάχιστον το κανονικό ύψος μιας υπερκατασκευής. Ανοίγματα επί της οροφής υπερστεγάσματος μικρότερου του κανονικού ύψους υπερκατασκευής δύναται να αντιμετωπίζονται κατά παρόμοιο τρόπο. (4) Στη θέση 1 το ύψος των κατωφλίων των εισόδων των προφυλαγμένων καθόδων από το κατάστρωμα είναι τουλάχιστον 600 mm. Στη θέση 2 είναι τουλάχιστον 380 mm. (5) Όπου παρέχεται είσοδος από το πάνω κατάστρωμα ως εναλλακτική της εισόδου από το κατάστρωμα εξάλων σύμφωνα με τον κανονισμό 3(10)(β), τότε το ύψος των κατωφλίων εντός μίας γέφυρας ή ενός επιστέγου θα είναι 380 mm. Το ίδιο ισχύει και για υπερστεγάσματα επί του καταστρώματος εξάλων. (6) Όπου δεν παρέχεται είσοδος από πάνω, το ύψος των κατωφλίων των εισόδων σε υπερστεγάσματα επί του καταστρώματος εξάλων είναι 600 mm. (7) Όπου τα συστήματα κλεισίματος ανοιγμάτων εισόδου υπερκατασκευών και υπερστεγασμάτων δεν είναι σύμφωνα με τον κανονισμό 12(1), τα ανοίγματα των εσωτερικών καταστρωμάτων θεωρούνται εκτεθειμένα (δηλ. κείμενα σε ανοιχτό κατάστρωμα). Κανονισμός 19Εξαεριστήρες (1) Εξαεριστήρες στη θέση 1 ή 2 κείμενοι σε χώρους υπό το κατάστρωμα εξάλων ή τα καταστρώματα των κεκλεισμένων υπερκατασκευών έχουν τοιχώματα από χάλυβα ή άλλο ισοδύναμο υλικό, ισχυρής κατασκευής και ικανοποιητικά προσαρμοσμένα επί του καταστρώματος. Οι εξαεριστήρες στη θέση 1 έχουν ύψος τοιχωμάτων πάνω από το κατάστρωμα τουλάχιστον 900 mm. Στη θέση 2 τα τοιχώματα έχουν ύψος υπέρ του καταστρώματος τουλάχιστον 760 mm. Όπου το ύψος των τοιχωμάτων οποιουδήποτε εξαεριστήρα υπερβαίνει τα 900 mm είναι ειδικά ενισχυμένα. (2) Εξαεριστήρες διερχόμενοι διά μέσω υπερκατασκευών διάφορων των κλειστών υπερκατασκευών έχουν, επί του καταστρώματος εξάλων, τοιχώματα από χάλυβα ή άλλο ισοδύναμο υλικό ισχυρής κατασκευής. (3) Εξαεριστήρες στη θέση 1 τα τοιχώματα των οποίων εκτείνονται πάνω από 4,5 m υπέρ του καταστρώματος, και στη θέση 2 τα τοιχώματα των οποίων υπερβαίνουν τα 2,3 m υπέρ του καταστρώματος, δεν υποχρεούνται να φέρουν διατάξεις κλεισίματος εκτός αν απαιτείται διαφορετικά από την Αρχή. (4) Εκτός των προβλεπομένων στην παράγραφο (3), τα ανοίγματα των εξαεριστήρων φέρουν συστήματα καιροστεγούς κλεισίματος από χάλυβα ή άλλο ισοδύναμο υλικό. Σε πλοία μήκους μικρότερου από 100 m οι συσκευές κλεισίματος είναι μόνιμα προσαρμοσμένες. Όπου δεν προβλέπεται κάτι τέτοιο σε άλλα πλοία, οι συσκευές αυτές στοιβάζονται κατάλληλα πλησίον των αεραγωγών στους οποίους τοποθετούνται. (5) Σε εκτεθειμένες θέσεις, το ύψος των τοιχωμάτων δύναται να αυξηθεί σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Αρχής. Κανονισμός 20Αεραγωγοί (air pipes) (1) Όπου οι αεραγωγοί δεξαμενών έρματος ή άλλων δεξαμενών εκτείνονται πάνω από το κατάστρωμα εξάλων ή υπερκατασκευών, τα εκτεθειμένα τμήματα των αεραγωγών είναι ισχυρής κατασκευής. Το ύψος των τμημάτων αυτών από το κατάστρωμα μέχρι το σημείο διά του οποίου το νερό μπορεί να εισχωρήσει προς τα κάτω είναι τουλάχιστον 760 mm επί του καταστρώματος εξάλων και 450 mm επί του καταστρώματος υπερκατασκευών. (2) Όπου τα ύψη αυτά παρεμποδίζουν την εργασία επί του πλοίου, δύναται να εγκριθεί χαμηλότερο ύψος, υπό την προϋπόθεση ότι η Αρχή ικανοποιείται ότι οι διατάξεις κλεισίματος και άλλες συνθήκες δικαιολογούν χαμηλότερο ύψος. (3) Οι αεραγωγοί εξοπλίζονται με συσκευές αυτόματου κλεισίματος. (4) Βαλβίδες πίεσης κενού αέρος (ΡV βαλβίδες) μπορούν να γίνουν αποδεκτές σε δεξαμενόπλοια). Κανονισμός 21Θυρίδες φορτίου και άλλα παρόμοια ανοίγματα (1) Φορτοθυρίδες και άλλα παρόμοια ανοίγματα επί των πλευρών των πλοίων που βρίσκονται κάτω από το κατάστρωμα εξάλων εξοπλίζονται με θύρες σχεδιασμένες έτσι ώστε να εξασφαλίζουν την ίδια υδατοστεγανότητα και κατασκευαστική ακεραιότητα με τα περιβάλλοντα ελάσματα περιβλήματος. Εκτός αν επιτρέπεται διαφορετικά από την Αρχή, τα ανοίγματα αυτά ανοίγουν προς τα έξω. Ο αριθμός των ανοιγμάτων αυτών είναι ο ελάχιστος δυνατός ανάλογα με τη σχεδίαση και την κανονική λειτουργία του πλοίου. (2) Εκτός αν επιτρέπεται διαφορετικά από την Αρχή, το κατώτερο άκρο των ανοιγμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο (1) δεν βρίσκεται κάτω από μία γραμμή παράλληλη προς το κατάστρωμα εξάλων στην πλευρά και της οποίας το κατώτερο σημείο βρίσκεται 230 mm πάνω από το άνω άκρο της ανώτατης γραμμής φορτώσεως. (3) Όπου επιτρέπεται η ύπαρξη θυρίδων φορτίου και άλλων παρόμοιων ανοιγμάτων, των οποίων το κατώτερο άκρο βρίσκεται κάτω από τη γραμμή που καθορίζεται στην παράγραφο (2) του παρόντος κανονισμού, υπάρχουν επιπλέον διατάξεις για τη διατήρηση της υδατοστεγανής ακεραιότητας. (4) Η ύπαρξη δεύτερης θύρας ισοδύναμης αντοχής και υδατοστεγανότητας είναι μία αποδεκτή διάταξη. Στο χώρο ανάμεσα στις δύο θύρες υπάρχει συσκευή ανίχνευσης διαρροής. Προβλέπεται διάταξη αποστράγγισης του χώρου αυτού προς τις σεντίνες, η οποία ελέγχεται με άμεσα προσβάσιμο κοχλιωτό επιστόμιο. Η εξωτερική θύρα ανοίγει προς τα έξω. (5) Οι θύρες πρώρας και οι εσωτερικές τους θύρες, οι πλευρικές θύρες και οι θύρες πρύμνης και οι διατάξεις ασφάλισής τους είναι σύμφωνα με τις απαιτήσεις ενός αναγνωρισμένου οργανισμού, ή με τα εφαρμοζόμενα εθνικά πρότυπα της Αρχής τα οποία παρέχουν ένα ισοδύναμο επίπεδο ασφάλειας. Κανονισμός 22Ευδιαίοι, εισαγωγές και εξαγωγές (1) (α) Αποχετευτικές σωληνώσεις που διαπερνούν το περίβλημα του πλοίου είτε από χώρους κάτωθεν του καταστρώματος εξάλων είτε εντός υπερκατασκευών και υπερστεγασμάτων επί του καταστρώματος εξάλων που είναι εξοπλισμένα με πόρτες που πληρούν τις απαιτήσεις του κανονισμού 12, εφοδιάζονται με ικανά και προσβάσιμα μέσα για την αποφυγή εισροής υδάτων στο εσωτερικό του πλοίου, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στην παράγραφο (2) του παρόντος κανονισμού. Κανονικά κάθε μία αποχετευτική σωλήνα φέρει ένα αυτόματο ανεπίστροφο επιστόμιο με θετικό μέσο κλεισίματος χειριζόμενο από θέση πάνω από το κατάστρωμα εξάλων. Όπου το εσωτερικό άκρο του αποχετευτικού σωλήνα βρίσκεται τουλάχιστον 0,01L πάνω από την Έμφορτη Ίσαλο Θέρους, ο αποχετευτικός σωλήνας δύναται να έχει δύο αυτόματα ανεπίστροφα επιστόμια χωρίς θετικό μέσο κλεισίματος. Όπου αυτή η κατακόρυφη απόσταση υπερβαίνει τα 0,02L, μπορεί να γίνει αποδεκτό ένα αυτόματο επιστόμιο χωρίς θετικό μέσο κλεισίματος. Τα μέσα χειρισμού για τη θετική λειτουργία του επιστομίου είναι άμεσα προσιτά και εφοδιασμένα με ενδείκτη που δείχνει αν το επιστόμιο είναι ανοικτό ή κλειστό. (β) Αντί για ένα αυτόματο ανεπίστροφο επιστόμιο με θετικό μέσο κλεισίματος χειριζόμενο από θέση πάνω από το κατάστρωμα εξάλων, είναι αποδεκτά ένα αυτόματο ανεπίστροφο επιστόμιο και ένα συρταρωτό επιστόμιο χειριζόμενα πάνω από το κατάστρωμα εξάλων. (γ) Όπου υπάρχει απαίτηση για δύο αυτόματα ανεπίστροφα επιστόμια, το εσωτερικό επιστόμιο είναι πάντα προσιτό για έλεγχο σε συνθήκες λειτουργίας (δηλ. το εσωτερικό επιστόμιο είναι πάνω από το επίπεδο της Τροπικής Γραμμής Φόρτωσης). Αν αυτό δεν είναι πρακτικά δυνατό, το εσωτερικό επιστόμιο δεν είναι απαραίτητο να βρίσκεται πάνω από το επίπεδο της Τροπικής Γραμμής Φόρτωσης, υπό την προϋπόθεση ότι ανάμεσα στα δύο αυτόματα ανεπίστροφα επιστόμια υπάρχει συρταρωτό επιστόμιο χειριζόμενο τοπικά. (δ) Όπου οι αποχετευτικοί σωλήνες υγιεινής και ευδιαίοι διαπερνούν το περίβλημα του πλοίου δια μέσω χώρων μηχανών, είναι αποδεκτό ένα τοπικά χειριζόμενο επιστόμιο θετικού κλεισίματος, επί του περιβλήματος, μαζί με εσωτερικό ανεπίστροφο επιστόμιο. Τα χειριστήρια των επιστομίων θα είναι σε θέση εύκολα προσιτή. (ε) Η θέση του εσωτερικού άκρου των αποχετευτικών σωλήνων αναφέρεται στη Γραμμή Φόρτωσης Ξυλείας Θέρους όταν έχει οριστεί ύψος εξάλων ξυλείας. (στ) Οι απαιτήσεις για ανεπίστροφα επιστόμια εφαρμόζονται μόνο στις αποχετευτικές σωληνώσεις οι οποίες παραμένουν ανοιχτές κατά τη διάρκεια της κανονικής λειτουργίας του πλοίου. Για αποχετευτικές σωληνώσεις οι οποίες διατηρούνται κλειστές κατά τον πλου, είναι αποδεκτό ένα μονό κοχλιωτό επιστόμιο χειριζόμενο από το κατάστρωμα. (ζ) Στον Πίνακα 22.1 φαίνονται οι αποδεκτές διατάξεις για τους ευδιαίους, τις εισαγωγές και τις αποχετευτικές σωληνώσεις. Πίνακας 22.1 (2) Ευδιαίοι διερχόμενοι από κλειστές υπερκατασκευές που χρησιμοποιούνται για μεταφορά φορτίου, επιτρέπεται να διαπερνούν το περίβλημα μόνο όπου το άκρο του καταστρώματος εξάλων δε βυθίζεται όταν το πλοίο έχει εγκάρσια κλίση 5ο προς κάθε κατεύθυνση. Σε άλλες περιπτώσεις η σωλήνα αποστράγγισης οδηγείται στο εσωτερικό του πλοίου σύμφωνα με τις απαιτήσεις της ισχύουσας Διεθνούς Σύμβασης για την Ασφάλεια της Ανθρώπινης Ζωής στη Θάλασσα (SΟLΑS). (3) Σε επανδρωμένους χώρους μηχανών, οι κύριες και βοηθητικές εισαγωγές θάλασσας και οι αποχετεύσεις που σχετίζονται με τη λειτουργία των μηχανημάτων δύνανται να ελέγχονται τοπικά. Τα χειριστήρια είναι άμεσα προσιτά και φέρουν ενδείκτες που δείχνουν αν τα επιστόμια είναι ανοιχτά ή κλειστά. (4) Ευδιαίοι και αποχετευτικές σωληνώσεις που ξεκινούν από οποιοδήποτε επίπεδο και διαπερνούν το περίβλημα είτε σε σημεία που βρίσκονται περισσότερο από 450 mm κάτω από το κατάστρωμα εξάλων ή λιγότερο από 600 mm πάνω από τη Γραμμή Φόρτωσης Θέρους είναι εφοδιασμένοι με ένα ανεπίστροφο επιστόμιο στο περίβλημα. Το επιστόμιο αυτό, εκτός αν απαιτείται διαφορετικά από την παράγραφο (2), δύναται να παραλείπεται αν η σωλήνωση είναι σημαντικού πάχους (βλέπε παράγραφο (7) παρακάτω). (5) Ευδιαίοι σωλήνες από υπερκατασκευές ή υπερστεγάσματα μη εξοπλισμένα με πόρτες που πληρούν τις απαιτήσεις του κανονισμού 12 καταλήγουν εκτός πλοίου. (6) Όλα τα εξαρτήματα του περιβλήματος και τα επιστόμια που απαιτούνται από τον Κανονισμό αυτό είναι από χάλυβα, ορείχαλκο ή άλλο εγκεκριμένο όλκιμο υλικό. Επιστόμια από κοινό χυτοσίδηρο ή παρόμοιο υλικό δεν είναι αποδεκτά. Όλες οι σωληνώσεις στις οποίες αναφέρεται αυτός ο κανονισμός είναι από χάλυβα ή άλλο ισοδύναμο υλικό σύμφωνα με την έγκριση της Αρχής. (7) Ευδιαίοι και αποχετευτικές σωληνώσεις (α) Για ευδιαίους και αποχετευτικές σωληνώσεις, όπου δεν απαιτείται σημαντικό πάχος: (i) για σωλήνες με εξωτερική διάμετρο ίση ή μικρότερη από 155 mm, το πάχος δε θα είναι μικρότερο από 4,5 mm, (ii) για σωλήνες με εξωτερική διάμετρο ίση ή μεγαλύτερη από 230 mm, το πάχος δε θα είναι μικρότερο από 6 mm. Ενδιάμεσα μεγέθη λαμβάνονται με γραμμική παρεμβολή. (β) Για ευδιαίους και αποχετευτικές σωληνώσεις, όπου απαιτείται σημαντικό πάχος: (i) για σωλήνες με εξωτερική διάμετρο ίση ή μικρότερη από 80 mm, το πάχος δε θα είναι μικρότερο από 7 mm, (ii) για σωλήνες με εξωτερική διάμετρο ίση με 180 mm, το πάχος δε θα είναι μικρότερο από 10 mm. (iii) για σωλήνες με εξωτερική διάμετρο ίση ή μεγαλύτερη από 220 mm, το πάχος δε θα είναι μικρότερο από 12,5 mm. Ενδιάμεσα μεγέθη λαμβάνονται με γραμμική παρεμβολή. Κανονισμός 22-1Αγωγοί απορριμμάτων (1) Αντί για ένα ανεπίστροφο επιστόμιο με θετικό μέσο κλεισίματος χειριζόμενο από θέση πάνω από το κατάστρωμα εξάλων είναι αποδεκτά δύο συρταρωτά επιστόμια χειριζόμενα από το κατάστρωμα εργασίας του αγωγού απορριμάτων, τα οποία συμμορφώνονται με τις ακόλουθες απαιτήσεις: (α) το κατώτερο συρταρωτό επιστόμιο ελέγχεται από μία θέση πάνω από το κατάστρωμα εξάλων. Θα υπάρχει διάταξη συστήματος ενδοασφάλειας μεταξύ των δύο επιστομίων. (β) το εσωτερικό άκρο βρίσκεται πάνω από την ίσαλο όταν το πλοίο έχει 8,5ο εγκάρσια κλίση προς τα αριστερά ή τα δεξιά σε βύθισμα που αντιστοιχεί στο καθορισμένο ύψος εξάλων θέρους, αλλά όχι λιγότερο από 1.000 mm πάνω από την ίσαλο γραμμή θέρους. Όπου το εσωτερικό άκρο βρίσκεται περισσότερο από 0,01L πάνω από την ίσαλο γραμμή θέρους, δεν απαιτείται ο χειρισμός του επιστομίου από το κατάστρωμα εξάλων υπό την προϋπόθεση ότι το εσωτερικό συρταρωτό επιστόμιο είναι πάντα προσιτό υπό συνθήκες λειτουργίας, και (γ) εναλλακτικά, τα άνω και κάτω συρταρωτά επιστόμια δύνανται να αντικατασταθούν από γιγγλυμωτό καιροστεγές κάλυμμα στο εσωτερικό άκρο του αγωγού μαζί με ένα επιστόμιο εκκένωσης. Το κάλυμμα και το επιστόμιο εκκένωσης είναι διατεταγμένα με ενδοασφάλεια έτσι ώστε το επιστόμιο εκκένωσης να μη μπορεί να λειτουργήσει έως ότου κλείσει το κάλυμμα του συλλέκτη. (2) Ολόκληρος ο αγωγός, συμπεριλαμβανομένου του καλύμματος, είναι κατασκευασμένος από υλικό ουσιαστικού πάχους. (3) Τα χειριστήρια των συρταρωτών επιστομίων και / ή τα γιγγλυμωτά καλύμματα είναι ευκρινώς σημασμένα με την ένδειξη: «Να είναι κλειστά όταν δεν χρησιμοποιούνται». (4) Όπου το εσωτερικό άκρο του αγωγού βρίσκεται κάτω από το κατάστρωμα εξάλων σε ένα επιβατηγό πλοίο ή τις ίσαλους ισορροπίας σε ένα φορτηγό πλοίο στο οποίο εφαρμόζονται απαιτήσεις ευστάθειας μετά από βλάβη, τότε: (α) το γιγγλυμωτό κάλυμμα / επιστόμιο του εσωτερικού άκρου είναι υδατοστεγές, (β) το επιστόμιο είναι ένα κοχλιωτό ανεπίστροφο επιστόμιο τοποθετημένο σε μία εύκολα προσιτή θέση πάνω από την κατώτερη έμφορτη ίσαλο, και (γ) το κοχλιωτό ανεπίστροφο επιστόμιο χειρίζεται από μία θέση πάνω από το κατάστρωμα στεγανών φρακτών και φέρει ενδείκτες ανοικτού / κλειστού. Το χειριστήριο του επιστομίου είναι ευκρινώς σημασμένο με την ένδειξη: «Να είναι κλειστό όταν δεν χρησιμοποιείται». Κανονισμός 22-2Οδηγοί σωλήνες και κουτιά διακλάδωσης καλωδίων (1) Οι οδηγοί σωλήνες και τα κουτιά διακλάδωσης καλωδίων είναι υδατοστεγή έως το εκτεθειμένο στον καιρό κατάστρωμα. (2) Όπου υπάρχουν μέσα πρόσβασης, είναι κλειστά με ικανό κάλυμμα και ασφαλίζονται με πυκνά τοποθετημένα μπουλόνια. (3) Οδηγοί σωλήνες μέσω των οποίων οδηγούνται καδένες αγκυρών εφοδιάζονται με μόνιμα προσαρμοσμένα μέσα κλεισίματος για την ελαχιστοποίηση της εισόδου του νερού. Κανονισμός 23Παραφωτίδες, παράθυρα και αναφωτίδες (1) Οι παραφωτίδες και τα παράθυρα, μαζί με τα τζάμια τους, τα εσωτερικά καλύμματα και τα καλύμματα θύελλας*, αν υπάρχουν, είναι εγκεκριμένου τύπου και ικανής αντοχής. Μη μεταλλικά πλαίσια δεν είναι αποδεκτά. (2) Οι παραφωτίδες ορίζονται ως στρογγυλά ή οβάλ ανοίγματα με επιφάνεια που δεν υπερβαίνει τα 0,16 m2. Στρογγυλά ή οβάλ ανοίγματα με επιφάνεια μεγαλύτερη των 0,16 m2 θα αντιμετωπίζονται ως παράθυρα. (3) Τα παράθυρα ορίζονται ως τα ορθογώνια ανοίγματα γενικά, με ακτίνα καμπυλότητας σε κάθε γωνία ανάλογη με το μέγεθος του παραθύρου και τα στρογγυλά ή οβάλ ανοίγματα με επιφάνεια μεγαλύτερη των 0,16 m2. (4) Οι παραφωτίδες που βρίσκονται στους παρακάτω χώρους εφοδιάζονται με γιγγλυμωτά εσωτερικά καλύμματα: (α) σε χώρους κάτω από το κατάστρωμα εξάλων, (β) σε χώρους εντός της πρώτης σειράς κλειστών υπερκατασκευών, και (γ) στην πρώτη σειρά υπερστεγασμάτων επί του καταστρώματος εξάλων τα οποία προστατεύουν ανοίγματα που οδηγούν κάτω ή που θεωρούνται ότι παρέχουν άντωση κατά τους υπολογισμούς ευστάθειας. Τα εσωτερικά καλύμματα είναι ικανά να κλείνονται και να ασφαλίζονται υδατοστεγώς αν βρίσκονται κάτωθεν του καταστρώματος εξάλων και καιροστεγώς αν βρίσκονται άνωθεν αυτού. (5) Οι παραφωτίδες δεν τοποθετούνται σε θέση ώστε το κατώφλι τους να βρίσκεται κάτω από μία γραμμή παράλληλη προς το κατάστρωμα εξάλων στην πλευρά και το κατώτατο σημείο της οποίας δεν απέχει περισσότερο από 2,5% του πλάτους (Β), ή 500 mm, οποιαδήποτε είναι το μεγαλύτερο, πάνω από τη Γραμμή Φόρτωσης Θέρους (ή της Γραμμής Φόρτωσης Ξυλείας Θέρους αν έχει οριστεί). (6) Αν μετά τους απαιτούμενους υπολογισμούς ευστάθειας μετά από βλάβη αποδειχτεί ότι οι παραφωτίδες θα βυθιστούν σε οποιοδήποτε ενδιάμεσο στάδιο κατάκλυσης ή στην τελική ίσαλο ισορροπίας, τότε αυτές θα είναι μη-ανοιγόμενου τύπου. (7) Δεν τοποθετούνται παράθυρα στις ακόλουθες θέσεις: (α) κάτω από το κατάστρωμα ύψους εξάλων, (β) στα ακραία διαφράγματα της πρώτης σειράς ή τις πλευρές κλειστών υπερκατασκευών, ή (γ) στην πρώτη σειρά υπερστεγασμάτων τα οποία θεωρούνται ότι παρέχουν άντωση κατά τους υπολογισμούς ευστάθειας. (8) Οι παραφωτίδες και τα παράθυρα που βρίσκονται στην πλευρά της δεύτερης σειράς υπερκατασκευής φέρουν γιγγλυμωτά εσωτερικά καλύμματα τα οποία είναι ικανά να κλείνονται και να ασφαλίζονται καιροστεγώς αν η υπερκατασκευή προστατεύει άμεση πρόσβαση σε άνοιγμα το οποίο οδηγεί προς τα κάτω ή θεωρείται ότι παρέχει άντωση κατά τους υπολογισμούς ευστάθειας. (9) Οι παραφωτίδες και τα παράθυρα επί των πλευρικών διαφραγμάτων που βρίσκονται εσωτερικώς του περιβλήματος του σκάφους στη δεύτερη σειρά υπερκατασκευής η οποία προστατεύει άμεση πρόσβαση σε χώρους κάτω από το κατάστρωμα, οι οποίοι περιγράφονται στην παράγραφο (4) του παρόντος κανονισμού, εφοδιάζονται είτε με εσωτερικά γιγγλυμωτά καλύμματα ή, όπου είναι προσβάσιμα, με μόνιμα προσαρμοσμένα εξωτερικά καλύμματα θύελλας τα οποία είναι ικανά να κλείνονται και να ασφαλίζονται καιροστεγώς. (10) Αντί των εσωτερικών καλυμμάτων ή καλυμμάτων θύελλας μπορεί να γίνουν αποδεκτά διαφράγματα καμπινών και πόρτες στη δεύτερη σειρά υπερκατασκευών και πάνω που διαχωρίζουν τις παραφωτίδες και τα παράθυρα από άμεση πρόσβαση που οδηγεί κάτωθεν ή τη δεύτερη σειρά όταν θεωρείται ότι παρέχει άντωση κατά τους υπολογισμούς ευστάθειας. (11) Υπερστεγάσματα επί ανυψωμένου πρυμναίου ανώτερου καταστρώματος ή επί του καταστρώματος μιας υπερκατασκευής με ύψος μικρότερο του κανονικού μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκονται στη δεύτερη σειρά ως προς τις απαιτήσεις για εσωτερικά καλύμματα, υπό την προϋπόθεση ότι το ύψος του ανυψωμένου πρυμναίου ανώτερου καταστρώματος ή της υπερκατασκευής είναι ίσο ή μεγαλύτερο από το κανονικό ύψος πρυμναίου καταστρώματος. (12) Σταθερές ή ανοιγόμενες αναφωτίδες φέρουν γυαλί πάχους κατάλληλου για το μέγεθος και τη θέση τους όπως απαιτείται για τις παραφωτίδες και τα παράθυρα. Τα τζάμια των αναφωτίδων σε οποιαδήποτε θέση προστατεύονται από μηχανική βλάβη και, όπου υπάρχουν στις θέσεις 1 ή 2, φέρουν μόνιμα προσαρμοσμένα εσωτερικά καλύμματα ή καλύμματα θύελλας. Κανονισμός 24Θυρίδες εκροής υδάτων (1) (α) Όπου παραπέτα σε τμήματα των καταστρωμάτων εξάλων και υπερκατασκευών εκτεθειμένα στον καιρό, σχηματίζουν χάσματα (φρεάτια - χαβούζες), λαμβάνεται επαρκής πρόνοια για την ταχεία διοχέτευση του νερού και αποστράγγιση των καταστρωμάτων. (β) Εκτός των όσων αναφέρονται στις παραγράφους (1)(γ) και (2) του παρόντος κανονισμού, η ελάχιστη επιφάνεια των θυρίδων εκροής υδάτων (Α) σε κάθε πλευρά του πλοίου για κάθε χάσμα στο κατάστρωμα εξάλων είναι αυτή που δίνεται από τους ακόλουθους τύπους σε περιπτώσεις που η σιμότητα που αντιστοιχεί στο χάσμα είναι κανονική ή μεγαλύτερη της κανονικής. Η ελάχιστη επιφάνεια για κάθε χάσμα στα καταστρώματα υπερκατασκευών είναι το ήμισυ της επιφάνειας που δίνεται από τους ακόλουθους τύπους: Όπου το μήκος του παραπέτου (l) στο χάσμα είναι 20 m ή μικρότερο: Α = 0,7 + 0,035 l m2, Όπου το l υπερβαίνει τα 20 m, Α = 0,007 l m2. Το l σε καμία περίπτωση δε λαμβάνεται μεγαλύτερο από 0,7L. Αν το παραπέτο έχει μέσο ύψος μεγαλύτερο από 1,2 m, η απαιτούμενη επιφάνεια αυξάνεται κατά 0,004 m2 ανά μέτρο μήκους του χάσματος για κάθε 0,1 m διαφοράς στο ύψος. Αν το μέσο ύψος του παραπέτου είναι μικρότερο από 0,9 m, η απαιτούμενη επιφάνεια δύναται να μειωθεί κατά 0,004 m2 ανά μέτρο μήκους του χάσματος για κάθε 0,1 m διαφοράς στο ύψος. (γ) Σε πλοία χωρίς σιμότητα, η επιφάνεια που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο (β) αυξάνεται κατά 50%. Όπου η σιμότητα είναι μικρότερη από την κανονική, το ποσοστό λαμβάνεται με γραμμική παρεμβολή. (δ) Σε πλοίο με λείο κατάστρωμα στο μέσο το οποίο έχει πλάτος τουλάχιστον ίσο με το 80% του μέγιστου πλάτους του πλοίου και οι διάδρομοι πρόσβασης κατά μήκος κάθε πλευράς του πλοίου δεν υπερβαίνουν το 1,5 m σε πλάτος, σχηματίζονται δύο χάσματα. Κάθε χάσμα λαμβάνει την απαιτούμενη επιφάνεια θυρίδων εκροής υδάτων σύμφωνα με το μήκος κάθε χάσματος. (ε) Όπου υπάρχει ελαφρά εγκάρσια φρακτή σε όλο το πλάτος του πλοίου στο πρωραίο άκρο μεσαίου υπερστεγάσματος, το εκτεθειμένο κατάστρωμα χωρίζεται σε δύο χάσματα και δεν υπάρχει περιορισμός στο πλάτος του υπερστεγάσματος. (στ) Χάσματα σε ανυψωμένα πρυμναία ανώτερα καταστρώματα αντιμετωπίζονται σαν να βρίσκονταν σε καταστρώματα εξάλων. (ζ) Λάμες υδρορροής ύψους μεγαλύτερου από 300 mm που είναι τοποθετημένες γύρω από εκτεθειμένα καταστρώματα δεξαμενόπλοιων στην περιοχή των συλλεκτών φορτίου και των σωληνώσεων φορτίου θεωρούνται ως παραπέτα. Οι θυρίδες εκροής υδάτων διατάσσονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Μέσα κλεισίματος προσαρτημένα στις θυρίδες εκροής για χρήση κατά τη διάρκεια εργασιών φόρτωσης και εκφόρτωσης είναι έτσι διατεταγμένα ούτως ώστε να αποκλείεται η περίπτωση μπλοκαρίσματος κατά τον πλου. (2) Όταν πλοίο που φέρει πυργωτή υπερκατασκευή δεν συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις του κανονισμού 36(1)(ε) ή όταν υφίστανται συνεχή ή ουσιωδώς συνεχή πλευρικά τοιχώματα στομίων μεταξύ μεμονωμένων υπερκατασκευών, η ελάχιστη επιφάνεια των ανοιγμάτων των θυρίδων εκροής υπολογίζεται από τον ακόλουθο πίνακα: Πλάτος στομίου ή πυργωτής υπερκα­τασκευής σε σχέση με το πλάτος του πλοίου Επιφάνεια θυρίδων εκροής σε σχέση με τη συνολική επιφάνεια του δρυφράκτου 40% ή λιγότερο 20% 75% ή περισσότερο 10% Η επιφάνεια των θυρίδων εκροής για ενδιάμεσα πλάτη λαμβάνεται με γραμμική παρεμβολή. (3) Η αποτελεσματικότητα της απαιτούμενης από την παράγραφο (1) επιφάνειας εκροής στα δρύφρακτα εξαρτάται από την επιφάνεια ελεύθερης ροής κατά μήκος του καταστρώματος ενός πλοίου. Η επιφάνεια ελεύθερης ροής στο κατάστρωμα είναι η καθαρή επιφάνεια των κενών ανάμεσα στα στόμια κυτών, και ανάμεσα στα στόμια κυτών και τις υπερκατασκευές και τα υπερστεγάσματα έως το πραγματικό ύψος του δρυφράκτου. Η επιφάνεια των θυρίδων δρυφράκτου υπολογίζεται σε σχέση με την καθαρή επιφάνεια ελεύθερης ροής ως ακολούθως: (α) Αν η επιφάνεια ελεύθερης ροής δεν είναι μικρότερη από την επιφάνεια εκροής που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο (2) θεωρώντας συνεχόμενα τα τοιχώματα των στομίων κυτών, τότε η ελάχιστη επιφάνεια θυρίδων εκροής που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο (1) θα θεωρείται επαρκής. (β) Αν η επιφάνεια ελεύθερης ροής είναι ίση ή μικρότερη από την επιφάνεια που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο (1), η ελάχιστη επιφάνεια εκροής επί των δρυφράκτων καθορίζεται από την παράγραφο (2). (γ) Εάν η επιφάνεια ελεύθερης ροής είναι μικρότερη από αυτήν που υπολογίζεται στην παράγραφο (2), αλλά μεγαλύτερη από αυτήν που υπολογίζεται στην παράγραφο (1), η ελάχιστη επιφάνεια εκροής επί του δρυφράκτου υπολογίζεται από τον ακόλουθο τύπο: F = F1 + F2 – fp m2 Όπου:F1 είναι η ελάχιστη επιφάνεια εκροής που υπολογίζεται από την παράγραφο (1) F2 είναι η ελάχιστη επιφάνεια εκροής που υπολογίζεται από την παράγραφο (2), και fp είναι η συνολική καθαρή επιφάνεια των διαδρόμων και των κενών ανάμεσα στα άκρα των κυτών και τις υπερκατασκευές ή τα υπερστεγάσματα έως το πραγματικό ύψος του δρυφράκτου. (4) Σε πλοία που έχουν υπερκατασκευές επί του καταστρώματος εξάλων ή επί του καταστρώματος υπερκατασκευών, οι οποίες είναι ανοιχτές στο ένα ή και στα δύο άκρα προς χάσματα που σχηματίζονται από την ύπαρξη δρυφράκτων επί των ανοιχτών καταστρωμάτων, υπάρχουν επαρκείς διατάξεις για την αποστράγγιση των ανοιχτών χώρων εντός των υπερκατασκευών. Η ελάχιστη επιφάνεια θυρίδων εκροής σε κάθε πλευρά του πλοίου για την ανοιχτή υπερκατασκευή (Αs) και για το ανοιχτό χάσμα (Αw), υπολογίζεται σύμφωνα με την ακόλουθη διαδικασία: (α) Υπολογίζεται το συνολικό μήκος χάσματος (lt) που είναι ίσο με το άθροισμα του μήκους του ανοιχτού καταστρώματος που περικλείεται από δρύφρακτα (lw) και του μήκους του κοινού χώρου εντός της ανοιχτής υπερκατασκευής (ls). (β) Για τον υπολογισμό της Αs: i) υπολογίζεται η απαιτούμενη επιφάνεια θυρίδων εκροής (Α) για ένα ανοιχτό χάσμα μήκους lt σύμφωνα με την παράγραφο (1) θεωρώντας κανονικό ύψος δρυφράκτου, ii) πολλαπλασιάζεται με ένα συντελεστή 1,5 για να διορθωθεί για την έλλειψη σιμότητας, αν υπάρχει, σύμφωνα με την παράγραφο (1)(γ), iii) πολλαπλασιάζεται με το συντελεστή (bο/lt) για τη διόρθωση της επιφάνειας θυρίδων εκροής για το πλάτος (bο) των ανοιγμάτων στην ακραία φρακτή της περίκλειστης υπερκατασκευής, iν) για τη διόρθωση της επιφάνειας θυρίδων εκροής για εκείνο το τμήμα του συνολικού μήκους του χάσματος που περικλείεται από την ανοιχτή υπερκατασκευή, πολλαπλασιάζεται με το συντελεστή: 1 - (lw/lt)2 όπου τα lw και lt ορίζονται στην παράγραφο (4)(α), ν) για τη διόρθωση της επιφάνειας θυρίδων εκροής για την απόσταση του καταστρώματος του χάσματος πάνω από το κατάστρωμα εξάλων, για καταστρώματα που βρίσκονται περισσότερο από 0,5 hs πάνω από το κατάστρωμα εξάλων, πολλαπλασιάζεται με το συντελεστή: 0,5 (hs/hw) όπου hw είναι η απόσταση του καταστρώματος του χάσματος πάνω από το κατάστρωμα εξάλων και hs είναι ένα σταθερό ύψος υπερκατασκευής. (γ) Για τον υπολογισμό της Αw: (i) η επιφάνεια θυρίδων εκροής για το ανοιχτό χάσμα (Αw) θα υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο (β)(i), χρησιμοποιώντας το lw για το υπολογισμό μίας ονομαστικής επιφάνειας θυρίδων εκροής (Α΄), και στη συνέχεια διορθώνεται για το πραγματικό ύψος του δρυφράκτου (hb) χρησιμοποιώντας μία από τις ακόλουθες διορθώσεις επιφάνειας, όποια εφαρμόζεται: για ύψος δρυφράκτου μεγαλύτερο από 1,2 m: Αc = lw((hb – 1,2)/0,10)(0,004) m2 για ύψος δρυφράκτου μικρότερο από 0,9 m: Αc = lw((hb – 0,9)/0,10)(0,004) m2 