ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΤΥΠΟΣ

Προεδρικό Διάταγμα

ΚΩΔΙΚΟΣ

2009/60

ΦΕΚ

 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ

2009-06-01

ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

2009-06-01

ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ

2009-06-01

 ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ

 ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ

 ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΕΛΛΑΔΑ

Αρxική Έκδοση
 Εξαγωγή XML
 Εξαγωγή PDF
 Εξαγωγή RDF
 Εξαγωγή JSON

Κύρωση Κανονισμού ΠειθαρχίαςΠολεμικής Αεροπορίας

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Κείμενο
Άρθρο 1 Κυρώνεται ο Κανονισμός Πειθαρχίας Πολεμικής Αεροπορίας ως Κανονισμός Πολεμικής Αεροπορίας υπ’ αριθ. Β-17 (ΚΠΑ Β-17). ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΑΣ ΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ – ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΑΣ Άρθρο 1ΟΡΙΣΜΟΣ – ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΑΣ 1. Η πειθαρχία είναι η βασική στρατιωτική αρετή και η πρωταρχική δύναμη, που διατηρεί σε συνοχή το Στράτευμα. Όλες οι άλλες στρατιωτικές αρετές καθίστανται ανωφελείς και ατελέσφορες χωρίς την υπακοή σε κανόνες που ρυθμίζουν τη συμπεριφορά και τη δράση των ατόμων ενός συνόλου και εξασφαλίζουν τη στρατιωτική τάξη. 2. Πειθαρχία ορίζεται ως η υπακοή κάθε κατωτέρου στους ανωτέρους του και η τήρηση από κάθε Στρατιωτικό των Νόμων, των Κανονισμών και των Διαταγών της Υπηρεσίας. 3. Η πειθαρχία είναι η κύρια ηθική δύναμη της Πολεμικής Αεροπορίας, αφορά το σύνολο του στρατιωτικού προσωπικού, χωρίς διάκριση βαθμού ή θέσεως, αποτελεί καθήκον καθενός και δεν επιτρέπει την αποδιοργάνωση του Στρατεύματος. Σε καμία περίπτωση δεν έχει σκοπό τη συντριβή της προσωπικότητας, ούτε καταργεί την πρωτοβουλία, αλλά αποσκοπεί στη δημιουργία αρμονικών σχέσεων μεταξύ των ατόμων και συντονίζει τις προσπάθειες για την επίτευξη του κοινού σκοπού. 4. Ενσυνείδητη είναι η πειθαρχία που πηγάζει από τη συναίσθηση της ατομικής τιμής και της αξιοπρέπειας, από τη συνείδηση της ευθύνης και της ηθικής υποχρέωσης για εκπλήρωση του κοινού έργου και του κοινού σκοπού και από τη σύνδεση του κατώτερου προς τον ανώτερο με δεσμούς σεβασμού και εμπιστοσύνης. Αντίθετα είναι επιβαλλόμενη όταν πηγάζει από το φόβο των ποινών ή όταν έχει ως κίνητρο την αποκόμιση ωφελημάτων που δεν συνάδουν με τη στρατιωτική δεοντολογία. Άρθρο 2ΑΝΩΤΕΡΟΙ ΚΑΙ ΚΑΤΩΤΕΡΟΙ 1. Η ιεραρχία επιβάλλει δια της πειθαρχίας αμοιβαία καθήκοντα στους ανώτερους και κατώτερους ως προς το βαθμό, ακόμα και όταν ανήκουν σε διαφορετικές Μονάδες ή σε διαφορετικούς κλάδους των Ενόπλων Δυνάμεων (Ε.Δ.) και δεν έχουν διοικητική εξάρτηση μεταξύ τους. 2. Κάθε ανώτερος αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για τον κατώτερο. Τιμά τον κατώτερο και φέρεται σε αυτόν με αξιοπρέπεια, αποφεύγοντας τη στενή οικειότητα αλλά και τη στείρα αυστηρότητα, η οποία δε συντελεί στη δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης. 3. Ο ανώτερος δεν μπορεί να δίνει διαταγές σε κατώτερο ο οποίος δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του, εκτός εάν πρόκειται για την εφαρμογή των γενικών κανόνων πειθαρχίας. 