για ύψος δρυφράκτου μεταξύ 1,2 m και 0,9 m δε γίνεται διόρθωση (δηλ: Αc = 0) (ii) η διορθωμένη επιφάνεια θυρίδων εκροής (Αw = Α΄ + Αc) στη συνέχεια διορθώνεται για έλλειψη σιμότητας, αν ισχύει, και για το ύψος πάνω από το κατάστρωμα εξάλων όπως στις παραγράφους (β)(ii) και (β)(ν), χρησιμοποιώντας τα hs και hw. (δ) Οι διορθωμένες επιφάνειες θυρίδων εκροής για την ανοιχτή υπερκατασκευή (Αs) και για το ανοιχτό χάσμα (Αw) διανέμονται κατά μήκος κάθε πλευράς του ανοιχτού χώρου που καλύπτεται από την ανοιχτή υπερκατασκευή, και κάθε πλευράς του ανοιχτού χάσματος, αντίστοιχα. (ε) Οι παραπάνω σχέσεις συνοψίζονται με τις ακόλουθες εξισώσεις, θεωρώντας ότι το lt, άθροισμα των lw και ls, είναι μεγαλύτερο από 20 m: επιφάνεια θυρίδων εκροής Αw για το ανοιχτό χάσμα: Αw = (0,007lw + Αc) (διόρθωση για σιμότητα) (0,5 hs/hw) επιφάνεια θυρίδων εκροής Αs για την ανοιχτή υπερκατασκευή: Αw = (0,007lt) (διόρθωση για σιμότητα)(bο/lt(1- (lw/lt)2) (0,5 hs/hw) όπου το lt είναι ίσο ή μικρότερο από 20 m, η βασική επιφάνεια θυρίδων εκροής είναι Α = 0,7 + 0,035lt σύμφωνα με την παράγραφο (1). (5) Τα κατώτερα άκρα των θυρίδων εκροής είναι όσο το δυνατό πλησιέστερα στο κατάστρωμα. Τα δύο τρίτα της απαιτούμενης επιφάνειας θυρίδων εκροής τοποθετούνται στο μισό του χάσματος που βρίσκεται πλησιέστερα στο χαμηλότερο σημείο της καμπύλης σιμότητας. Το ένα τρίτο της απαιτούμενης επιφάνειας θυρίδων εκροής είναι ομοιόμορφα κατανεμημένο στο υπόλοιπο μήκος του χάσματος. Για μηδενική ή μικρή σιμότητα επί του εκτεθειμένου καταστρώματος εξάλων ή επί ενός εκτεθειμένου καταστρώματος υπερκατασκευών η επιφάνεια θυρίδων εκροής κατανέμεται ομοιόμορφα σε όλο το μήκος του χάσματος. (6) Όλα τα ανοίγματα των θυρίδων εκροής επί των δυφράκτων προστατεύονται με βέργες ή μπάρες τοποθετημένες σε απόσταση περίπου 230 mm μεταξύ τους. Αν στις θυρίδες εκροής έχουν τοποθετηθεί διαφράγματα, πρέπει να υπάρχει αρκετό διάκενο για την αποφυγή του μπλοκαρίσματος. Οι γιγγλιμοί έχουν πείρους ή έδρανα από ανοξείδωτο υλικό. Στα διαφράγματα δεν υπάρχουν διατάξεις ασφάλισης. Κανονισμός 25Προστασία του πληρώματος (1) Η αντοχή των υπερστεγασμάτων, που χρησιμοποιούνται για την ενδιαίτηση του πληρώματος, είναι σε αποδεκτό επίπεδο. (2) Κιγκλιδώματα ή δρύφρακτα τοποθετούνται επί όλων των εκτεθειμένων καταστρωμάτων. Το ύψος των δρυφράκτων ή των κιγκλιδωμάτων είναι τουλάχιστον 1 m από το κατάστρωμα, υπό την προϋπόθεση ότι όπου το ύψος αυτό παρεμποδίζει τις συνήθεις εργασίες του πλοίου δύναται να εγκριθεί μικρότερο ύψος, εφόσον ικανοποιείται η Αρχή ότι παρέχεται επαρκής προστασία. (3) Κιγκλιδώματα επί των καταστρωμάτων υπερκατασκευών και εξάλων έχουν τουλάχιστον τρεις σειρές. Τα ανοίγματα κάτω από την κατώτερη σειρά των κιγκλιδωμάτων δε υπερβαίνουν τα 230 mm. Οι άλλες σειρές δε απέχουν περισσότερο από 380 mm μεταξύ τους. Σε πλοία με στρογγυλεμένη πλευρά καταστρώματος τα στηρίγματα των κιγκλιδωμάτων τοποθετούνται στο επίπεδο τμήμα του καταστρώματος. Σε άλλα σημεία τοποθετούνται κιγκλιδώματα με τουλάχιστον δύο σειρές. Τα κιγκλιδώματα συμμορφώνονται με τις ακόλουθες διατάξεις: (α) τοποθετούνται σταθεροί, αφαιρούμενοι ή γιγλιμωτοί ορθοστάτες σε απόσταση περίπου 1,5 m μεταξύ τους. Οι αφαιρούμενοι ή γιγλιμωτοί ορθοστάτες είναι ικανοί να ασφαλίζονται στην όρθια θέση, (β) τουλάχιστον κάθε τρίτος ορθοστάτης στηρίζεται με μπρακέτο ή αντιστήριγμα, (γ) όπου είναι απαραίτητο για την κανονική λειτουργία του πλοίου, μπορεί να γίνουν αποδεκτά χαλύβδινα συρματόσχοινα αντί των κιγκλιδωμάτων. Τα συρματόσχοινα εντείνονται με εντατήρες στρέβλωσης, και (δ) όπου είναι απαραίτητο για την κανονική λειτουργία του πλοίου, γίνονται αποδεκτές αλυσίδες στερεωμένες μεταξύ δύο σταθερών ορθοστατών και / ή δρύφρακτα αντί των κιγκλιδωμάτων. (4) Για την προστασία του πληρώματος παρέχονται ικανοποιητικά μέσα για την ασφαλή πρόσβαση που απαιτείται από τον κανονισμό 25-1 (με τη μορφή κιγκλιδωμάτων, οδηγών σχοινιών, γεφυρών από-επιβιβάσεως ή υπό το κατάστρωμα διελεύσεων, κλπ) για την είσοδο και έξοδο του πληρώματος από τους χώρους ενδιαίτησης, το χώρο μηχανών και οποιουσδήποτε άλλους χώρους που χρησιμοποιούνται για τις αναγκαίες εργασίες του πλοίου. (5) Φορτίο καταστρώματος επί οποιουδήποτε πλοίου στοιβάζεται με τέτοιο τρόπο ώστε, οποιοδήποτε άνοιγμα που βρίσκεται κατά μήκος του φορτίου και το οποίο παρέχει πρόσβαση προς και από τα ενδιαιτήματα του πληρώματος, τους χώρους μηχανών και σε οποιοδήποτε άλλο χώρο που χρησιμοποιείται για τις αναγκαίες εργασίες επί του πλοίου, να δύναται να κλείσει και να ασφαλιστεί για την μη είσοδο του νερού. Ασφαλής προστασία για το πλήρωμα με την μορφή κιγκλιδωμάτων ή οδηγών σχοινιών υπάρχει πάνω από το φορτίο καταστρώματος εάν δεν υφίσταται κατάλληλη διέλευση επί ή υπό του καταστρώματος του πλοίου. Κανονισμός 25-1Μέσα για την ασφαλή διέλευση του πληρώματος (1) Η ασφαλής διέλευση του πληρώματος παρέχεται με ένα τουλάχιστον από τα μέσα που περιγράφονται στον πίνακα 25-1 παρακάτω: (2) Οι αποδεκτές διατάξεις που αναφέρονται στον πίνακα 25-1.1 καθορίζονται ως παρακάτω: (α) Ένας καλά φωτιζόμενος και αεριζόμενος διάδρομος διέλευσης υπό το κατάστρωμα (με καθαρές διαστάσεις ανοίγματος τουλάχιστον 0,8 m πλάτος και 2 m ύψος), όσο το δυνατό πλησιέστερα στο κατάστρωμα ύψους εξάλων, που συνδέει και παρέχει πρόσβαση στις θεωρούμενες θέσεις. (β) Μία μόνιμη και ικανής κατασκευής γέφυρα απο-επιβίβασης, τοποθετημένη επί ή πάνω από το κατάστρωμα υπερκατασκευών, επί ή όσο το δυνατό πλησιέστερα στον άξονα συμμετρίας του πλοίου, η οποία διαθέτει ένα συνεχόμενο δάπεδο πλάτους τουλάχιστον 0,6 m και με αντιολισθητική επιφάνεια και κιγκλιδώματα σε κάθε πλευρά που εκτείνονται σε όλο το μήκος της. Τα κιγκλιδώματα έχουν ύψος τουλάχιστον 1 m με τρεις σειρές και είναι κατασκευασμένα σύμφωνα με τον κανονισμό 25(3). Υπάρχει πέδη ποδιού. (γ) Ένας μόνιμος διάδρομος πλάτους τουλάχιστον 0,6 m, τοποθετημένος στο επίπεδο του καταστρώματος ύψους εξάλων αποτελούμενος από δύο συστοιχίες κιγκλιδωμάτων με ορθοστάτες σε απόσταση μεταξύ τους όχι μεγαλύτερη από 3 m. Ο αριθμός των σειρών των κιγκλιδωμάτων και η μεταξύ τους απόσταση είναι σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 25(3). Σε πλοία τύπου «Β», μπορεί να γίνουν αποδεκτά τοιχώματα στομίων κυτών, ύψους όχι μικρότερου από 0,6 m που σχηματίζουν τη μία πλευρά του διαδρόμου, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν τοποθετηθεί δύο συστοιχίες κιγκλιδωμάτων μεταξύ των στομίων κυτών. (δ) Ένας οδηγός συρματόσχοινου διαμέτρου όχι μικρότερης από 10 mm, στηριζόμενος από ορθοστάτες με απόσταση όχι περισσότερη από 10 m μεταξύ τους, ή μονός χειραγωγός ή συρματόσχοινο προσκολλημένο στα τοιχώματα των στομίων κυτών, συνεχόμενο και στηριζόμενο μεταξύ των στομίων κυτών. (ε) Μία μόνιμη γέφυρα απο-επιβίβασης η οποία: i) τοποθετείται επί ή πάνω από το επίπεδο του καταστρώματος υπερκατασκευών, ii) τοποθετείται επί ή όσο το δυνατό πλησιέστερα στον άξονα συμμετρίας του πλοίου, iii) τοποθετείται έτσι ώστε να μην παρεμποδίζει την εύκολη πρόσβαση προς τις περιοχές εργασίας του καταστρώματος, iν) παρέχει συνεχόμενο δάπεδο πλάτους τουλάχιστον 1 m, ν) είναι κατασκευασμένη από πυράντοχο και αντιολισθητικό υλικό, νi) είναι εξοπλισμένη με κιγκλιδώματα σε κάθε πλευρά τα οποία εκτείνονται σε όλο το μήκος της. Τα κιγκλιδώματα έχουν ύψος τουλάχιστον 1 m με σειρές όπως απαιτούνται από τον κανονισμό 25(3) και στηρίζονται με ορθοστάτες που απέχουν όχι περισσότερο από 1,5 m μεταξύ τους. νii) φέρει πέδη ποδιού σε κάθε πλευρά, νiii) έχει ανοίγματα, με κλίμακες όπου είναι απαραίτητο, από και προς το κατάστρωμα. Τα ανοίγματα δεν απέχουν περισσότερο από 40 m μεταξύ τους και ix) έχει καταφύγια τοποθετημένα κατά μήκος της γέφυρας απο-επιβίβασης σε διαστήματα που δεν υπερβαίνουν τα 45 m αν το μήκος του εκτεθειμένου καταστρώματος που διασχίζεται υπερβαίνει τα 70 m. Κάθε καταφύγιο είναι ικανό να φιλοξενήσει τουλάχιστον ένα άτομο και είναι έτσι κατασκευασμένο ώστε να παρέχει προστασία από τον καιρό από την πλώρη, την αριστερή και τη δεξιά πλευρά, (στ) Ένας μόνιμος διάδρομος τοποθετημένος στο επίπεδο του καταστρώματος ύψους εξάλων, επί ή όσο είναι πρακτικά δυνατό πλησιέστερα στον άξονα συμμετρίας του πλοίου, που έχει τις ίδιες προδιαγραφές με αυτές μίας μόνιμης γέφυρας απο-επιβίβασης που περιγράφονται στην (ε), εκτός από τη πέδη ποδιού. Σε πλοία τύπου «Β» (πιστοποιημένα για τη μεταφορά χύδην υγρού φορτίου) με ένα συνδυασμένο ύψος στομίων κυτών και ύψος εγκατεστημένου καλύμματος στομίου όχι μικρότερο από 1 m, τα τοιχώματα των στομίων κυτών μπορεί να γίνει αποδεκτό να σχηματίζουν τη μία πλευρά του διαδρόμου, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν τοποθετηθεί δύο συστοιχίες κιγκλιδωμάτων μεταξύ των στομίων κυτών. (3) Επιτρεπόμενες θέσεις κατά το εγκάρσιο για τις διατάξεις των παραγράφων (2)(γ), (δ) και (στ) ανωτέρω, όπου αρμόζει: i) Επί ή πλησίον του άξονα συμμετρίας του πλοίου, ή εγκατάσταση σε στόμια κυτών επί ή πλησίον του άξονα συμμετρίας του πλοίου, ii) Εγκατάσταση σε κάθε πλευρά του πλοίου iii) Εγκατάσταση στη μία πλευρά του πλοίου, πρόβλεψη για την τοποθέτηση και στην άλλη πλευρά, iν) Εγκατάσταση στη μία πλευρά του πλοίου μόνο, ν) Εγκατάσταση σε κάθε πλευρά των στομίων κυτών, όσο πλησιέστερα όσο είναι πρακτικά δυνατό στον άξονα συμμετρίας του πλοίου. (4) (α) Όπου είναι τοποθετημένα συρματόσχοινα, υπάρχουν εντατήρες για την εξασφάλιση της έντασής των. (β) Όπου είναι απαραίτητο για την κανονική λειτουργία του πλοίου, μπορεί να γίνουν αποδεκτά χαλύβδινα συρματόσχοινα αντί για κιγκλιδώματα. (γ) Όπου είναι απαραίτητο για την κανονική λειτουργία του πλοίου, μπορεί να γίνουν αποδεκτές αλυσίδες μεταξύ δύο σταθερών ορθοστατών αντί για κιγκλιδώματα. (δ) Όπου είναι τοποθετημένοι ορθοστάτες, αυτοί στηρίζονται κάθε τρίτο ορθοστάτη με βραχίονα στήριξης ή στήριγμα . (ε) Οι αφαιρούμενοι ή γιγλιμωτοί ορθοστάτες δύνανται να ασφαλίζονται στην όρθια θέση. (στ) Παρέχεται διάταξη για τη διέλευση πάνω από εμπόδια όπως σωλήνες ή άλλες μόνιμες διατάξεις. (ζ) Γενικά το πλάτος της γέφυρας απο-επιβίβασης ή του διαδρόμου επί του καταστρώματος δεν θα υπερβαίνει τα 1,5 m. (5) Για δεξαμενόπλοια μήκους μικρότερου από 100 m, το ελάχιστο πλάτος του δαπέδου της γέφυρας απο-επιβίβασης ή του διαδρόμου επί του καταστρώματος που είναι τοποθετημένα σύμφωνα με τις παραγράφους (2)(ε) ή (στ) ανωτέρω, αντίστοιχα, μπορεί να μειωθεί στο 0,6 m. Κανονισμός 26Ειδικές συνθήκες χαρακτηρισμού για πλοία τύπου «Α» Περίβληματα μηχανοστασίου (1) Τα περιβλήματα μηχανοστασίου (machinery casings) σε πλοία τύπου ΄Α΄, όπως καθορίζονται στον κανονισμό 27, προστατεύονται από μία από τις παρακάτω διατάξεις: (α) περίκλειστο επίστεγο ή γέφυρα τουλάχιστον κανονικού ύψους, ή (β) υπερστέγασμα ίσου ύψους και ισοδύναμης αντοχής. (2) Τα περιβλήματα μηχανοστασίου, παρόλα αυτά, δύνανται να εκτίθενται στις καιρικές συνθήκες, εάν δεν υπάρχουν ανοίγματα άμεσου πρόσβασης από το κατάστρωμα ύψους εξάλων στο χώρο του μηχανοστασίου. Θύρα συμμορφούμενη προς τις απαιτήσεις του κανονισμού 12 δύναται, να επιτραπεί στο περίβλημα του μηχανοστασίου, δεδομένου ότι οδηγεί σε χώρο ή διάδρομο διέλευσης ο οποίος είναι της ίδιας ισχυρής κατασκευής με το περίβλημα του μηχανοστασίου και χωρίζεται από το κλιμακοστάσιο του μηχανοστασίου με δεύτερη καιροστεγή θύρα από χάλυβα ή άλλο ισοδύναμο υλικό. Γέφυρα και πρόσβαση (3) Σε πλοία τύπου «Α» τοποθετηθεί μία μόνιμη γέφυρα προς πρώρα και προς πρύμνη, κατασκευασμένη σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 25-1(2)(ε), στο επίπεδο του καταστρώματος υπερκατασκευών, μεταξύ του επιστέγου και της γέφυρας στο μεσόστεγο ή του υπερστεγάσματος όπου υπάρχει. Η διάταξη που περιγράφεται στον κανονισμό 25-1(2)(α) θεωρείται ισοδύναμο μέσο πρόσβασης για το σκοπό της γέφυρας επικοινωνίας. (4) Ασφαλής πρόσβαση από το επίπεδο της γέφυρας διατίθεται μεταξύ χωριστών ενδιαιτημάτων πληρώματος καθώς και μεταξύ ενδιαιτημάτων πληρώματος και του χώρου μηχανών. Στόμια κυτών (5) Τα εκτεθειμένα στόμια κυτών επί των καταστρωμάτων ύψους εξάλων και προστέγου ή επί των κορυφών των δεξαμενών εκτονώσεως, σε πλοία τύπου «Α», εφοδιάζονται με ικανά υδατοστεγή μέσα κλεισίματος κατασκευασμένα από χάλυβα ή άλλο ισοδύναμο υλικό. Διατάξεις εκροής υδάτων (6) Πλοία τύπου «Α» με δρύφρακτα φέρουν ανοιχτά κιγκλιδώματα τοποθετημένα τουλάχιστον στο ήμισυ του μήκους του εκτεθειμένου στις καιρικές συνθήκες καταστρώματος ή άλλες ισοδύναμες διατάξεις εκροής υδάτων. Μία επιφάνεια θυρίδων εκροής υδάτων της τάξης του 33% της συνολικής επιφάνειας δρυφράκτων, στο χαμηλότερο μέρος του δρυφράκτου, είναι μια αποδεκτή ισοδύναμη διάταξη εκροής υδάτων. Η άνω ακμή του ελάσματος ζωστήρα θα βρίσκεται όσο το δυνατό χαμηλότερα. (7) Όπου υπερκατασκευές συνδέονται με πυργωτές υπερκατασκευές, τοποθετούνται ανοιχτά κιγκλιδώματα σε ολόκληρο το μήκος των εκτεθειμένων μερών του καταστρώματος ύψους εξάλων. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙΥΨΟΣ ΕΞΑΛΩΝ Κανονισμός 27Τύποι πλοίων (1) Για το σκοπό του υπολογισμού του ύψους εξάλων, τα πλοία διακρίνονται σε τύπου «Α» και τύπου «Β». Πλοία τύπου «Α» (2) Πλοίο τύπου «Α» είναι εκείνο το οποίο: (α) προορίζεται για τη μεταφορά μόνο υγρών χύμα φορτίων, (β) έχει σε μεγάλο βαθμό ακέραιο το εκτεθειμένο στον καιρό κατάστρωμα με μικρά μόνο στόμια εισόδου στους χώρους φορτίου, που κλείνουν με υδατοστεγή δια παρεμβυσμάτων χαλύβδινα καλύμματα ή καλύμματα από άλλο ισοδύναμο υλικό, και (γ) έχει μικρή διαχωρητότητα των εμφόρτων χώρων φορτίου. (3) Πλοίο τύπου «Α» με μήκος μεγαλύτερο από 150 m, στο οποίο έχει σημανθεί ύψος εξάλων μικρότερο από το τύπου «Β», όταν φορτώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (11), είναι ικανό να αντέξει σε κατάκλυση κάθε διαμερίσματος ή διαμερισμάτων, με υποτιθέμενη διαχωρητότητα ίση με 0,95, τηρουμένων των υποθέσεων ευστάθειας που καθορίζονται στην παράγραφο (12), και παραμένει εν επιπλεύσει σε ικανοποιητική κατάσταση ισορροπίας, όπως προδιαγράφεται στην παράγραφο (13). Σε ένα τέτοιο πλοίο, ο χώρος μηχανών αντιμετωπίζεται σαν ένα διαμέρισμα που δύναται να κατακλυσθεί, αλλά με διαχωρητότητα ίση με 0,85. (4) Σε ένα πλοίο τύπου «Α» σημαίνεται ύψος εξάλων το οποίο δεν είναι μικρότερο από αυτό που βασίζεται στον πίνακα 28-1. Πλοία τύπου «Β» (5) Όλα τα πλοία που δεν υπόκεινται στις σχετικές διατάξεις των παραγράφων (2) και (3), που ισχύουν για τα πλοία τύπου «Α», θεωρούνται σαν πλοία τύπου «Β». (6) Σε πλοία τύπου «Β», τα οποία στη θέση 1 έχουν καλύμματα στομίων κυτών τα οποία επιτρέπεται από την Αρχή να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του κανονισμού 15 (εκτός της παραγράφου (6)), ή τα οποία είναι εφοδιασμένα με ασφαλιστικές διατάξεις αποδεκτές σύμφωνα με τον κανονισμό 16(6), σημαίνεται ύψος εξάλων σύμφωνα με τις τιμές που δίνονται στον πίνακα 28.2, προσαυξημένες με τις τιμές που δίνονται στον πίνακα 27.1: Αύξηση του ύψους εξάλων των πινακοποιημένων τιμών ύψους εξάλων πλοίων τύπου «Β», για πλοία με καλύμματα στομίων κυτών που συμμορφώνονται με τις διατάξεις του κανονισμού 15 (εκτός της παραγράφου (6)). Μήκος τουπλοίου(m) Αύξηση ύψους εξάλων(mm) Μήκος τουπλοίου(m) Αύξηση ύψουςεξάλων(mm) Μήκος τουπλοίου(m) Αύξηση ύψουςεξάλων(mm) 108 και κάτω 50 139 175 170 290 109 52 140 181 171 292 110 55 141 186 172 294 111 57 142 191 173 297 112 59 143 196 174 299 113 62 144 201 175 301 114 64 145 206 176 304 115 68 146 210 177 306 116 70 147 215 178 308 117 73 148 219 179 311 118 76 149 224 180 313 119 80 150 228 181 315 120 84 151 232 182 318 121 87 152 236 183 320 122 91 153 240 184 322 123 95 154 244 185 325 124 99 155 247 186 327 125 103 156 251 187 329 126 108 157 254 188 332 127 112 158 258 189 334 128 116 159 261 190 336 129 121 160 264 191 339 130 126 161 267 192 341 131 131 162 270 193 343 132 136 163 273 194 346 133 142 164 275 195 348 134 147 165 278 196 350 135 153 166 280 197 353 136 159 167 283 198 355 137 164 168 285 199 357 138 170 169 287 200 358 Ύψη εξάλων για ενδιάμεσα μήκη λαμβάνονται με γραμμική παρεμβολή. Ύψη εξάλων για πλοία με μήκος μεγαλύτερο από 200 m καθορίζονται από την Αρχή. Πίνακας 27.1 (7) Σε πλοία τύπου «Β», τα οποία έχουν στη θέση 1 στόμια κυτών που φέρουν καλύμματα συμμορφούμενα με τις διατάξεις του κανονισμού 16(2) έως (5), σημαίνεται ύψος εξάλων σύμφωνα με τον πίνακα 28.2, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στις παραγράφους (8) έως και (13). (8) Σε κάθε πλοίο τύπου «Β» μήκους πάνω από 100 m, δύναται να σημαίνεται ύψος εξάλων μικρότερο από το απαιτούμενο σύμφωνα με την παράγραφο (7), υπό την προϋπόθεση ότι ανάλογα με την παρεχόμενη μείωση η Αρχή ικανοποιείται ότι: (α) τα λαμβανόμενα μέτρα για την προστασία του πληρώματος είναι επαρκή, (β) οι διατάξεις εκροής υδάτων είναι επαρκείς, (γ) τα καλύμματα στις θέσεις 1 και 2 συμμορφώνονται με τις διατάξεις του κανονισμού 16(1) έως (5) και (7), και (δ) το πλοίο, όταν είναι έμφορτο σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (11), είναι ικανό να αντέξει σε κατάκλυση οποιουδήποτε διαμερίσματος ή διαμερισμάτων, με υποτιθέμενη διαχωρητότητα ίση με 0,95, τηρουμένων των υποθέσεων βλάβης που καθορίζονται στην παράγραφο (12), και παραμένει εν επιπλεύσει σε ικανοποιητική κατάσταση ισορροπίας, όπως προδιαγράφεται στην παράγραφο (13). Σε ένα τέτοιο πλοίο με μήκος πάνω από 150 m, ο χώρος μηχανών θεωρείται σαν ένα διαμέρισμα που δύναται να κατακλυσθεί, αλλά με διαχωρητότητα ίση με 0,85. (9) Κατά τον υπολογισμό του ύψους εξάλων για πλοία τύπου «Β» τα οποία συμμορφώνονται με τις διατάξεις των παραγράφων (8), (11), (12) και (13), οι τιμές από τον πίνακα 28.2 δεν θα μειώνονται περισσότερο από το 60% της διαφοράς μεταξύ των πινακοποιημένων τιμών στους πίνακες 28.1 και 28.2 για τα αντίστοιχα μήκη πλοίων. (10) (α) Η επιτρεπόμενη από την παράγραφο (9) μείωση στην πινακοποιημένη τιμή του ύψους εξάλων μπορεί να αυξηθεί έως τη συνολική διαφορά ανάμεσα στις τιμές του πίνακα 28.1 και αυτές του πίνακα 28.2 υπό τον όρο ότι το πλοίο συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις των: i) κανονισμού 26, εκτός της παραγράφου (5), σαν να ήταν πλοίο τύπου «Α», ii) παραγράφων (8), (11) και (13), και iii) παραγράφου (12), υπό την προϋπόθεση ότι οποιαδήποτε εγκάρσια φρακτή κατά μήκος του πλοίου θεωρείται ότι έχει υποστεί βλάβη, έτσι ώστε δύο γειτονικά διαμερίσματα πρύμνηθεν και πρώραθεν της φρακτής κατακλύζονται ταυτόχρονα, εκτός της περίπτωσης των οριακών φρακτών των χώρων μηχανών όπου τέτοια βλάβη δε εξετάζεται. (β) Σε ένα τέτοιο πλοίο, με μήκος πάνω από 150 m, ο χώρος μηχανών θεωρείται σαν ένα διαμέρισμα που δύναται να κατακλυσθεί, αλλά με διαχωρητότητα ίση με 0,85. Αρχική κατάσταση φόρτωσης (11) Η αρχική κατάσταση φόρτωσης πριν την κατάκλυση καθορίζεται ως ακολούθως: (α) Το πλοίο φορτώνεται στην έμφορτη ίσαλο γραμμή θέρους με υποτιθέμενη μηδενική διαγωγή. (β) Όταν υπολογίζεται η κατακόρυφη θέση του κέντρου βάρους, εφαρμόζονται οι ακόλουθες αρχές: i) το μεταφερόμενο φορτίο είναι ομοιογενές, ii) όλοι οι χώροι φορτίου, εκτός εκείνων που αναφέρονται στο εδάφιο (iii) παρακάτω, συμπεριλαμβανομένων όμως των διαμερισμάτων που πρόκειται να είναι μερικώς πληρωμένα, θεωρούνται ολικώς πληρωμένοι εκτός αν περιέχουν υγρά φορτία οπότε θεωρούνται κατά 98% πληρωμένοι. iii) αν το πλοίο πρόκειται να πλεύσει στην έμφορτη ίσαλο γραμμή θέρους με κενά διαμερίσματα, τα διαμερίσματα αυτά θεωρούνται κενά, με την προϋπόθεση ότι το ύψος του υπολογιζόμενου στην κατάσταση αυτή κέντρου βάρους δεν είναι μικρότερο από το υπολογιζόμενο σύμφωνα με το εδάφιο (ii). iν) το 50% της ολικής χωρητικότητας κάθε δεξαμενής και κάθε χώρου που προορίζεται να περιέχει αναλώσιμα υγρά και εφόδια θεωρείται ότι μπορεί να αναλωθεί. Υποτίθεται ότι για κάθε τύπο υγρού, τουλάχιστον ένα εγκάρσιο ζεύγος ή μία μεμονωμένη κεντρική δεξαμενή έχει μέγιστη ελεύθερη επιφάνεια και η δεξαμενή ή ο συνδυασμός δεξαμενών που πρόκειται να ληφθούν υπόψη είναι εκείνες όπου η επίδραση των ελεύθερων επιφανειών είναι η μέγιστη. Το κέντρο βάρους του περιεχομένου κάθε δεξαμενής λαμβάνεται στο κέντρο του όγκου της δεξαμενής. Οι υπόλοιπες δεξαμενές θεωρούνται είτε εντελώς κενές ή ολικώς πληρωμένες και η κατανομή των αναλώσιμων υγρών μεταξύ αυτών των δεξαμενών είναι τέτοια ώστε να δίνει το μέγιστο πιθανό ύψος του κέντρου βάρους πάνω από την τρόπιδα, ν) για κάθε διαμέρισμα που περιέχει υγρά, όπως προδιαγράφεται στο εδάφιο (ii), εκτός της περίπτωσης διαμερισμάτων που περιέχουν αναλώσιμα υγρά, όπως προδιαγράφεται στο εδάφιο (iν), η μέγιστη επίδραση των ελεύθερων επιφανειών υπολογίζεται για μία γωνία εγκάρσιας κλίσης όχι μεγαλύτερη από 5ο μοίρες. Εναλλακτικά, μπορεί να χρησιμοποιηθεί η πραγματική επίδραση των ελεύθερων επιφανειών, υπό την προϋπόθεση ότι η μέθοδος υπολογισμού είναι αποδεκτή από τη Αρχή. νi) Τα βάρη υπολογίζονται με βάση τις ακόλουθες τιμές για το ειδικό βάρος: θαλασσινού ύδατος 1,025 γλυκού ύδατος 1,000 πετρελαίου καύσεως 0,950 πετρελαίου ντήζελ 0,900 λιπαντικού ελαίου 0,900 Υποθέσεις βλάβης (12) Εφαρμόζονται οι ακόλουθες αρχές σχετικά με τα χαρακτηριστικά της υποτιθέμενης βλάβης: (α) Η κατακόρυφη έκταση της βλάβης σε όλες τις περιπτώσεις υποτίθεται ότι είναι από τη βασική γραμμή προς τα πάνω χωρίς περιορισμό. (β) Η εγκάρσια έκταση της βλάβης λαμβάνεται ίση με το Β/5 ή 11,5 m, οποιοδήποτε είναι το μικρότερο και μετράται από την πλευρά του πλοίου προς το εσωτερικό του, κάθετα προς την κεντρική γραμμή και στο επίπεδο της έμφορτης ισάλου γραμμής θέρους. (γ) Εάν μία βλάβη μικρότερης έκτασης από αυτή που προδιαγράφεται στις υποπαραγράφους (α) και (β) οδηγεί σε δυσμενέστερη κατάσταση, λαμβάνεται υπόψη αυτή η μικρότερη έκταση. (δ) Εκτός αν διαφορετικά προβλέπεται από την παράγραφο (10)(α), η κατάκλυση περιορίζεται σε ένα μόνο διαμέρισμα κείμενο μεταξύ γειτονικών εγκαρσίων φρακτών με την προϋπόθεση ότι το εσωτερικό διάμηκες όριο του δεν είναι σε θέση που βρίσκεται μέσα στην εγκάρσια έκταση της υποτιθέμενης βλάβης. Οι εγκάρσιες οριακές (ακραίες) φρακτές των πλευρικών δεξαμενών, οι οποίες δεν εκτείνονται καθ΄ όλο το πλάτος του πλοίου θεωρούνται ότι δεν έχουν υποστεί βλάβη εφόσον εκτείνονται πέρα από την εγκάρσια έκταση της υποτιθέμενης βλάβης που προδιαγράφεται στη υποπαράγραφο (β). Εάν σε μία εγκάρσια φρακτή υπάρχουν βαθμίδες ή εσοχές με μήκος όχι μεγαλύτερο από 3 m, τοποθετημένες μέσα στα όρια της εγκάρσιας έκτασης της υποτιθέμενης βλάβης όπως αυτή ορίζεται στην υποπαράγραφο (β), αυτή η εγκάρσια φρακτή μπορεί να θεωρηθεί άθικτη και ότι κατακλύζεται μόνο το γειτονικό διαμέρισμα. Εάν, όμως, μέσα στα όρια της εγκάρσιας έκτασης της υποτιθέμενης βλάβης υπάρχει βαθμίδα ή εσοχή, με μήκος μεγαλύτερο από 3 m, σε εγκάρσια φρακτή, τα δύο γειτονικά, σε αυτήν τη φρακτή, διαμερίσματα θεωρούνται ότι έχουν κατακλυσθεί. Η βαθμίδα που σχηματίζεται από τη στεγανή φρακτή και το έλασμα οροφής του πρυμναίου στεγανού συγκρούσεως δεν θεωρείται ως βαθμίδα για το σκοπό του παρόντος κανονισμού. (ε) Όταν κύρια εγκάρσια φρακτή βρίσκεται μέσα στα όρια της εγκάρσιας έκτασης της υποτιθέμενης βλάβης και φέρει βαθμίδα κατά μήκος των διπυθμένων ή των πλευρικών δεξαμενών, σε μήκος μεγαλύτερο από 3 m, το διπύθμενο ή η πλευρική δεξαμενή που συνορεύει με μέρος της βαθμίδας της κύριας εγκάρσιας φρακτής θεωρείται ότι κατακλύζεται ταυτόχρονα. Εάν αυτή η πλευρική δεξαμενή έχει ανοίγματα προς ένα ή περισσότερους χώρους φορτίου, όπως ανοίγματα φόρτωσης σιτηρών, αυτό το άνοιγμα ή τα ανοίγματα θεωρούνται ότι κατακλύζονται ταυτόχρονα. Ομοίως, για ένα πλοίο που μεταφέρει υγρά φορτία, εάν μία πλευρική δεξαμενή έχει ανοίγματα προς γειτονικά διαμερίσματα, αυτά τα γειτονικά διαμερίσματα θεωρούνται ότι είναι κενά και ότι κατακλύζονται ταυτόχρονα. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται ακόμα και όταν αυτά τα ανοίγματα είναι εφοδιασμένα με μέσα κλεισίματος, εκτός εάν στις φρακτές, μεταξύ των δεξαμενών, υπάρχουν συρταρωτά επιστόμια που χειρίζονται από το κατάστρωμα. Καλύμματα ανθρωποθυρίδων ασφαλισμένα με κοχλίες που απέχουν μεταξύ τους μικρά διαστήματα θεωρούνται ισοδύναμες με φρακτές χωρίς ανοίγματα, εκτός από την περίπτωση ανοιγμάτων στις άνω πλευρικές δεξαμενές που καθιστούν τις άνω πλευρικές δεξαμενές κοινές με τους χώρους φορτίου. (στ) Όταν εξετάζεται η κατάκλυση δύο γειτονικών, πρωραίου και πρυμναίου, διαμερισμάτων, οι κύριες εγκάρσιες υδατοστεγείς φρακτές πρέπει να απέχουν μεταξύ τους τουλάχιστον κατά 1/3L2/3 ή 14,5 m, οποιοδήποτε είναι μικρότερο, για να μπορούν να θεωρηθούν αποτελεσματικές. Όταν εγκάρσιες φρακτές βρίσκονται σε μικρότερη απόσταση, μία ή περισσότερες από αυτές θεωρούνται σαν μη-υπάρχουσες για να εξασφαλιστεί η ελάχιστη απόσταση μεταξύ των φρακτών. Κατάσταση ισορροπίας (13) Η κατάσταση ισορροπίας μετά την κατάκλυση θεωρείται ικανοποιητική όταν: (α) Η τελική ίσαλος γραμμή μετά τη κατάκλυση, λαμβάνοντας υπόψη τη βύθιση, την εγκάρσια κλίση και τη διαγωγή, είναι κάτω από το κατώτερο χείλος οποιουδήποτε ανοίγματος διά του οποίου μπορεί να γίνει προοδευτική κατάκλυση. Τέτοια ανοίγματα μπορεί να συμπεριλαμβάνουν εξαεριστικά, εξαεριστήρες (ακόμα και αν συμμορφώνονται με τον κανονισμό 19(4)) και ανοίγματα που κλείνουν με υδατοστεγείς θύρες (ακόμα και αν συμμορφώνονται με τον κανονισμό 12) ή τα καλύμματα κυτών (ακόμα και αν συμμορφώνονται με τον κανονισμό 16(1) έως και (5)), και μπορούν να εξαιρεθούν τα ανοίγματα που κλείνουν με καλύμματα ανθρωποθυρίδων και στόμια άνευ χείλους (τα οποία συμμορφώνονται με τον κανονισμό 18), καλύμματα στομίων κυτών του τύπου που προδιαγράφεται στον κανονισμό 27(2), τηλεχειριζόμενες ολισθαίνουσες υδατοστεγείς θύρες, και παραφωτίδες μη ανοιγόμενου τύπου (που συμμορφώνονται με τον κανονισμό 23). Ανεξάρτητα από τα παραπάνω για την περίπτωση των θυρών μεταξύ ενός κύριου χώρου μηχανών και του χώρου μηχανισμού πηδαλίου, οι υδατοστεγείς θύρες μπορεί να είναι γιγγλιμωτές άμεσης ενεργοποίησης, που διατηρούνται κλειστές, κατά τη διάρκεια του πλου, όταν δεν χρησιμοποιούνται, με την προϋπόθεση ότι το κατώτερο σημείο του κατωφλίου τους κείται πάνω από την έμφορτη ίσαλο γραμμή θέρους. (β) Εάν σωληνώσεις, αγωγοί ή σήραγγες βρίσκονται μέσα στα όρια της υποτιθέμενης έκτασης της βλάβης, όπως ορίζεται στην παράγραφο (12)(β), θα λαμβάνεται μέριμνα έτσι ώστε η προοδευτική κατάκλυση να μην επεκταθεί και σε άλλα διαμερίσματα, εκτός όσων θεωρούνται ότι κατακλύζονται κατά τον υπολογισμό κάθε περίπτωσης βλάβης. (γ) Η εγκάρσια γωνία κλίσης λόγω μη συμμετρικής κατάκλυσης δεν υπερβαίνει τις 15 μοίρες. Μπορεί να γίνει αποδεκτή και γωνία κλίσης μέχρι και 17 μοίρες με την προϋπόθεση ότι κανένα σημείο του καταστρώματος δεν βυθίζεται. (δ) Το μετακεντρικό ύψος μετά την κατάκλυση είναι θετικό. (ε) Όταν οποιοδήποτε μέρος του καταστρώματος, που βρίσκεται εκτός του διαμερίσματος που θεωρείται ότι κατακλύζεται, βυθίζεται σε μία συγκεκριμένη περίπτωση βλάβης, ή σε κάθε περίπτωση όπου το περιθώριο της ευστάθειας στην κατάσταση βλάβης μπορεί να θεωρηθεί αμφίβολο, η ευστάθεια μετά από βλάβη πρέπει να εξετάζεται. Αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως ικανοποιητική εάν η καμπύλη του μοχλοβραχίονα επαναφοράς έχει εύρος τουλάχιστον 20 μοίρες πέραν από τη θέση ισορροπίας και ο μέγιστος μοχλοβραχίονας επαναφοράς στο εύρος αυτό είναι τουλάχιστον 0,1 m. Η επιφάνεια κάτω από την καμπύλη του μοχλοβραχίονα επαναφοράς, σε αυτό το εύρος, δεν είναι μικρότερη από 0,0175 m.rad. Η Αρχή εξετάζει τον πιθανό κίνδυνο που παρουσιάζουν προστατευμένα ή μη ανοίγματα, τα οποία μπορεί να βυθιστούν προσωρινά όταν το πλοίο λάβει κλίση που βρίσκεται μέσα στα όρια της εφεδρικής ευστάθειας μετά από βλάβη. (στ) Η Αρχή έχει ικανοποιηθεί ότι η ευστάθεια κατά τις ενδιάμεσες φάσεις της κατάκλυσης είναι ικανοποιητική. Πλοία χωρίς μέσα πρόωσης (14) Σε μία φορτηγίδα, μπάριζα ή άλλο τύπο πλοίου χωρίς ανεξάρτητα μέσα πρόωσης σημαίνεται ύψος εξάλων σύμφωνα με τις διατάξεις των σχετικών κανονισμών. Σε φορτηγίδες που πληρούν τις απαιτήσεις των παραγράφων (2) και (3) μπορούν να σημαίνονται ύψη εξάλων τύπου «Α»: (α) Η Αρχή εξετάζει ειδικά την ευστάθεια των φορτηγίδων με φορτίο στο εκτεθειμένο στο καιρό κατάστρωμα. Φορτίο στο κατάστρωμα μπορεί να μεταφερθεί μόνο σε φορτηγίδες, στις οποίες έχει σημανθεί ύψος εξάλων τύπου «Β». (β) Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, για την περίπτωση μη επανδρωμένων φορτηγίδων, δεν εφαρμόζονται οι απαιτήσεις των κανονισμών 25, 26(3), 26(4) και 39. (γ) Σε τέτοιες μη επανδρωμένες φορτηγίδες, οι οποίες έχουν στο κατάστρωμα εξάλων μόνο μικρά ανοίγματα που κλείνουν υδατοστεγώς δια παρεμβυσμάτων με καλύμματα από χάλυβα ή άλλο ισοδύναμο υλικό, μπορεί να σημαίνεται ύψος εξάλων κατά 25% μικρότερο από εκείνο που υπολογίζεται σύμφωνα με τους σχετικούς κανονισμούς. Κανονισμός 28Πίνακες ύψους εξάλων Πλοία τύπου «Α» (1) Οι πινακοποιημένες τιμές του ύψους εξάλων για τα πλοία τύπου «Α» καθορίζεται από τον πίνακα 28.1: Πίνακας 28.1Πίνακας ύψους εξάλων για πλοία τύπου «Α» Μήκος πλοίου(m) Ύψος εξάλων(mm) Μήκος πλοίου(m) Ύψος εξάλων(mm) Μήκος πλοίου(m) Ύψος εξάλων(mm) 24 200 51 455 78 814 25 208 52 467 79 828 26 217 53 478 80 841 27 225 54 490 81 855 28 233 55 503 82 869 29 242 56 516 83 883 30 250 57 530 84 897 31 258 58 544 85 911 32 267 59 559 86 926 33 275 60 573 87 940 34 283 61 587 88 955 35 292 62 600 89 969 36 300 63 613 90 984 37 308 64 626 91 999 38 316 65 639 92 1014 39 325 66 653 93 1029 40 334 67 666 94 1044 41 344 68 680 95 1059 42 354 69 693 96 1074 43 364 70 706 97 1089 44 374 71 720 98 1105 45 385 72 733 99 1120 46 396 73 746 100 1135 47 408 74 760 101 1151 48 420 75 773 102 1166 50 443 77 800 104 1196 105 1212 168 2240 231 2880 106 1228 169 2254 232 2888 107 1244 170 2268 233 2895 108 1260 171 2281 234 2903 109 1276 172 2294 235 2910 110 1293 173 2307 236 2918 111 1309 174 2320 237 2925 112 1326 175 2332 238 2932 113 1342 176 2345 239 2939 114 1359 177 2357 240 2946 115 1376 178 2369 241 2953 116 1392 179 2381 242 2959 117 1409 180 2393 243 2966 118 1426 181 2405 244 2973 119 1442 182 2416 245 2979 120 1459 183 2428 246 2986 121 1476 184 2440 247 2993 122 1494 185 2451 248 3000 123 1511 186 2463 249 3006 124 1528 187 2474 250 3012 125 1546 188 2486 251 3018 126 1563 189 2497 252 3024 127 1580 190 2508 253 3030 128 1598 191 2519 254 3036 129 1615 192 2530 255 3042 130 1632 193 2541 256 3048 131 1650 194 2552 257 3054 132 1667 195 2562 258 3060 133 1684 196 2572 259 3066 134 1702 197 2582 260 3072 135 1719 198 2592 261 3078 136 1736 199 2602 262 3084 137 1753 200 2612 263 3089 138 1770 201 2622 264 3095 139 1787 202 2632 265 3101 140 1803 203 2641 266 3106 141 1820 204 2650 267 3112 142 1837 205 2659 268 3117 143 1853 206 2669 269 3123 144 1870 207 2678 270 3128 145 1886 208 2687 271 3133 146 1903 209 2696 272 3138 147 1919 210 2705 273 3143 148 1935 211 2714 274 3148 149 1952 212 2723 275 3153 150 1968 213 2732 276 3158 151 1984 214 2741 277 3163 152 2000 215 2749 278 3167 153 2016 216 2758 279 3172 154 2032 217 2767 280 3176 155 2048 218 2775 281 3181 156 2064 219 2784 282 3185 157 2080 220 2792 283 3189 158 2096 221 2801 284 3194 159 2111 222 2809 285 3198 160 2126 223 2817 286 3202 161 2141 224 2825 287 3207 162 2155 225 2833 288 3211 163 2169 226 2841 289 3215 164 2184 227 2849 290 3220 165 2198 228 2857 291 3224 166 2212 229 2865 292 3228 167 2226 230 2872 293 3233 294 3237 318 3325 342 3387 295 3241 319 3328 343 3389 296 3246 320 3331 344 3392 297 3250 321 3334 345 3394 298 3254 322 3337 346 3396 299 3258 323 3339 347 3399 300 3262 324 3342 348 3401 301 3266 325 3345 349 3403 302 3270 326 3347 350 3406 303 3274 327 3350 351 3408 304 3278 328 3353 352 3410 305 3281 329 3355 353 3412 306 3285 330 3358 354 3414 307 3288 331 3361 355 3416 308 3292 332 3363 356 3418 309 3295 333 3366 357 3420 310 3298 334 3368 358 3422 311 3302 335 3371 359 3423 312 3305 336 3373 360 3425 313 3308 337 3375 361 3427 314 3312 338 3378 362 3428 315 3315 339 3380 363 3430 316 3318 340 3382 364 3432 317 3322 341 3385 365 3433 Ύψος εξάλων για ενδιάμεσα μήκη πλοίου λαμβάνεται με γραμμική παρεμβολή. Πλοία μήκους άνω των 365 m, εξετάζονται από την Αρχή Πλοία τύπου «Β» (2) Οι πινακοποιημένες τιμές του ύψους εξάλων για τα πλοία τύπου «Β» καθορίζεται από τον πίνακα 28.2: Πίνακας 28.2Πίνακας ύψους εξάλων για πλοία τύπου «Β» Μήκος πλοίου(m) Ύψος εξάλων(mm) Μήκος πλοίου(m) Ύψος εξάλων(mm) Μήκος πλοίου(m) Ύψος εξάλων(mm) 24 200 70 721 116 1609 25 208 71 738 117 1630 26 217 72 754 118 1651 27 225 73 769 119 1671 28 233 74 784 120 1690 29 242 75 800 121 1709 30 250 76 816 122 1729 31 258 77 833 123 1750 32 267 78 850 124 1771 33 275 79 868 125 1793 34 283 80 887 126 1815 35 292 81 905 127 1837 36 300 82 923 128 1859 37 308 83 942 129 1880 38 316 84 960 130 1901 39 325 85 978 131 1921 40 334 86 996 132 1940 41 344 87 1015 133 1959 42 354 88 1034 134 1979 43 364 89 1054 135 2000 44 374 90 1075 136 2021 45 385 91 1096 137 2043 46 396 92 1116 138 2065 47 408 93 1135 139 2087 48 420 94 1154 140 2109 49 432 95 1172 141 2130 50 443 96 1190 142 2151 51 455 97 1209 143 2171 52 467 98 1229 144 2190 53 478 99 1250 145 2209 54 490 100 1271 146 2229 55 503 101 1293 147 2250 56 516 102 1315 148 2271 57 530 103 1337 149 2293 58 544 104 1359 150 2315 59 559 105 1380 151 2334 60 573 106 1401 152 2354 61 587 107 1421 153 2375 62 601 108 1440 154 2396 63 615 109 1459 155 2418 64 629 110 1479 156 2440 65 644 111 1500 157 2460 66 659 112 1521 158 2480 67 674 113 1543 159 2500 68 689 114 1565 160 2520 69 705 115 1587 161 2540 162 2560 225 3660 288 4490 163 2580 226 3675 289 4502 164 2600 227 3690 290 4513 165 2620 228 3705 291 4525 166 2640 229 3720 292 4537 167 2660 230 3735 293 4548 168 2680 231 3750 294 4560 169 2698 232 3765 295 4572 170 2716 233 3780 296 4583 171 2735 234 3795 297 4595 172 2754 235 3808 298 4607 173 2774 236 3821 299 4618 174 2795 237 3835 300 4630 175 2815 238 3849 301 4642 176 2835 239 3864 302 4654 177 2855 240 3880 303 4665 178 2875 241 3893 304 4676 179 2895 242 3906 305 4686 180 2915 243 3920 306 4695 181 2933 244 3934 307 4704 182 2952 245 3949 308 4714 183 2970 246 3965 309 4725 184 2988 247 3978 310 4736 185 3007 248 3992 311 4748 186 3025 249 4005 312 4757 187 3044 250 4018 313 4768 188 3062 251 4032 314 4779 189 3080 252 4045 315 4790 190 3098 253 4058 316 4801 191 3116 254 4072 317 4812 192 3134 255 4085 318 4823 193 3151 256 4098 319 4834 194 3167 257 4112 320 4844 195 3185 258 4125 321 4855 196 3202 259 4139 322 4866 197 3219 260 4152 323 4878 198 3235 261 4165 324 4890 199 3249 262 4177 325 4899 200 3264 263 4189 326 4909 201 3280 264 4201 327 4920 202 3296 265 4214 328 4931 203 3313 266 4227 329 4943 204 3330 267 4240 330 4955 205 3347 268 4252 331 4965 206 3363 269 4264 332 4975 207 3380 270 4276 333 4985 208 3397 271 4289 334 4995 209 3413 272 4302 335 5005 210 3430 273 4315 336 5015 211 3445 274 4327 337 5025 212 3460 275 4339 338 5035 213 3475 276 4350 339 5045 214 3490 277 4362 340 5055 215 3505 278 4373 341 5065 216 3520 279 4385 342 5075 217 3537 280 4397 343 5086 218 3554 281 4408 344 5097 219 3570 282 4420 345 5108 220 3586 283 4432 346 5119 221 3601 284 4443 347 5130 222 3615 285 4455 348 5140 223 3630 286 4467 349 5150 224 3645 287 4478 350 5160 351 5170 356 5220 361 5268 352 5180 357 5230 362 5276 353 5190 358 5240 363 5285 354 5200 359 5250 364 5294 355 5210 360 5260 365 5303 Ύψος εξάλων για ενδιάμεσα μήκη πλοίου λαμβάνεται με γραμμική παρεμβολή. Πλοία μήκους άνω των 365 m, εξετάζονται από την Αρχή Κανονισμός 29Διόρθωση στο ύψος εξάλωνγια πλοία μήκους κάτω των 100 m Οι πινακοποιημένες τιμές του ύψους εξάλων για πλοίο τύπου «Β» μήκους μεταξύ 24 m και 100 m το οποίο έχει κλειστές υπερκατασκευές με ενεργό μήκος μέχρι 35% του μήκους του πλοίου αυξηθούν κατά: Όπου L το μήκος του πλοίου σε μέτρα (m), και Ε1 το ενεργό μήκος υπερκατασκευής Ε σε m όπως καθορίζεται στον κανονισμό 35, αλλά εξαιρουμένου του μήκους των πυργωτών υπερστεγασμάτων. Κανονισμός 30Διόρθωση για το συντελεστή εκτοπίσματος Όπου ο συντελεστής εκτοπίσματος (Cb) υπερβαίνει το 0,68, οι πινακοποιημένες τιμές του ύψους εξάλων, οι οποίες καθορίζονται στον κανονισμό 28 όπως τροποποιή­θηκε, εφόσον εφαρμόζεται, με τους κανονισμούς 27(8), 27(10) και 29 πολλαπλασιάζεται με τον συντελεστή: Ο συντελεστής εκτοπίσματος δεν λαμβάνεται μεγαλύτερος από 1,0. Κανονισμός 31Διόρθωση για το πλευρικό ύψος (κοίλο) (1) Όπου το πλευρικό ύψος (κοίλο) D υπερβαίνει το το ύψος εξάλων αυξάνεται κατά R mm,όπου R είναι για μήκη μικρότερα των 120 m και 250 για μήκη 120 m και πάνω. (2) Όπου το κοίλο D είναι μικρότερο από δεν γίνε-ται διόρθωση, εκτός των πλοίων με κλειστή υπερκατασκευή που καλύπτει τουλάχιστον 0,6L στο μέσο του πλοίου, με πλήρες πυργωτό υπερκατασκεύασμα, ή συνδυασμό μεμονωμένων κλειστών υπερκατασκευών και πυργωτών υπερκατασκευασμάτων τα οποία εκτείνονται καθ’ όλο το μήκος προς πλώρη και πρύμνη, όπου το ύψος εξάλων μειωθεί κατά το ποσοστό που καθορίζεται στην παράγραφο (1). (3) Όπου το ύψος της υπερκατασκευής ή του πυργωτού υπερκατασκευάσματος είναι μικρότερο από το αντίστοιχο κανονικό ύψος, η υπολογισμένη μείωση θα γίνει κατά το λόγο του πραγματικού προς το κανονικό ύψος, όπως ορίζεται στον κανονισμό 33. Κανονισμός 32Διόρθωση για τη θέση της γραμμής καταστρώματος Όπου το πραγματικό πλευρικό ύψος έως την άνω ακμή της γραμμής καταστρώματος είναι μεγαλύτερο ή μικρότερο από το κοίλο D, η διαφορά μεταξύ των κοίλων θα προστεθεί ή θα αφαιρεθεί από το ύψος εξάλων. Κανονισμός 32-1Διόρθωση για εσοχή στο κατάστρωμα ύψους εξάλων (1) Όπου υπάρχει εσοχή στο κατάστρωμα ύψους εξάλων, και δεν εκτείνεται έως τις πλευρές του πλοίου, το ύψος εξάλων που υπολογίζεται χωρίς να ληφθεί υπόψη η εσοχή θα διορθώνεται για την επακόλουθη απώλεια άντωσης. Η διόρθωση