4. Ο κυβερνήτης αεροσκάφους είναι υπεύθυνος για την ασφάλεια του πτητικού μέσου. Για το λόγο αυτό ασκεί εξουσία επί των επιβαινόντων σε αυτό, οποιαδήποτε ιδιότητα και βαθμό και αν φέρουν. 5. Ο κατώτερος σέβεται τον ανώτερό του, υπακούει και εκτελεί τις διαταγές που του δίνονται χωρίς δισταγμό ή αντίρρηση. Αφού εκτελέσει τη διαταγή μπορεί να παραπονεθεί, εάν θεωρεί ότι αδικήθηκε ή προσβλήθηκε από τη διαταγή που του δόθηκε ή εάν θεωρεί αυτή προδήλως παράνομη. 6. Κάθε Στρατιωτικός ανήκει σε μία Μονάδα ή Μείζονα Σχηματισμό, στα πλαίσια του οποίου ενεργεί σύμφωνα με τις εντολές που λαμβάνει για την επίτευξη της αποστολής του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο υπάγεται σε έναν Διοικητή. Τόσο ο Διοικητής όσο και ο υφιστάμενος έχουν ευθύνες και καθήκοντα. Άρθρο Άρθρο 3 ΓΕΝΙΚΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ 1.Κάθε Στρατιωτικός: 1)Σέβεται το Σύνταγμα και τους Νόμους, τηρεί πίστη και αφοσίωση στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία. 2)Τιμά τη Σημαία. 3)Αποφεύγει κάθε ενέργεια ή συμπεριφορά που είναι αντίθετη με τα συμφέροντα ή την τιμή του Έθνους. 4)Τηρεί την πειθαρχία και τους Κανονισμούς. 5)Υπηρετεί με αφοσίωση και συμπεριφέρεται με ευθύτητα και αξιοπρέπεια. 6)Εξασφαλίζει την προστασία του απορρήτου. 7)Φροντίζει για το υλικό και τις εγκαταστάσεις που ανήκουν στην Πολεμική Αεροπορία. 2.Στη Μονάδα και στα πλαίσια της εκτέλεσης των καθηκόντων του, ο Στρατιωτικός: 1)Προσφέρει ενεργά στο έργο της και ενδιαφέρεται για την ανάδειξή της. 2)Αποκτά τις απαραίτητες γνώσεις, ώστε να εκτελεί τα καθήκοντά του με αποτελεσματικότητα και να τηρεί τη θέση του επάξια. 3)Εξασκείται για να είναι αποδοτικός στην πράξη. 3.Κάθε Στρατιωτικός έχει καθήκον να προετοιμάζεται σωματικά και ηθικά για την εκπλήρωση της αποστολής του, σε καιρό ειρήνης όσο και σε καιρό πολέμου. Άρθρο 4ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ – ΕΥΘΥΝΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΩΝ 1.Τα καθήκοντα και οι ευθύνες του Διοικητή που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, σε ό,τι αφορά στην πειθαρχία, έχουν εφαρμογή για το Διοικητή σε οποιοδήποτε κλιμάκιο Διοικήσεως. 2.Αντικειμενικός σκοπός του Διοικητή είναι η ανάπτυξη της ενσυνείδητης πειθαρχίας, που έχει ως αποτέλεσμα την αυτόβουλη υπακοή. Προς αυτή την κατεύθυνση καταβάλλει κάθε προσπάθεια, ώστε να καλλιεργήσει και να εμπνεύσει στους υφισταμένους του εκείνες τις ιδιότητες από τις οποίες πηγάζει η ενσυνείδητη πειθαρχία. 3.Ο Διοικητής, δια της εξουσίας που του δίδεται, έχει καθήκον να παίρνει αποφάσεις και να φροντίζει για την εφαρμογή τους από τους υφισταμένους του. Οι αποφάσεις αυτές εκφράζονται μέσω διαταγών, οι οποίες είναι νόμιμες, σαφείς και χρονικά προσδιορισμένες ως προς την εκτέλεση. Βασίζονται δε στο καθήκον, στους όρους της Υπηρεσίας και στο δίκαιο. 4.