ισούται με την τιμή που λαμβάνεται διαιρώντας των όγκο της εσοχής με την επιφάνεια ισάλου του πλοίου στο 85% του ελάχιστου ύψους σχεδιάσεως (βλ. Σχήμα 32-1.1). (2) Η διόρθωση προστίθεται στο ύψος εξάλων που λαμβάνεται μετά από την εφαρμογή όλων των διορθώσεων, εκτός από τη διόρθωση για το ύψος πλώρης. (3) Όπου το ύψος εξάλων, διορθωμένο για απώλεια άντωσης ως ανωτέρω, είναι μεγαλύτερο από το ελάχιστο γεωμετρικό ύψος εξάλων που καθορίζεται βάση ενός πλευρικού ύψους σχεδιάσεως μετρούμενου έως το κατώτερο μέρος της εσοχής, μπορεί να χρησιμοποιηθεί η τελευταία τιμή. Σχήμα 32-1.1 Το ύψος εξάλων προσαυξάνεται κατά: Κανονισμός 33Κανονικό ύψος υπερκατασκευής Το κανονικό ύψος μίας υπερκατασκευής δίνεται στον παρακάτω πίνακα: Κανονικό υψος (σε m) L (m) Ανυψωμένοπρυμναίοανώτεροκατάστρωμα Όλα ταυπόλοιπαυπερκατα-σκευάσματα 30 ή μικρότερο125 ή περισσότερο 0,9 1,21,8 1,8 1,82,3 Πίνακας 33.1 Τα κανονικά ύψη για ενδιάμεσα μήκη πλοίων λαμβάνονται με γραμμική παρεμβολή. Κανονισμός 34Μήκος υπερκατασκευής (1) Το μήκος μίας υπερκατασκευής (S), εκτός του προβλεπομένου στην παράγραφο (2) του παρόντος κανονισμού, είναι το μέσο μήκος των μερών της υπερκατασκευής που βρίσκεται εντός του μήκους (L). Όπου υπάρχει εσοχή σε διάφραγμα υπερκατασκευής, το ενεργό μήκος της υπερκατασκευής μειώνεται κατά ένα ποσό ίσο με την επιφάνεια της εσοχής σε κάτοψη διαιρεμένη με το πλάτος της υπερκατασκευής στο μέσο του μήκους της εσοχής. Όπου η εσοχή είναι ασύμμετρη ως προς τον άξονα συμμετρίας, το μεγαλύτερο τμήμα της εσοχής θεωρείται ότι βρίσκεται και στις δύο πλευρές του πλοίου. Μία εσοχή δεν χρειάζεται να είναι κλειστή στο επάνω μέρος της. (2) Όπου το ακραίο διάφραγμα μιας κλειστής υπερκατασκευής εκτείνεται σε μία κανονική κυρτή καμπύλη πέραν της τομής του με τις πλευρές της υπερκατασκευής, το μήκος της υπερκατασκευής δύναται να αυξηθεί βάση ενός ισοδύναμου επίπεδου διαφράγματος. Η αύξηση αυτή είναι ίση με τα δύο τρίτα της απόστασης του πρωραίου από το πρυμναίο άκρο της καμπύλης. Η μέγιστη καμπυλότητα που μπορεί να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό της εν λόγω αύξησης είναι το ήμισυ του πλάτους της υπερκατασκευής στο σημείο τομής του κυρτού άκρου με την πλευρά της υπερκατασκευής. Όπου υπάρχει προέκταση σε μια υπερκατασκευή, της οποίας προέκτασης το πλάτος σε κάθε πλευρά του άξονα συμμετρίας είναι τουλάχιστον το 30% του πλάτους του πλοίου, το ενεργό μήκος της υπερκατασκευής μπορεί να αυξηθεί θεωρώντας ένα ισοδύναμο διάφραγμα της υπερκατασκευής παραβολικής μορφής. Η παραβολή αυτή εκτείνεται από την προέκταση στον άξονα συμμετρίας και διέρχεται από τη συμβολή του πραγματικού διαφράγματος της υπερκατασκευής με τις πλευρές της προέκτασης και εκτείνεται έως τις πλευρές του πλοίου. Η παραβολή αυτή περιέχεται πλήρως εντός των ορίων της υπερκατασκευής και των προεκτάσεών του. Αν η υπερκατασκευή εκτείνεται από την πλευρά έως το όριο, που επιτρέπεται από τον κανονισμό 3(10), το ισοδύναμο διάφραγμα πρέπει να υπολογίζεται βάση του πραγματικού πλάτους της υπερκατασκευής (και όχι του πλάτους του πλοίου). (3) Οι υπερκατασκευές που έχουν κεκλιμένα ακραία διαφράγματα αντιμετωπίζονται με τον ακόλουθο τρόπο: (α) Όταν το ύψος της υπερκατασκευής, εκτός της κλίσης, είναι ίσο ή μικρότερο από το κανονικό ύψος, το μήκος S λαμβάνεται όπως φαίνεται στο σχήμα 34.1. (β) Όταν το ύψος είναι μεγαλύτερο από το κανονικό, το μήκος S λαμβάνεται όπως φαίνεται στο σχήμα 34.2. (γ) Τα παραπάνω εφαρμόζονται μόνο όταν η κλίση, ως προς τη βασική γραμμή, είναι ίση ή μεγαλύτερη από 15 μοίρες. Όπου η κλίση είναι μικρότερη από 15 μοίρες, η διαμόρφωση λαμβάνεται ως σιμότητα. Σχήμα 34.1 Ύψος υπερκατασκευής ίσο ή μικρότερο από το κανονικό ύψος h. Σχήμα 34.2 Ύψος υπερκατασκευής μεγαλύτεροαπό το κανονικό ύψος Κανονισμός 35Ενεργό μήκος υπερκατασκευής (1) Εκτός των προβλεπομένων στην παράγραφο (2), το ενεργό μήκος (Ε) μιας κλειστής υπερκατασκευής κανονικού ύψους είναι το μήκος της. (2) Σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες κλειστή υπερκατασκευή κανονικού ύψους ξεκινάει από τις πλευρές του πλοίου όπως αυτό επιτρέπεται από τον κανονισμό 3(10), το ενεργό μήκος είναι το μήκος τροποποιημένο κατά το λόγο b/Βs, όπου: bείναι το πλάτος της υπερκατασκευής στο μέσο του μήκους της, και Βs είναι το πλάτος του πλοίου στο μέσο του μήκους της υπερκατασκευής. Όπου υπερκατασκευή καλύπτει μέρος του μήκους του πλοίου, η τροποποίηση αυτή εφαρμόζεται μόνο στο καλύπτον τμήμα. (3) Όπου το ύψος κλειστής υπερκατασκευής είναι μικρότερο του κανονικού ύψους, το ενεργό μήκος είναι το μήκος της μειωμένο κατά το λόγο του πραγματικού ύψους προς το κανονικό ύψος. Όπου το ύψος υπερβαίνει το κανονικό, δεν γίνεται καμία αύξηση στο ενεργό μήκος της υπερκατασκευής (Βλ. σχήματα 34.1 και 34.2). Όπου το ύψος, εκτός της κλίσης, μιας υπερκατασκευής, με κεκλιμένα ακραία διαφράγματα, είναι μικρότερο από το κανονικό ύψος, το ενεργό της μήκος Ε είναι το μήκος της S, όπως λαμβάνεται από το σχήμα 34.1, μειωμένο κατά το λόγο του πραγματικού ύψους προς το κανονικό ύψος. Σε πλοίο με υπερβολική σιμότητα και επίστεγο ή πρόστεγο ύψους μικρότερου του κανονικού αλλά χωρίς υπερκατασκευή σε περιοχή 0,2L περί το μέσο του πλοίου, μπορεί να δίνεται πίστωση στο ύψος του επιστέγου ή του προστέγου αυξάνοντας το πραγματικό ύψος κατά τη διαφορά της πραγματικής από την κανονική σιμότητα. Η έκπτωση για υπερβολική σιμότητα σύμφωνα με τον κανονισμό 38(16) δεν παρέχεται. (4) Το πραγματικό μήκος ενός ανυψωμένου πρυμναίου ανώτερου καταστρώματος, εάν φέρει αδιάτρητο μετωπικό διάφραγμα, είναι το μήκος του μέχρι ένα μέγιστο 0,6L. Όπου το διάφραγμα δεν είναι αδιάτρητο το ανυψωμένο πρυμναίο ανώτερο κατάστρωμα, θεωρείται ως επίστεγο με ύψος μικρότερο από το κανονικό. Το μέγιστο ενεργό μήκος των 0,6L ενός ανυψωμένου πρυμναίου ανώτερου καταστρώματος μετράται από την πρυμναία κάθετο, ακόμα και αν υπάρχει επίστεγο σε συνδυασμό με το ανυψωμένο πρυμναίο ανώτερο κατάστρωμα. (5) Υπερκατασκευές οι οποίες δεν είναι κλειστές δεν έχουν ενεργό μήκος. Κανονισμός 36Πυργωτά υπερκατασκευάσματα (1) Ένα πυργωτό υπερκατασκεύασμα ή παρόμοια κατασκευή η οποία δεν εκτείνεται έως τις πλευρές του πλοίου θεωρείται επαρκής υπό τους ακόλουθους όρους: (α) το πυργωτό υπερκατασκεύασμα είναι ισχυρό όσο και μια συνήθης υπερκατασκευή, (β) τα στόμια κυτών βρίσκονται επί του καταστρώματος του πυργωτού υπερκατασκευάσματος, τα τοιχώματα και τα καλύμματα των στομίων κυτών συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις των κανονισμών 13 έως 16 συμπεριλαμβανομένου, και το πλάτος της υδρορροής του καταστρώματος του πυργωτού υπερκατασκευάσματος παρέχει επαρκή δίοδο και επαρκή πλευρική αντοχή. Εν τούτοις μικρά ανοίγματα πρόσβασης με υδατοστεγή καλύμματα δύνανται να επιτραπούν στο κατάστρωμα ύψους εξάλων, (γ) παρέχεται μόνιμο δάπεδο εργασίας, από το κατάστρωμα τού πυργωτού υπερκατασκευάσματος, εφοδιασμένο με προστατευτικό κιγκλίδωμα από πλώρη προς πρύμνη, ή από μεμονωμένα πυργωτά υπερκατασκευάσματα συνδεδεμένα με υπερκατασκευές με επαρκείς μόνιμες γέφυρες επικοινωνίας, (δ) οι εξαεριστήρες προστατεύονται από το πυργωτό υπερκατασκεύασμα, με υδατοστεγή καλύμματα ή με άλλα ισοδύναμα μέσα, (ε) ανοιχτά κιγκλιδώματα να είναι τοποθετημένα στο μισό τουλάχιστον μήκος των εκτεθειμένων τμημάτων του καταστρώματος ύψους εξάλων κατά μήκος του πυργωτού υπερκατασκευάσματος ή, εναλλακτικά, να υπάρχει επιφάνεια εκροής υδάτων, ίση με το 33% της συνολικής επιφάνειας των υπαρχόντων δρυφράκτων, στο χαμηλότερο σημείο των δρυφράκτων, σύμφωνα με τον κανονισμό 24(2), (στ) τα περιβλήματα μηχανοστασίου προστατεύονται από το πυργωτό υπερκατασκεύασμα, μέσω υπερκατασκευής τουλάχιστον κανονικού ύψους, ή μέσω μίας στενής υπερκατασκευής του ίδιου ύψους και ισοδύναμης αντοχής, (ζ) το πλάτος του πυργωτού υπερκατασκευάσματος είναι τουλάχιστον το 60% του πλάτους του πλοίου, και (η) όπου δεν υπάρχει υπερκατασκευή, το μήκος του πυργωτού υπερκατασκευάσματος είναι τουλάχιστον 0,6L. (2) Το πλήρες μήκος ενός ικανού πυργωτού υπερκατασκευάσματος ελαττωμένο κατά το λόγο του μέσου πλάτους του προς το Β είναι το ενεργό του μήκος. (3) Το κανονικό ύψος ενός πυργωτού υπερκατασκευάσματος είναι το κανονικό ύψος μιας συνήθους υπερκατασκευής εκτός του ανυψωμένου πρυμναίου ανώτερου κατάστρωματος. (4) Όπου το ύψος ενός πυργωτού υπερκατασκευάσματος είναι μικρότερο του κανονικού ύψους, το ενεργό του μήκος θα ελαττωθεί κατά το λόγο του πραγματικού προς το κανονικό ύψος. Όπου το ύψος των τοιχωμάτων των στομίων κυτών επί του καταστρώματος του πυργωτού υπερκατασκευάσματος είναι μικρότερο από αυτό που απαιτείται από τον κανονισμό 14-1, γίνεται μία μείωση στο πραγματικό ύψος του πυργωτού υπερκατασκευάσματος που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του πραγματικού και του απαιτούμενου ύψους του τοιχώματος. (5) Όπου το ύψος ενός πυργωτού υπερκατασκευάσματος είναι μικρότερο από το κανονικό και το ύψος των τοιχωμάτων των κυτών του πυργωτού υπερκατασκευάσματος είναι επίσης μικρότερο από το κανονικό, ή δεν υπάρχουν, η μείωση από το πραγματικό ύψος τού πυργωτού υπερκατασκευάσματος λόγω ανεπαρκούς ύψους τοιχωμάτων κυτών λαμβάνεται ίση με τη διαφορά μεταξύ 600 mm και του πραγματικού ύψους του τοιχώματος, ή 600 mm αν δεν υπάρχουν τοιχώματα κυτών. Μείωση στο πραγματικό ύψος του πυργωτού υπερκατασκευάσματος δεν απαιτείται σε περιπτώσεις όπου επί του καταστρώματος του πυργωτού υπερκατασκευάσματος υφίστανται μόνο μικρά ανοίγματα κυτών με ύψος μικρότερο του κανονικού. Σε αυτά μπορεί να δοθεί εξαίρεση από την απαίτηση για κανονικό ύψος τοιχώματος. (6) Τα συνεχόμενα κύτη μπορούν να αντιμετωπιστούν σαν ένα πυργωτό υπερκατασκεύασμα κατά τον υπολογισμό του ύψους εξάλων, υπό την προϋπόθεση ότι ικανοποιούνται οι διατάξεις αυτής της παραγράφου από κάθε άποψη. Η υδρορροή του καταστρώματος του πυργωτού υπερκατασκευάσματος όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1(β) του παρόντος κανονισμού μπορεί να τοποθετηθεί εξωτερικά του πλευρικού διαφράγματος του πυργωτού υπερκατασκευάσματος σε συνδυασμό με τα παρακάτω: (α) η σχηματιζόμενη υδρορροή παρέχει διάδρομο καθαρού πλάτους τουλάχιστον 450 mm σε κάθε πλευρά του πλοίου, (β) η υδρορροή είναι από συμπαγές έλασμα, επαρκώς στηριγμένο και ενισχυμένο, (γ) η υδρορροή βρίσκεται όσο το δυνατό ψηλότερα όσο είναι πρακτικό από το κατάστρωμα ύψους εξάλων. Στον υπολογισμό του ύψους εξάλων, το ύψος του πυργωτού υπερκατασκευάσματος θα ελαττωθεί κατά τουλάχιστον 600 mm ή κατά την πραγματική διαφορά μεταξύ του άνω μέρους του πυργωτού υπερκατασκευάσματος και της υδρορροής, οποιοδήποτε είναι μεγαλύτερο, (δ) οι διατάξεις ασφαλίσεως των καλυμμάτων κυτών είναι προσβάσιμες από την υδρορροή ή το διάδρομο, και (ε) το πλάτος του πυργωτού υπερκατασκευάσματος μετράται μεταξύ των πλευρικών διαφραγμάτων του πυργωτού υπερκατασκευάσματος. (7) Όπου το πυργωτό υπερκατασκεύασμα το οποίο συνορεύει με συνήθεις υπερκατασκευές, όπως είναι το επίστεγο, η γέφυρα ή το πρόστεγο, συμπεριλαμβάνεται στον υπολογισμό του ύψους εξάλων, ανοίγματα δεν θα βρίσκονται στη πλευρά του κοινού διαφράγματος του πυργωτού υπερκατασκευάσματος με την υπερκατασκευή. Μπορεί να γίνει εξαίρεση για μικρά ανοίγματα όπως για δίκτυο σωληνώσεων, καλώδια ή ανθρωποθυρίδες με καλύμματα ασφαλισμένα με κοχλίες. (8) Οι πλευρές του πυργωτού υπερκατασκευάσματος που συμπεριλαμβάνονται στον υπολογισμό του ύψους εξάλων θα είναι αδιάτρητες. Δύνανται να επιτραπούν πλευρικές παραφωτίδες μη ανοιγόμενου τύπου και καλύμματα ανθρωποθυρίδων ασφαλιζόμενα με κοχλίες. Κανονισμός 37Έκπτωση για υπερκατασκευέςκαι πυργωτά υπερκατασκευάσματα (1) Όπου το ενεργό μήκος υπερκατασκευών και πυργωτών υπερκατασκευασμάτων είναι 1L, η έκπτωση από το ύψος εξάλων θα είναι 350 mm για πλοία μήκους 24 m, 860 mm για μήκος πλοίου 85 m και 1.070 mm για πλοίο μήκους 122 m και πάνω. Εκπτώσεις για ενδιάμεσα μήκη λαμβάνονται με γραμμική παρεμβολή. (2) Όπου το συνολικό ενεργό μήκος υπερκατασκευών και πυργωτών υπερκατασκευασμάτων είναι μικρότερο από 1L, η έκπτωση είναι ένα ποσοστό λαμβανόμενο από τον ακόλουθο πίνακα: Ποσοστό έκπτωσης για πλοία τύπου «Α» και «Β» Συνολικό ενεργό μήκος υπερκατασκευών και πυργωτώνυπερκατασκευασμάτων 0 0,1L 0,2L 0,3L 0,4L 0,5L 0,6L 0,7L 0,8L 0,9L 1L Ποσοστό έκπτωσης για όλους τους τύπους υπερκατασκευών 0 7 14 21 31 41 52 63 75,3 87,7 100 Ποσοστά σε ενδιάμεσα μήκη υπερκατασκευών και πυργωτών υπερκατασκευώνθα λαμβάνονται με γραμμική παρεμβολή. Πίνακας 37.1 (3) Για πλοία τύπου «Β» όπου το ενεργό μήκος του προστέγου είναι μικρότερο από 0,07L δεν θα γίνεται καμία έκπτωση. Κανονισμός 38Σιμότητα καταστρώματος