Ο Διοικητής είναι υπεύθυνος για τις διαταγές που δίνει, για την επίβλεψη εκτέλεσής τους και κυρίως για τις συνέπειές τους. Όταν αναθέτει σε υφιστάμενό του έργο στα πλαίσια της αποστολής της Μονάδας, φέρει ευθύνη για την εκτέλεση του έργου από τον υφιστάμενο κατά τρόπο σύμφωνο με τις ισχύουσες διαταγές της Υπηρεσίας. 5.Ο Διοικητής έχει δικαίωμα και καθήκον να απαιτεί υπακοή από τους υφισταμένους του. Δεν μπορεί όμως με κατάχρηση της υπηρεσιακής του εξουσίας να προβάλει αξιώσεις που δεν έχουν σχέση με την Υπηρεσία ή να τους διατάζει να προβαίνουν σε πράξεις η εκτέλεση των οποίων θα είχε ως συνέπεια την ποινική τους ευθύνη. 6.Η υπακοή δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί παρά μόνο όταν ο Διοικητής ασκεί την εξουσία με ευθύνη, δικαιοσύνη και συνέπεια. Ο Διοικητής προσπαθεί να πείθει και, όταν οι περιστάσεις το απαιτούν, να επιβάλλεται. Ενημερώνει τους υφισταμένους του για τις προθέσεις του και το σκοπό που επιδιώκει, εφόσον δεν παραβιάζεται η τήρηση του απορρήτου. Κατευθύνει σωστά την πρωτοβουλία τους και επιδιώκει την κατά το δυνατό ενεργή συμμετοχή τους στην εκπλήρωση της αποστολής και του κοινού σκοπού. 7.Ο Διοικητής διαβιβάζει τις εντολές του ιεραρχικά. Αν η ανάγκη ή ειδικές συνθήκες τον υποχρεώσουν να ενεργήσει διαφορετικά, ενημερώνει τα ενδιάμεσα κλιμάκια. 8.Ο Διοικητής είναι υπεύθυνος για τη στρατιωτική αγωγή των υφισταμένων του, ελέγχει την πρόοδο και την αξία τους, εκφράζει την ικανοποίησή του με ηθικές αμοιβές και καταστέλλει τα παραπτώματα με πειθαρχικές ποινές. Άρθρο 5ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ – ΕΥΘΥΝΕΣ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΩΝ 1.Η υπακοή είναι πρωταρχικό καθήκον του υφισταμένου, ο οποίος εκτελεί πιστά τις διαταγές που λαμβάνει και είναι υπεύθυνος για την ορθή εκτέλεσή τους και υπέχει τις συνέπειες της μη εκτέλεσης. Ο υφιστάμενος ενεργεί σύμφωνα με το γράμμα αλλά και με το πνεύμα της διαταγής. 2.Ο υφιστάμενος έχει την υποχρέωση να αναφέρει σχετικά με την εκτέλεση των διαταγών που έλαβε. Όταν διαπιστώνει ότι δεν μπορεί να εκτελέσει διαταγή, αναφέρει σχετικά στον προϊστάμενό του. 3.Ο υφιστάμενος αναφέρει πάντοτε ιεραρχικά, εκτός εάν έχει διαταχθεί ειδικά να αναφέρει απευθείας, σε ανώτερο του άμεσα προϊστάμενου Διοικητή του, οπότε ενημερώνει σχετικά τον τελευταίο. Άρθρο 6ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΣΤΗ ΜΑΧΗ ΓΕΝΙΚΑ 1.Η μαχητική ικανότητα και η συνοχή των στρατιωτικών δυνάμεων στη μάχη απαιτούν κάθε Στρατιωτικός να παίρνει μέρος στις ενέργειες εναντίον του εχθρού με αποφασιστικότητα και αυταπάρνηση. 2.Οι ενέργειες εναντίον του εχθρού διεξάγονται υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, μέχρι την ολοκληρωτική εκπλήρωση της αποστολής. ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΟΥ ΗΓΕΤΗ 3.Ο Ηγέτης διευθύνει τον αγώνα και συνεχίζει τη μάχη μέχρι να επιτύχει ή μέχρι να εξαντληθούν όλα τα μέσα που διαθέτει. 4.Εμπνέει στους υφισταμένους του θέληση για τη μάχη και διατηρεί σε κάθε περίπτωση την τάξη και την πειθαρχία. Εάν παραστεί ανάγκη, επιβάλλει την υπακοή με τη βία. 5.Λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα, ώστε κανένα έγγραφο ή χρήσιμο υλικό πέσει στα χέρια του εχθρού. ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΟΥ ΜΑΧΗΤΗ 6.Ο μαχητής ανταποκρίνεται στα καθήκοντά του, είτε ως άτομο είτε ως μέλος ομάδος, με πειθαρχία, συναισθηματική σταθερότητα και αυτοπεποίθηση, εμμονή στο σκοπό, ψυχικό σθένος, θάρρος και αυτοθυσία. 7.Κάθε μαχητής καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια με σκοπό: 1)Να πετύχει τον αντικειμενικό σκοπό που ορίσθηκε ή να διατηρήσει τη θέση όπου τάχθηκε. 2)Να διατηρεί σε λειτουργική κατάσταση τα όπλα, τα μηχανήματα ή το υλικό που χρησιμοποιεί. Επίσης προσπαθεί να αξιοποιήσει τα όπλα, τα μηχανήματα και τα υλικά που το προσωπικό τους τέθηκε εκτός μάχης. 3)Να αποφεύγει την αιχμαλωσία και να επανέρχεται στη Μονάδα του ή στην πιο κοντινή φίλια Μονάδα, εάν από τη θέση στην οποία βρίσκεται δεν μπορεί να εκπληρώσει την αποστολή του και δεν είναι δυνατό να έλθει σε επαφή με τον επικεφαλής του για να λάβει διαταγές. 8.Ο εναέριος μαχητής: 1)Καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια με σκοπό να φέρει σε πέρας επιτυχώς την αποστολή που του έχει ανατεθεί, δεν τη ματαιώνει ούτε εγκαταλείπει το αεροσκάφος του, παρά μόνο όταν διαταχθεί σχετικά ή/και δεν είναι πλέον με κανένα τρόπο δυνατή η συνέχιση της πτήσης και η εκτέλεση της αποστολής. 2)Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατό να λάβει οδηγίες και εντολές από επίγειο σταθμό, συνεχίζει να μάχεται σύμφωνα με τη σχεδίαση της αποστολής, με τις αρχές και την τακτική της εναέριας μάχης. 3)Ως μέλος αεροπορικού σχηματισμού, στην περίπτωση που καταρριφθεί ο αρχηγός του σχηματισμού, εφαρμόζει τις προβλεπόμενες διαδικασίες όπως αυτές καθορίζονται στην υφιστάμενη επιχειρησιακή σχεδίαση, εκτός εάν άλλως διαταχθεί ή έχει προβλεφθεί από τη σχεδίαση. 4)Εάν καταρριφθεί πάνω από εχθρικό έδαφος, λειτουργεί ως διαφεύγων εφαρμόζοντας τις διαδικασίες της επιχειρησιακής σχεδίασης, με απώτερο σκοπό να επιστρέψει σε φίλιο έδαφος. Σε περίπτωση που συλληφθεί, λειτουργεί ως αιχμάλωτος πολέμου σύμφωνα με τις Διεθνείς Συνθήκες, αλλά σε κάθε περίπτωση προσπαθεί με κάθε τρόπο να δραπετεύσει και να επιστρέψει σε φίλιο έδαφος και στη Μονάδα του. 9.Απαγορεύεται στο μαχητή να εγκαταλείπει αεροσκάφη, όπλα, μηχανήματα ή υλικά που μπορούν να χρησιμοποιηθούν, να έρχεται σε επαφή με τον εχθρό και να παραδίδεται στον εχθρό πριν εξαντλήσει όλα τα μέσα μάχης. Άρθρο 7ΜΕΣΑ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΑΣ 1.Η δικαιοσύνη, η αμεροληψία, το παράδειγμα, η νουθεσία και η επιμονή στην εκτέλεση των διαταγών οι οποίες έχουν εκδοθεί με προσοχή και σύμφωνα με τους Κανονισμούς, καθώς και η τιμωρία καθενός που δεν ακολουθεί την οδό της τιμής, της τάξεως και του καθήκοντος, είναι τα πρώτιστα μέσα για τη διατήρηση της πειθαρχίας. Για το σκοπό αυτό σημασία δεν έχει η έκδοση αλλά η τήρηση των διαταγών. 2.Κάθε κατώτερος γνωρίζει ότι υπάρχει επίβλεψη για την εκτέλεση των εκδιδόμενων διαταγών και ότι αν δε συμμορφωθεί με αυτές θα ελεγχθεί. Η παράβαση διαταγών χωρίς την επιβολή κυρώσεων, καθώς και η έκδοση συνεχών διαταγών για το ίδιο θέμα, υποβαθμίζουν την αξία τους και δημιουργούν την εντύπωση ότι ο εκδότης δεν πιστεύει στην αποτελεσματικότητά τους. 3.Τα παραπτώματα ελέγχονται στην αρχική τους εμφάνιση, τιμωρούμενα στην αρχή με επιείκεια, λαμβανομένων υπόψη των ηθικών και διανοητικών ικανοτήτων, της ηλικίας και του χρόνου υπηρεσίας του παραβάτη, και σε περίπτωση υποτροπής αυστηρότερα. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ – ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Άρθρο 8ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ 1. Σε κάθε τόπο και χρόνο, ακόμη και εκτός υπηρεσίας, ο Στρατιωτικός οφείλει σεβασμό στους ανωτέρους του και όταν συναντιέται μ’ αυτούς να τους χαιρετά. Ο κατώτερος χαιρετά πρώτος τον ανώτερο, ο οποίος ανταποδίδει το χαιρετισμό. 2. Χαιρετισμός απονέμεται και στους Αξιωματικούς ξένων Στρατών, σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις που ισχύουν και για τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις. 3. Ο στρατιωτικός χαιρετισμός απονέμεται και ανταποδίδεται από τους Στρατιωτικούς όταν φορούν στρατιωτική στολή. Εξαιρούνται από την υποχρέωση απονομής χαιρετισμού οι Στρατιωτικοί που εκτελούν υπηρεσία τροχονόμου, όσοι συνοδεύουν κρατουμένους, οι οδηγοί οχημάτων ή δικύκλων καθώς και όσοι είναι ασκεπείς σε κλειστούς χώρους. ΣΤΟΛΗ 4. Οι διάφορες στολές, τα είδη από τα οποία αποτελούνται καθώς και ο τρόπος που φέρονται, καθορίζονται από τον ισχύοντα Κανονισμό Στολών και από τις σχετικές διαταγές. 5. Το κανονικό της στολής σε όλες γενικά τις περιστάσεις αποτελεί ζήτημα μείζονος σημασίας, το οποίο συμβάλλει στο γόητρο της Πολεμικής Αεροπορίας και των Ενόπλων Δυνάμεων γενικότερα. Είναι απόδειξη πειθαρχίας, αυτοσεβασμού και σεβασμού προς την Πολεμική Αεροπορία και τους Κανονισμούς. 6. Απαγορεύεται οποιαδήποτε έστω και ελάχιστη τροποποίηση ή προσθήκη που είναι αντίθετη με τις διατάξεις περί στολής. Κατ’ εξαίρεση, οι Στρατιωτικοί που βρίσκονται σε δημόσιους κλειστούς χώρους ή επιβαίνουν σε οχήματα δύνανται να είναι ασκεπείς. 7. Οι Στρατιωτικοί που μεταβαίνουν στο εξωτερικό δεν επιτρέπεται να φορούν στολή, εκτός των παρακάτω περιπτώσεων: α. Όσοι είναι τοποθετημένοι στις ελληνικές Πρεσβείες ή σε Πολυεθνικά Στρατηγεία. β. Όσοι είναι σε επίσημη αποστολή. γ. Όσοι μεταβαίνουν σε ξένη χώρα ή απλώς διέρχονται από αυτή για υπηρεσιακούς λόγους. δ. Όσοι εκπαιδεύονται σε ξένες Στρατιωτικές Σχολές. Άρθρο 9ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΕΚΤΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ 1. Τα αναφερόμενα σε αυτό το άρθρο δεν είναι οδηγός καλής συμπεριφοράς, αλλά αποτελούν γενικές αρχές και βασικές υποχρεώσεις, η παράλειψη των οποίων αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα και ως τέτοιο τιμωρείται. 2. Η αποστολή της Πολεμικής Αεροπορίας επιβάλλει σε όλα τα στελέχη άψογη παράσταση και συμπεριφορά σε κάθε τόπο και χρόνο. 