Γενικά(1) Η σιμότητα καταστρώματος μετράται από το κατάστρωμα στην πλευρά μέχρι μία γραμμή αναφοράς παράλληλη προς την τρόπιδα η οποία διέρχεται από τη γραμμή της σιμότητας στο μέσο του πλοίου. (2) Σε πλοία που έχουν σχεδιαστεί με κεκλιμένη τρόπιδα η σιμότητα καταστρώματος μετράται ως προς γραμμή αναφοράς παράλληλη προς την έμφορτη ίσαλο σχεδίασης. (3) Σε πλοία με λείο κατάστρωμα και σε πλοία με μεμονωμένες υπερκατασκευές η σιμότητα μετράται στο κατάστρωμα ύψους εξάλων. (4) Σε πλοία των οποίων το άνω μέρος των πλευρών είναι ασυνήθιστου σχήματος στα οποία υπάρχει βαθμίδα ή ασυνέχεια στο άνω μέρος των πλευρών, η σιμότητα εξετάζεται ως προς το ισοδύναμο κοίλο στο μέσο του πλοίου. (5) Σε πλοία με μια υπερκατασκευή κανονικού ύψους η οποία εκτείνεται σε όλο το μήκος του καταστρώματος ύψους εξάλων, η σιμότητα μετράται στο κατάστρωμα υπερκατασκευών. Όπου το ύψος υπερβαίνει το κανονικό, η ελάχιστη διαφορά (Ζ) μεταξύ του πραγματικού και του κανονικού ύψους προστίθεται στην κάθε ακραία τεταγμένη. Ομοίως, οι ενδιάμεσες τεταγμένες σε αποστάσεις 1/6L και 1/3L από κάθε κάθετο θα αυξηθούν κατά 0,444Ζ και 0,111Ζ αντίστοιχα. Όταν υπάρχει κλειστό επίστεγο ή πρόστεγο επί της υπερκατασκευής επιτρέπεται πίστωση για τη σιμότητα για κάθε τέτοιο επίστεγο ή πρόστεγο, σύμφωνα με τη μέθοδο της παραγράφου (12) όπως φαίνεται στο σχήμα 38.1. Σχήμα 38.1 (6) Όπου το κατάστρωμα μιας κλειστής υπερκατασκευής έχει τουλάχιστον την ίδια σιμότητα με το εκτεθειμένο κατάστρωμα ύψους εξάλων, η σιμότητα του κλειστού τμήματος του καταστρώματος ύψους εξάλων δεν λαμβάνεται υπόψη. (7) Όπου ένα κλειστό επίστεγο ή πρόστεγο έχει κανονικό ύψος με μεγαλύτερη σιμότητα από αυτή του καταστρώματος ύψους εξάλων, ή έχει μεγαλύτερο ύψος από το κανονικό, θα γίνει μία αύξηση στη σιμότητα του καταστρώματος ύψους εξάλων σύμφωνα με την παράγραφο (12). Όπου ένα επίστεγο ή πρόστεγο αποτελείται από δύο επίπεδα, χρησιμοποιείται η μέθοδος που φαίνεται στο σχήμα 38.2. Σχήμα 38.2 Στα σχήματα 38.1 και 38.2, ισχύουν οι παρακάτω ορισμοί: Ζόπως ορίζεται στην παράγραφο (5), και Ζν είναι η ακραία τεταγμένη μίας νοητής κανονικής παραβολικής καμπύλης που διέρχεται από το σημείο ΄΄Χ΄΄. Αν το Ζν είναι μεγαλύτερο από (Ζ + h), η ακραία τεταγμένη είναι (Ζ + h), σε αυτή την περίπτωση το σημείο ΄΄Χ΄΄ αγνοείται και η καμπύλη (2) δεν λαμβάνεται υπόψη. Όταν το μήκος της πρώτης σειράς υπερκατασκευών είναι μεγαλύτερο από 0,5l, η νοητή κανονική παραβολική καμπύλη ξεκινάει από το μέσο του πλοίου όπως φαίνεται στο σχήμα 38.1. Κανονική σιμότητα καταστρώματος (8) Οι τεταγμένες της κανονικής σιμότητας καταστρώματος δίνονται στον ακόλουθο πίνακα: Κανονική σιμότητα καταστρώματος(όπου το L είναι σε m) Πίνακας 38.1 Μέτρηση παρέκκλισης από την κανονική σιμότητα (9) Όπου η σιμότητα καταστρώματος διαφέρει από την κανονική, οι τέσσερις τεταγμένες στο πρωραίο ή το πρυμναίο ήμισυ πολλαπλασιάζονται με τους κατάλληλους συντελεστές που δίνονται στον παραπάνω πίνακα των τεταγμένων. Η διαφορά μεταξύ των αθροισμάτων των αντίστοιχων γινομένων και εκείνων του κανονικού διαιρούμενη διά 8 δίνει το έλλειμμα ή την περίσσεια της σιμότητας στο πρωραίο ή το πρυμναίο ήμισυ. Ο αριθμητικός μέσος της περίσσειας ή του ελλείμματος στα πρωραία ή τα πρυμναία ήμιση μετρά την περίσσεια ή το έλλειμμα της σιμότητας. (10) Όπου το πρυμναίο ήμισυ της σιμότητας υπερβαίνει το κανονικό και το πρωραίο ήμισυ είναι μικρότερο του κανονικού, δεν λαμβάνεται υπόψη η περίσσεια του πρυμναίου αλλά μετράται μόνο το έλλειμμα του πρωραίου. (11) Όπου το πρωραίο ήμισυ της σιμότητας είναι μεγαλύτερο του κανονικού, και το πρυμναίο μέρος αυτής δεν είναι μικρότερο από το 75% του κανονικού λαμβάνεται υπόψη η περίσσεια του πρωραίου μέρους. Όπου το πρυμναίο μέρος είναι μικρότερο από το 50% του κανονικού δεν λαμβάνεται υπόψη η περίσσεια του πρωραίου μέρους. Όπου η σιμότητα του πρυμναίου μέρους είναι μεταξύ 50% και 75% της κανονικής, λαμβάνονται υπόψη ενδιάμεσες τιμές της περίσσειας του πρωραίου μέρους. (12) Όπου λαμβάνεται υπόψη η σιμότητα για ένα επίστεγο ή πρόστεγο χρησιμοποιείται ο παρακάτω τύπος: Όπου:s το ποσό της σιμότητας το οποίο αφαιρείται από το έλλειμμα ή προστίθεται στην περίσσεια της σιμότητας, y είναι η διαφορά μεταξύ πραγματικού και κανονικού ύψους μιας υπερκατασκευής στην πρυμναία ή πρωραία κάθετο, L΄ είναι το μέσο κεκαλυμμένο μήκος του επιστέγου ή προστέγου μέχρι ένα μέγιστο μήκος 0,5L, και L είναι το μήκος του πλοίου όπως ορίζεται στον κανονισμό 3(1). Ο παραπάνω τύπος δίνει μία καμπύλη σχήματος παραβολής εφαπτομένης στην πραγματική καμπύλη της σιμότητας στο κατάστρωμα ύψους εξάλων και τέμνει την ακραία τεταγμένη σε ένα σημείο κάτω από το κατάστρωμα υπερκατασκευών σε απόσταση ίση με το κανονικό ύψος υπερκατασκευής. Το ύψος του καταστρώματος υπερκατασκευών δεν είναι μικρότερο από το κανονικό ύψος πάνω από την καμπύλη αυτή σε οποιοδήποτε σημείο. Η καμπύλη αυτή χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό της σιμότητας για το πρωραίο και το πρυμναίο ήμισυ του πλοίου. (13) (α) Οποιαδήποτε περίσσεια στο ύψος της υπερκατασκευής η οποία δεν εκτείνεται στην πρυμναία κάθετο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνεισφέρει στην έκπτωση για σιμότητα. (β) Όπου το ύψος μιας υπερκατασκευής είναι μικρότερο από το κανονικό, το ύψος του καταστρώματος υπερκατασκευών δεν θα είναι μικρότερο από το ελάχιστο ύψος της υπερκατασκευής πάνω από τη νοητή καμπύλη σιμότητας σε οποιοδήποτε σημείο. Για το σκοπό αυτό το y λαμβάνεται ως η διαφορά μεταξύ του πραγματικού από το ελάχιστο ύψος υπερκατασκευής στην πρυμναία / πρωραία κάθετο. (γ) Για ένα ανυψωμένο πρυμναίο ανώτερο κατάστρωμα μπορεί να δοθεί έκπτωση μόνο όταν το ύψος του είναι μεγαλύτερο από το κανονικό ύψος άλλων ‘υπερκατασκευών’ όπως ορίζεται στον κανονισμό 33, και μόνο για το ποσό με το οποίο το πραγματικό ύψος του ανυψωμένου πρυμναίου ανώτερου καταστρώματος υπερβαίνει αυτό το κανονικό ύψος. (δ) Σε επίστεγο ή πρόστεγο με κεκλιμένα ακραία διαφράγματα, η έκπτωση της σιμότητας μπορεί να επιτραπεί για περίσσεια ύψους. Χρησιμοποιείται ο τύπος που δίνεται στην παράγραφο (12), οι τιμές για τα y και L΄ λαμβάνονται από το σχήμα 38.3. Σχήμα 38.3 Έκπτωση σιμότητας Sγια περίσσεια ύψους Διόρθωση για παρεκκλίσεις από την κανονική σιμότητα καταστρώματος (14) Η διόρθωση για τη σιμότητα καταστρώματος είναι το έλλειμμα ή η περίσσεια (βλ. Παράγραφους (9) έως και (11)) πολλαπλασιαζόμενη επί Όπου S1 είναι το συνολικό μήκος S των κλειστών υπερκατασκευών όπως ορίζονται στον κανονισμό 34 χωρίς πυργωτά υπερκατασκευάσματα. Πρόσθεση για έλλειμμα σιμότητας καταστρώματος (15) Όταν η σιμότητα καταστρώματος είναι μικρότερη από την κανονική, η διόρθωση για το έλλειμμα σιμότητας (βλ. παράγραφο (14)) προστίθεται στο ύψος εξάλων. Έκπτωση για περίσσεια σιμότητας (16) Σε πλοία των οποίων μια κλειστή υπερκατασκευή εκτείνεται σε μήκος 0,1L προς πρώρα και 0,1L προς την πρύμνη από το μέσο του πλοίου, η διόρθωση για την περίσσεια σιμότητας όπως υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (14) εκπίπτει από το ύψος εξάλων. Σε πλοία όπου καμιά κλειστή υπερκατασκευή δεν εκτείνεται περί το μέσο του πλοίου, δε γίνεται καμία έκπτωση στο ύψος εξάλων. Όπου μια κλειστή υπερκατασκευή εκτείνεται σε μήκος μικρότερο από 0,1L προς πρώρα και 0,1L προς την πρύμνη από το μέσο του πλοίου, το ποσοστό της έκπτωσης λαμβάνεται με γραμμική παρεμβολή. Η μέγιστη έκπτωση για περίσσεια σιμότητας είναι κατά αναλογία 125 mm για 100 m μήκους. Για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, το ύψος της υπερκατασκευής συσχετίζεται με το κανονικό της ύψος. Όπου το ύψος της υπερκατασκευής ή του ανυψωμένου πρυμναίου ανωτέρου καταστρώματος είναι μικρότερο από το κανονικό, η μείωση γίνεται κατά το λόγο του πραγματικού προς το κανονικό ύψος αυτής. Κανονισμός 39Ελάχιστο ύψος πρώρας και εφεδρική άντωση (1) Το ύψος πρώρας (Fb), που ορίζεται ως η κάθετη απόσταση στην πρωραία κάθετο μεταξύ της ισάλου που αντιστοιχεί στο καθορισμένο ύψος εξάλων θέρους και τη διαγωγή σχεδίασης και του άνω μέρους του εκτεθειμένου καταστρώματος στην πλευρά, δεν είναι μικρότερο από: Όπου:Fb είναι το υπολογιζόμενο ελάχιστο ύψος πρώρας, σε mm, L είναι το μήκος, όπως ορίζεται στον κανονισμό 3, σε m, Β είναι το πλάτος σχεδίασης, όπως ορίζεται στον κανονισμό 3, σε m, d1 είναι το βύθισμα στο 85% του κοίλου D, σε m, Cb είναι ο συντελεστής εκτοπίσματος, όπως ορίζεται στον κανονισμό 3, Cwf είναι ο συντελεστής ισάλου επιφάνειας πρώρα του L/2: Cwf = Αwf / {(L/2) x Β} Αwf είναι η επιφάνεια ισάλου πρώρα του L/2 σε βύθισμα d1, σε m2. Στα πλοία όπου έχει καθοριστεί ύψος εξάλων ξυλείας, για την εφαρμογή της παραγράφου (1) λαμβάνεται υπόψη το ύψος εξάλων θέρους (και όχι το ύψος εξάλων ξυλείας θέρους). (2) Όπου το ύψος πρώρας το οποίο απαιτείται από την παράγραφο (1), λαμβάνεται από τη σιμότητα του καταστρώματος, η σιμότητα εκτείνεται για τουλάχιστον 15% του μήκους του πλοίου μετρούμενη από την πρωραία κάθετο. Όπου εξασφαλίζεται με την ύπαρξη μιας υπερκατασκευής, τότε αυτή εκτείνεται από το πρωραίο άκρο σε σημείο τουλάχιστον 0,07L πρύμνηθεν της πρωραίας καθέτου, και είναι κλειστή όπως ορίζεται στον κανονισμό 3(10). (3) Πλοία τα οποία, για να προσαρμοστούν σε ιδιαίτερες λειτουργικές απαιτήσεις, δεν μπορούν να συμμορφωθούν προς τις απαιτήσεις των παραγράφων (1) και (2) του παρόντος κανονισμού, δύνανται να τύχουν ειδικής μεταχείρισης από την Αρχή. (4) (α) Η σιμότητα του καταστρώματος προστέγου μπορεί να ληφθεί υπόψη, ακόμα και αν το μήκος του προστέγου είναι μικρότερο από 0,15L, αλλά μεγαλύτερο από 0,07L, υπό την προϋπόθεση ότι το ύψος του προστέγου δεν είναι μικρότερο από το ήμισυ του κανονικού ύψους υπερκατασκευής όπως ορίζεται στον κανονισμό 33 ανάμεσα στο 0,07L και την πρωραία κάθετο. (β) Όπου το ύψος του προστέγου είναι μικρότερο από το ήμισυ του κανονικού ύψους υπερκατασκευής, όπως ορίζεται στον κανονισμό 33, το απαιτούμενο ύψος πρώρας μπορεί να καθοριστεί ως ακολούθως: i) Όπου το κατάστρωμα ύψους εξάλων έχει σιμότητα που εκτείνεται 0,15L από πρύμα, τότε το ύψος πρώρας καθορίζεται με μία παραβολική καμπύλη η οποία ξεκινάει από 0,15L πρύμνηθεν της πρωραίας καθέτου σε ένα ύψος ίσο με το πλευρικό ύψος του πλοίου στο μέσο, διέρχεται από το σημείο τομής του διαφράγματος προστέγου με το κατάστρωμα, και από ένα σημείο της πρωραίας καθέτου που βρίσκεται όχι ψηλότερα από το επίπεδο του καταστρώματος προστέγου (όπως φαίνεται στο σχήμα 39.1). Όμως, αν η τιμή του ύψους ht στο σχήμα 39.1 είναι μικρότερη από την τιμή του ύψους hb τότε το ht μπορεί να αντικατασταθεί από το hb στο διαθέσιμο ύψος πρώρας. ii) Όπου το κατάστρωμα ύψους εξάλων έχει σιμότητα η οποία εκτείνεται για λιγότερο από 0,15L ή δεν έχει καθόλου σιμότητα, τότε το ύψος πρώρας καθορίζεται από μία γραμμή από το κατάστρωμα προστέγου στην πλευρά στο 0,07L η οποία εκτείνεται παράλληλα στη βασική γραμμή έως την πρωραία κάθετο (όπως φαίνεται στο σχήμα 39.2). Σχήμα 39.1 Σχήμα 39.2 hf = Το ήμισυ του κανονικού ύψους υπερκατασκευής όπως ορίζεται στον κανονισμό 33. (5) Σε όλα τα πλοία που έχει προσδιοριστεί ύψος έξαλων τύπου «Β», εκτός από πλοία μεταφοράς πετρελαίου*, χημικών* και υγραεριοφόρα*, έχουν επιπλέον εφεδρική άντωση στο πρωραίο άκρο. Εντός του εύρους 0,15L πρύμνηθεν της πρωραίας καθέτου, το άθροισμα της προβεβλημένης επιφάνειας ανάμεσα στην έμφορτη ίσαλο γραμμή θέρους και το κατάστρωμα στην πλευρά (Α1 και Α2 στο σχήμα 39.3) και της προβεβλημένης επιφάνειας μιας κλειστής υπερκατασκευής, εάν υπάρχει (Α3), δεν θα είναι μικρότερο από: (0,15 Fmin + 4 (L/3 + 10)) L/1000 m2, Όπου:Fmin υπολογίζεται από: Fmin = (F0 x f1) + f2, F0είναι η πινακοποιημένη τιμή του ύψους εξάλων, σε mm, η οποία λαμβάνεται από τον πίνακα 28.2, διορθωμένη για τον κανονισμό 27(9) ή 27(10), όπως εφαρμόζεται, f1είναι η διόρθωση για το συντελεστή εκτοπίσματος που δίνεται στον κανονισμό 30, και f2είναι η διόρθωση για το κοίλο, σε mm, που δίνεται στον κανονισμό 31. Σχήμα 39.3 Κανονισμός 40Ελάχιστο ύψος εξάλων Ύψος εξάλων θέρους (1) Το ελάχιστο ύψος εξάλων για το θέρος είναι το ύψος εξάλων που εξάγεται από τους πίνακες στον κανονισμό 28, όπως τροποποιείται με τις διορθώσεις στους κανονισμούς 27, 29, 30, 31, 32, 37, 38 όπως εφαρμόζονται και, 39 αν εφαρμόζεται. (2) Το ύψος εξάλων σε θαλασσινό νερό, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο (1), αλλά χωρίς τη διόρθωση για τη γραμμή καταστρώματος, όπως προβλέπεται από τον κανονισμό 32, δεν είναι μικρότερο από 50 mm. Πλοία τα οποία έχουν στη θέση 1 στόμια κυτών με καλύμματα τα οποία δεν συμμορφώνονται με τις διατάξεις του κανονισμού 16(1) έως