3. Ο Στρατιωτικός εμπνεόμενος από την αντίληψη του υψηλού προορισμού του, δεν ξεχνά ότι η όλη εμφάνισή του καθώς και κάθε πράξη, καλή ή κακή, δεν αντανακλά μόνο σ’ αυτόν τον ίδιο αλλά στην Πολεμική Αεροπορία και τις Ένοπλες Δυνάμεις γενικότερα. 4. Οι Στρατιωτικοί συμμορφώνονται στις υποδείξεις των οργάνων της τάξεως και συμπεριφέρονται με ευπρέπεια προς αυτά. 5. Προς τους πολίτες ο Στρατιωτικός συμπεριφέρεται με ευγένεια και αξιοπρέπεια, αποφεύγοντας τυχόν προστριβές, φιλονικίες και προκλήσεις. 6. Η συμπεριφορά των Στρατιωτικών μεταξύ τους, εκτός υπηρεσίας, χαρακτηρίζεται από πνεύμα συναδελφικότητας, αμοιβαίας εκτίμησης και σεβασμού. 7. Η προσφορά δώρων από κατώτερους σε ανώτερους απαγορεύεται, εκτός και εάν πρόκειται για λόγους φιλοφρόνησης. Άρθρο 10ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ – ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ 1. Οι Ένοπλες Δυνάμεις υπάγονται στην εκτελεστική λειτουργία της πολιτείας που ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση και υπ’ αυτή την έννοια δρουν υπέρ του λαού και του Έθνους. Κάθε Στρατιωτικός μπορεί να έχει τις πεποιθήσεις του και τις προσωπικές του αντιλήψεις, όμως στα πλαίσια της υπηρεσίας του τηρεί αυστηρή ουδετερότητα. 2. Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος. Οι Οπλίτες Θητείας που είχαν ενταχθεί σε κομματικές οργανώσεις πριν τη στράτευσή τους, αναστέλλουν κάθε κομματική δραστηριότητα κατά τη διάρκεια της θητείας τους. 3. Οι Στρατιωτικοί έχουν δικαίωμα να εκφράζουν γραπτά τις απόψεις τους στα πλαίσια της ισχύουσας Νομοθεσίας, της στρατιωτικής δεοντολογίας και υπό τους περιορισμούς του άρθρου 12 παράγραφος 2γ(4) του παρόντος Κανονισμού, καθώς και να δημοσιεύουν κείμενα καθαρά επιστημονικού, πολιτιστικού ή λογοτεχνικού περιεχομένου. Δεν μπορούν όμως να κάνουν το ίδιο για ζητήματα κομματικού περιεχομένου, κατά το πνεύμα της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. 4. Απαγορεύεται στους Στρατιωτικούς να κάνουν δηλώσεις στα μέσα μαζικής ενημέρωσης οι οποίες να στρέφονται κατά της μορφής του πολιτεύματος, του θεσμού των Ενόπλων Δυνάμεων και των Πολιτειακών Αρχών ή να βλάπτουν την ασφάλεια της χώρας και να θέτουν σε κίνδυνο την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της. 5. Απαγορεύεται στο στρατιωτικό προσωπικό να ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα ή να ασχολείται με οποιαδήποτε αμειβόμενη εργασία. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται: α. Στους Αξιωματικούς, Ανθυπασπιστές, Υπαξιωματικούς και Οπλίτες ειδικότητας μουσικού, η δημόσια διεύθυνση ιδιωτικών ορχηστρών ή η συμμετοχή σε ιδιωτικές ορχήστρες και εκδηλώσεις με αμοιβή, με τον περιορισμό να φέρουν πολιτική περιβολή. β. Στους υγειονομικούς Αξιωματικούς ειδικότητας ιατρού, οδοντιάτρου, φαρμακοποιού και κτηνιάτρου η εξάσκηση του επαγγέλματός τους, εξαιτίας της ιδιομορφίας και της γενικότερης κοινωνικής αποστολής τους. γ. Σε στρατιωτικό προσωπικό να διδάσκει σε δημόσιες ή ιδιωτικές σχολές ή Εκπαιδευτικά Ιδρύματα γενικότερα, μετά από έγκριση της Υπηρεσίας, χωρίς να τίθεται άλλη προϋπόθεση ή περιορισμός. δ. Η συμμετοχή μονίμων στελεχών σε επιστημονικές, αθλητικές ή επαγγελματικές Ενώσεις, Συνδέσμους ή Ιδρύματα, υπό τους περιορισμούς του άρθρου 12 παράγραφος 2 γ (3) του παρόντος Κανονισμού. 6. Οι Έφεδροι Αξιωματικοί Θητείας και οι Οπλίτες Θητείας μπορούν κατά τον εκτός υπηρεσίας χρόνο να ασκούν το επάγγελμά τους, φέροντας υποχρεωτικά πολιτική περιβολή. ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ – ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣΠΟΙΝΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ – ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ Άρθρο 11ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ 1. Οι πειθαρχικές ποινές διακρίνονται σε συνήθεις και καταστατικές. 2. Οι συνήθεις πειθαρχικές ποινές επιβάλλονται στους Στρατιωτικούς με βάση τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού και συνιστούν ηθική τιμωρία του παραβάτη. Επί πλέον έχουν τις παρακάτω επιπτώσεις: α. Επηρεάζουν ανάλογα με τη σοβαρότητά τους και τη συχνότητα επιβολής τους, την εξέλιξη των στελεχών. β. Επισύρουν πρόσθετο χρόνο παραμονής υπό τα όπλα των Οπλιτών Θητείας και των Εφέδρων Αξιωματικών, όπως ορίζεται στις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για τη στρατολογία των Ελλήνων. 3. Οι καταστατικές πειθαρχικές ποινές επιβάλλονται στους μόνιμους Στρατιωτικούς με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για την κατάσταση των Αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Ανθυπασπιστών, Υπαξιωματικών και Μονίμων ή Εθελοντών Οπλιτών της Πολεμικής Αεροπορίας. Αυτές, πέραν της ηθικής τιμωρίας, μεταβάλλουν και την υπηρεσιακή κατάσταση του παραβάτη. 4. Η ίδια πράξη μπορεί να ελεγχθεί πειθαρχικά και ποινικά. Η πειθαρχική ποινή είναι ανεξάρτητη της ποινικής και μπορεί να επιβληθεί είτε πριν είτε μετά την εκδίκαση της υπόθεσης. Η ποινική καταδίκη δεν έχει ως απαραίτητη συνέπεια την επιβολή πειθαρχικής ποινής. Επίσης η αθώωση ή η απαλλαγή από το ποινικό δικαστήριο δεν εμποδίζει την επιβολή πειθαρχικής ποινής, αρκεί αυτή να στηρίζεται σε πράξεις που συνιστούν πειθαρχικά παραπτώματα. 5. Οι πειθαρχικές ποινές συμβάλλουν στη βελτίωση της διαγωγής των παραβατών και δια του παραδειγματισμού συμβάλλουν στο συνετισμό του λοιπού προσωπικού. Είναι δε το τελευταίο μέσο διατήρησης της πειθαρχίας. 6. Για να επιτευχθούν τα επιδιωκόμενα από τις πειθαρχικές ποινές αποτελέσματα, πρέπει η τιμωρία των παραπτωμάτων να είναι άμεση και σύμφωνη με τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού. 7. Συνεχής και χωρίς σοβαρό λόγο επιβολή πειθαρχικών ποινών, φανερώνει αδυναμία διοικήσεως και για το λόγο αυτό πρέπει να προλαμβάνεται και να ελέγχεται από τις προϊστάμενες Διοικήσεις. Άρθρο 12ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ 1. Πειθαρχικά παραπτώματα είναι οι πράξεις ή οι παραλείψεις που έχουν ως συνέπεια: α. Πρόκληση υλικής ζημίας ή μείωση του γοήτρου της Υπηρεσίας. β. Προσβολή έννομων δικαιωμάτων τρίτων λόγω παράβασης Νόμων, Διαταγμάτων, Κανονισμών ή Διαταγών της Υπηρεσίας. γ. Παράβαση των κανόνων πειθαρχίας. 2. Πειθαρχικά παραπτώματα θεωρούνται και ως τέτοια τιμωρούνται, με βάση τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού, κατά κατηγορία τα εξής: α. Από ανώτερο προς τους κατωτέρους του: (1) Η χαλαρότητα, η αδράνεια και η αδιαφορία σχετικά με τη διοίκηση. (2) Κάθε κατάχρηση εξουσίας. (3) Η βάναυση συμπεριφορά καθώς και κάθε σχήμα ή λόγος υβριστικός προς κατώτερο. (4) Η αδικία σε ό,τι αφορά την επιβολή ποινών. (5) Η μεροληπτική αντιμετώπιση ή η έλλειψη αντικειμενικότητας στη μεταχείριση των κατωτέρων γενικά. (6) Η αποδοχή δώρων ή η λήψη δανείων από τους κατώτερους. (7) Η αδιαφορία για την τήρηση των γενικών κανόνων πειθαρχίας και συμπεριφοράς από τους κατώτερους. (8) Η στενή οικειότητα με τους κατώτερους κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας. (9) Η αποσιώπηση και απόκρυψη οποιουδήποτε θέματος που σχετίζεται με παράπονα των υφισταμένων του. (10) Κάθε πράξη που είναι δυνατό να μειώσει το κύρος ή την εξουσία του. β. Από τον κατώτερο προς τους ανωτέρους του: (1) Κάθε αυθάδεια. (2) Η απροθυμία, αδιαφορία, δυστροπία ή καθυστέρηση στην εκτέλεση εντολής. (3) Η επίκριση ή ο σχολιασμός διαταγών ή ενεργειών των ανωτέρων, εφόσον δεν διατυπώνονται με τον πρέποντα σεβασμό, σε ήπιο ύφος, με γλωσσική εγκράτεια και με υπεύθυνο τρόπο. (4) Η κολακεία ή η προσφορά δώρων στους ανωτέρους. (5) Η μη απονομή του χαιρετισμού και η αδιαφορία για την τήρηση των τύπων δηλώσεως σεβασμού στους ανωτέρους. (6) Η υπέρβαση της Ιεραρχίας και η χρησιμοποίηση πλαγίων μέσων. (7) Κάθε έλλειψη σεβασμού ή υπακοής, όσο και εάν υποτεθεί ότι ο κατώτερος θεωρεί ότι αδικείται. γ. Από κάθε Στρατιωτικό: (1) Η αδικαιολόγητη απουσία από τα προσκλητήρια, την εκπαίδευση ή οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία. (2) Η αμέλεια ή αδιαφορία στην εργασία ή την εκπαίδευση και γενικά η κακή θέληση κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας. (3) Η άσκηση επιχειρηματικής ή οποιασδήποτε κερδοσκοπικής δραστηριότητας μέσω συμμετοχής σε επιστημονικές, αθλητικές ή επαγγελματικές Ενώσεις, Συνδέσμους ή Ιδρύματα. (4) Η δήλωση ή δημοσίευση άποψης στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, η οποία να στρέφεται κατά της μορφής του πολιτεύματος, του θεσμού των Ενόπλων Δυνάμεων και των Πολιτειακών Αρχών ή να βλάπτει την ασφάλεια της χώρας και να θέτει σε κίνδυνο την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της. (5) Η εξάσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος εκτός υπηρεσίας, εξαιρουμένων των περιπτώσεων των παρ. 5 και 6 του άρθρου 10. (6) Η αναξιοπρεπής εμφάνιση, η ανάρμοστη συμπεριφορά και το αντικανονικό της στολής. (7) Η ελλιπής συμμόρφωση στις υποχρεώσεις συντήρησης, χρήσης ή διαχείρισης των κάθε είδους υλικών και εγκαταστάσεων της Πολεμικής Αεροπορίας. (8) Η μη απονομή του οφειλόμενου χαιρετισμού προς τη Σημαία, τις Πολιτειακές Αρχές και την Πολιτική Ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων. (9) Η κομματική δραστηριότητα και ιδιαιτέρως η προβολή συγκεκριμένου πολιτικού κόμματος. (10) Οι φιλονικίες με στρατιωτικούς και ιδιώτες, η χαρτοπαιξία με χρήματα, η μέθη κατά την