και (5) ή του κανονισμού 26, το ύψος εξάλων δεν είναι μικρότερο από 150 mm. Τροπικό ύψος εξάλων (3) Το ελάχιστο ύψος εξάλων στην Τροπική Ζώνη είναι το ύψος εξάλων που λαμβάνεται με έκπτωση από το ύψος εξάλων θέρους του ενός τεσσαρακοστού όγδοου (1/48) του βυθίσματος θέρους μετρούμενο από το άνω μέρος της τρόπιδας έως το κέντρο του δίσκου της γραμμής φόρτωσης. (4) Το ύψος εξάλων σε θαλασσινό νερό, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο (3), αλλά χωρίς τη διόρθωση για τη γραμμή καταστρώματος όπως προβλέπεται από τον κανονισμό 32, δεν είναι μικρότερο από 50 mm. Πλοία τα οποία έχουν στη θέση 1 στόμια κυτών με καλύμματα τα οποία δεν συμμορφώνονται με τις διατάξεις του κανονισμού 16(1) έως και (5) ή του κανονισμού 26, το ύψος εξάλων δεν είναι μικρότερο από 150 mm. Ύψος εξάλων χειμώνα (5) Το ελάχιστο ύψος εξάλων χειμώνα είναι το ύψος εξάλων που λαμβάνεται με την πρόσθεση στο ύψος εξάλων θέρους του ενός τεσσαρακοστού όγδοου (1/48) του βυθίσματος θέρους, μετρούμενο από το άνω μέρος της τρόπιδας έως το κέντρο του δίσκου της γραμμής φόρτωσης. Ύψος εξάλων χειμώνα Βορείου Ατλαντικού (6) Το ελάχιστο ύψος εξάλων για πλοία μήκους μικρότερου από 100 m τα οποία εισέρχονται σε οποιοδήποτε τμήμα του Βορείου Ατλαντικού όπως αυτό καθορίζεται στον κανονισμό 52 (Παράρτημα ΙΙ) κατά τη διάρκεια της χειμερινής εποχιακής περιόδου είναι το ύψος εξάλων χειμώνα προσαυξημένο κατά 50 mm. Για τα υπόλοιπα πλοία το ύψος εξάλων χειμώνα Βορείου Ατλαντικού είναι το ύψος εξάλων χειμώνα. Ύψος εξάλων σε γλυκό νερό (7) Το ελάχιστο ύψος εξάλων σε γλυκό νερό μοναδιαίας πυκνότητας, λαμβάνεται με έκπτωση από το ελάχιστο ύψος εξάλων σε θαλασσινό νερό: Όπου:Δ είναι το εκτόπισμα σε θαλασσινό νερό σε μετρικούς τόννους (tοnnes) στην έμφορτη ίσαλο γραμμή θέρους, και Τ είναι μετρικοί τόνοι (tοnnes) ανά εκατοστόμετρο βύθισης σε θαλασσινό νερό στην έμφορτη ίσαλο γραμμή θέρους. (8) Όταν το εκτόπισμα στην ίσαλο γραμμή φορτώσεως θέρους δεν μπορεί να πιστοποιηθεί, η έκπτωση είναι το ένα τεσσαρακοστό όγδοο (1/48) του βυθίσματος θέρους μετρούμενο από το άνω μέρος της τρόπιδας έως το κέντρο του δίσκου της γραμμής φόρτωσης ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙVΕΙΔΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΠΛΟΙΑ ΣΤΑ ΟΠΟΙΑΕΧΕΙ ΚΑΘΟΡΙΣΤΕΙ ΥΨΟΣ ΕΞΑΛΩΝ ΞΥΛΕΙΑΣ Κανονισμός 41Εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου Οι κανονισμοί 42 έως και 45 εφαρμόζονται μόνο σε πλοία στα οποία έχει καθοριστεί ύψος εξάλων ξυλείας. Κανονισμός 42Ορισμοί (1) Φορτίο ξυλείας επί του καταστρώματος. Ο όρος φορτίο ξυλείας επί του καταστρώματος σημαίνει φορτίο ξυλείας το οποίο μεταφέρεται σε ακάλυπτο μέρος του καταστρώματος ύψους εξάλων. Ο όρος δεν περιλαμβάνει πολτό ξύλείας ή παρόμοιο φορτίο*. (2) Γραμμή φόρτωσης ξυλείας. Ένα φορτίο ξυλείας επί του καταστρώματος δύναται να θεωρηθεί ότι προσδίδει πρόσθετη πλευστότητα και ένα μεγαλύτερο βαθμό προστασίας κατά της θάλασσας. Για το λόγο αυτό, στα πλοία που μεταφέρουν φορτίο ξυλείας επί του καταστρώματος δύναται να δοθεί έκπτωση στο ύψος εξάλων που υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 45 και να χαραχτεί στην πλευρά του πλοίου σύμφωνα με τις διατάξεις των κανονισμών 6(3) και (4). Παρόλα αυτά όμως, για να καθοριστεί και να χρησιμοποιηθεί τέτοιο ειδικό ύψος εξάλων, το φορτίο καταστρώματος ξυλείας συμμορφώνεται με συγκεκριμένες διατάξεις που αναφέρονται στον κανονισμό 44, και το ίδιο το πλοίο συμμορφώνεται επίσης με τις διατάξεις του κανονισμού 43 που αφορούν στην κατασκευή του πλοίου. Κανονισμός 43Κατασκευή του πλοίου Υπερκατασκευή(1) Τα πλοία έχουν ένα πρόστεγο τουλάχιστον κανονικού ύψους και μήκους τουλάχιστον 0.07L. Επιπρόσθετα, εάν το μήκος του πλοίου είναι μικρότερο από 100 m, υπάρχει στην πρύμνη επίστεγο κανονικού ύψους τουλάχιστον, ή ένα ανυψωμένο πρυμναίο ανώτερο κατάστρωμα με ένα υπερστέγασμα τουλάχιστον του ιδίου συνολικού ύψους. Δεξαμενές διπυθμένων (2) Οι δεξαμενές διπυθμένων, όπου υπάρχουν σε απόσταση μισού μήκους περί το μέσο του πλοίου, έχουν επαρκή υδατοστεγή διαμήκη υποδιαίρεση. Δρύφρακτα(3) Το πλοίο φέρει είτε μόνιμα δρύφρακτα ύψους τουλάχιστον 1 m, ειδικά ενισχυμένα στα ανώτερο τμήμα και υποστηριζόμενα με ορθοστάτες αντοχής προσαρμοσμένους στο κατάστρωμα και εξοπλισμένα με τις απαραίτητες θυρίδες εκροής, είτε ικανά κιγκλιδώματα ίδιου ύψους ιδιαίτερα ισχυρής κατασκευής. Κανονισμός 44Στοιβασία Γενικά(1) Τα ανοίγματα στο εκτεθειμένο στον καιρό κατάστρωμα επί του οποίου στοιβάζεται φορτίο κλείνονται και ασφαλίζονται. Οι εξαεριστήρες και οι αεραγωγοί είναι επαρκώς προστατευμένοι. (2) Το φορτίο ξυλείας επί του καταστρώματος εκτείνεται τουλάχιστον σε όλο το διαθέσιμο μήκος το οποίο είναι το συνολικό μήκος του χάσματος ή των χασμάτων μεταξύ των υπερκατασκευών. Όπου δεν υπάρχει περιορισμός λόγω υπερκατασκευής στο πρυμναίο μέρος, η ξυλεία εκτείνεται τουλάχιστον έως το πρυμναίο άκρο του πρυμναίου αμπαριού. Το φορτίο ξυλείας επί του καταστρώματος εκτείνεται κατά το εγκάρσιο όσο το δυνατό πλησιέστερα στις πλευρές του πλοίου, λόγω της ύπαρξης εμποδίων όπως είναι τα κιγκλιδώματα, οι αντηρίδες δρυφράκτου, οι ορθοστάτες, είσοδοι πλοηγών, κλπ, υπό την προϋπόθεση ότι οποιοδήποτε κενό που δημιουργείται στην πλευρά του πλοίου δεν υπερβαίνει το 4% κατά μέσο όρο του πλάτους. Η ξυλεία στοιβάζεται όσο το δυνατό στέρεα, τουλάχιστον μέχρι το κανονικό ύψος υπερκατασκευής εξαιρουμένου οποιουδήποτε ανυψωμένου πρυμναίου ανώτερου καταστρώματος. (3) Σε πλοίο που πλέει το χειμώνα εντός μίας εποχιακής ζώνης χειμώνα, το ύψος του φορτίου καταστρώματος υπεράνω του εκτεθειμένου στο καιρό καταστρώματος δεν υπερβαίνει το ένα τρίτο του μέγιστου πλάτους του πλοίου. (4) Το φορτίο ξυλείας επί του καταστρώματος στοιβάζεται συμπαγώς, εχμάζεται και ασφαλίζεται. Δεν παρεμποδίζει με οποιοδήποτε τρόπο τη ναυσιπλοΐα και την απαραίτητη εργασία επί του πλοίου. Ορθοστάτες(5) Οι ορθοστάτες, όταν απαιτούνται από τη φύση της ξυλείας, είναι επαρκούς αντοχής λαμβάνοντας υπόψη το πλάτος του πλοίου. Η αντοχή των ορθοστατών δεν υπερβαίνει την αντοχή του δρύφρακτου και η απόσταση μεταξύ τους είναι κατάλληλη για το μήκος και τα χαρακτηριστικά της μεταφερόμενης ξυλείας, αλλά δεν υπερβαίνει τα 3 m. Για τη στερέωση των ορθοστατών χρησιμοποιούνται ισχυρές γωνιές ή μεταλλικές υποδοχές ή ικανά ισοδύναμα μέσα. Έχμαση(6) Το επί του καταστρώματος φορτίο ξυλείας ασφαλίζεται αποτελεσματικά καθ΄ όλο το μήκος του με ένα κατάλληλο, για τα χαρακτηριστικά της μεταφερόμενης ξυλείας*, σύστημα έχμασης αποδεκτό από την Αρχή. Ευστάθεια(7) Λαμβάνεται μέριμνα για να υπάρχει ασφαλές περιθώριο ευστάθειας σε όλα τα στάδια του ταξιδιού, λαμβάνοντας υπόψη τις αυξήσεις του βάρους, όπως αυτές προκύπτουν από την απορρόφηση νερού ή πάγου, αν υπάρχουν, και στις απώλειες βάρους που οφείλονται στην κατανάλωση καυσίμου και εφοδίων. Προστασία πληρώματος, πρόσβαση σε χώρους μηχανών, κλπ. (8) Επιπλέον των απαιτήσεων του κανονισμού 25(5), προστατευτικά κιγκλιδώματα ή οδηγοί σχοινιών που δεν απέχουν περισσότερο από 350 mm καθ΄ ύψος υπάρχουν σε κάθε πλευρά του καταστρώματος φορτίου σε ύψος τουλάχιστον 1 m πάνω από το φορτίο. Επιπρόσθετα, οδηγός σχοινιών, κατά προτίμηση συρματόσχοινο τεταμένο με κοχλιωτό εντατήρα, υπάρχει όσο είναι πρακτικά δυνατό πλησιέστερα στον άξονα συμμετρίας το πλοίου. Τα υποστηρίγματα σε όλα τα κιγκλιδώματα και τους οδηγούς σχοινιών είναι σε τέτοια απόσταση ώστε να αποτραπεί ανεπιθύμητη χαλάρωση. Όπου το φορτίο δεν είναι ομοιόμορφο, υπάρχει ασφαλής επιφάνεια διέλευσης πάνω από το φορτίο πλάτους τουλάχιστον 600 mm και είναι επαρκώς ασφαλισμένη κάτω από ή πλησίον του οδηγού σχοινιού. (9) Όπου οι απαιτήσεις της παραγράφου (8) δεν είναι πρακτικά εφαρμόσιμες, χρησιμοποιούνται εναλλακτικές διατάξεις αποδεκτές από την Αρχή. Διατάξεις πηδαλιουχίας (10) Οι διατάξεις πηδαλιουχίας προστατεύονται ικανά έναντι βλάβης από φορτίο και, όσο είναι πρακτικά δυνατό, είναι προσβάσιμες. Υπάρχει ικανή πρόβλεψη για την πηδαλιουχία σε περίπτωση βλάβης στις κύριες διατάξεις πηδαλιουχίας. Κανονισμός 45Υπολογισμός του ύψους εξάλων (1) Το ελάχιστο ύψος εξάλων θέρους υπολογίζεται σύμφωνα με τους κανονισμούς 27(5), 27(6), 27(14), 28, 29, 30, 31, 32, 37 και 38, εκτός από τον κανονισμό 37 ο οποίος τροποποιείται αντικαθιστώντας τα ποσοστά που δίνονται σε αυτόν με τα ποσοστά του ακόλουθου πίνακα 45.1. Συνολικό ενεργό μήκος υπερκατασκευών 0 0,1L 0,2L 0,3L 0,4L 0,5L 0,6L 0,7L 0,8L 0,9L 1L Ποσοστό έκπτωσης για όλουςτους τύπους υπερκατασκευών 20 31 42 53 64 70 76 82 88 94 100 Ποσοστά για ενδιάμεσα μήκη υπερκατασκευών λαμβάνονται με γραμμική παρεμβολή. Πίνακας 45.1 (2) Το ύψος εξάλων ξυλείας χειμώνα λαμβάνεται με πρόσθεση στο ύψος εξάλων ξυλείας θέρους του ενός τριακοστού έκτου (1/36) του βυθίσματος σχεδίασης ξυλείας θέρους. (3) Το ύψος εξάλων ξυλείας χειμώνα Βορείου Ατλαντικού είναι το ίδιο με το ύψος εξάλων χειμώνα Βορείου Ατλαντικού που περιγράφεται στον κανονισμό 40(6). (4) Το τροπικό ύψος εξάλων ξυλείας λαμβάνεται με αφαίρεση από το ύψος εξάλων ξυλείας θέρους του ενός τεσσαρακοστού όγδοου (1/48) του βυθίσματος σχεδιάσεως ξυλείας θέρους. (5) Το ύψος εξάλων ξυλείας σε γλυκό νερό υπολογίζεται σύμφωνα με τον κανονισμό 40(7), βασιζόμενο στην έμφορτη ίσαλο γραμμή ξυλείας θέρους ή με τον κανονισμό 40(8), βασιζόμενο στο βύθισμά ξυλείας θέρους μετρούμενο από το άνω μέρος της τρόπιδας έως την έμφορτη ίσαλο γραμμή θέρους ξυλείας. (6) Το ύψος εξάλων ξυλείας δύναται να προσδιοριστεί σε πλοία με μειωμένο ύψος εξάλων τύπου «Β», υπό την προϋπόθεση ότι το ύψος εξάλων ξυλείας υπολογίζεται με βάση το κανονικό ύψος εξάλων τύπου «Β». (7) Η γραμμή του ύψους εξάλων ξυλείας χειμώνα και / ή του ύψους εξάλων χειμώνα Βορείου Ατλαντικού τοποθετείται στο ίδιο ύψος με την γραμμή του μειωμένου ύψους εξάλων τύπου «Β» Χειμώνα όταν η γραμμή του υπολογισμένου ύψους εξάλων ξυλείας χειμώνα και / ή γραμμή του υπολογισμένου ύψους εξάλων χειμώνα Βορείου Ατλαντικού είναι κάτω από τη γραμμή του μειωμένου ύψους εξάλων τύπου «Β» Χειμώνα». ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΖΩΝΕΣ, ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΚΑΙ ΕΠΟΧΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΔΟΙ Κανονισμός 49 – Εποχικές τροπικές περιοχές 2 Στο Παράρτημα ΙΙ – Ζώνες, Περιοχές και Εποχικές Περίοδοι – του Προσαρτήματος Β, το υπάρχον κείμενο της παραγράφου 7(β) του Κανονισμού 49 – Εποχικές τροπικές περιοχές - αντικαθίσταται με το ακόλουθο: ««(β) μία περιοχή οριζόμενη: Προς βορρά και προς ανατολή από το νότιο όριο της Τροπικής Ζώνης. Προς νότο από τον παράλληλο γεωγραφικού πλάτους 24οS από την ανατολική ακτή της Αυστραλίας μέχρι γεωγραφικό μήκος 154οΕ, εντεύθεν από τον μεσημβρινό με γεωγραφικό μήκος 154οΕ έως τον Τροπικό του Αιγόκερου και εντεύθεν από τον Τροπικό του Αιγόκερου έως το γεωγραφικό μήκος 150οW, εντεύθεν από τον μεσημβρινό με γεωγραφικό μήκος 150οW σε γεωγραφικό πλάτος 20οS και εντεύθεν από τον παράλληλο με γεωγραφικό πλάτος 20οS στο σημείο που τέμνεται με το νότια όριο της Τροπικής Ζώνης, και Προς δύση από τα όρια της περιοχής εντός του Μεγάλου Φράγματος Υφάλων που συμπεριλαμβάνεται στην Τροπική Ζώνη και από την ανατολική ακτή της Αυστραλίας. Εποχικές περίοδοι: ΤΡΟΠΙΚΗ: 1 Απριλίου έως 30 Νοεμβρίου ΘΕΡΙΝΗ: 1 Δεκεμβρίου έως 31 Μαρτίου.»»
  • Τις διατάξεις του άρθρου πρώτου και του άρθρου δεύτερου του ν. 2209/1994 «Κύρωση του Πρωτοκόλλου, 1988, που αναφέρεται στη Διεθνή Σύμβαση περί Γραμμών Φορτώσεως, 1966 και άλλες διατάξεις» (Α΄ 72).
  • Τις διατάξεις των άρθρων 5 παράγραφος 1 περ. α΄, 8 του α.ν. 391/1968 «Περί κυρώσεως της Διεθνούς Συμβάσεως περί γραμμών φορτώσεως 1966» (Α΄ 125) καθώς και του άρθρου 29 της Συμβάσεως που κυρώθηκε με τον α.ν. 391/1968.
  • Τις διατάξεις του άρθρου 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά Όργανα που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ. 63/2005 (Α΄ 98).
  • Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος δεν προκαλείται δαπάνη εις βάρος του κρατικού προϋ­πολογισμού.
  • Την υπ’ αριθμ. 82/24.4.2007 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, μετά από πρόταση των Υπουργών Εξωτερικών και Εμπορικής Ναυτιλίας,
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Κύρωση του Πρωτοκόλλου. 1988, που αναφέρεται στη Διεθνή Σύμβαση περί Γραμμών Φορτώσεως, 1966 και άλλες διατάξεις. 1994/2209 1994
ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ 1968/391 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1968/391 1968
Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα. 2005/63 2005
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία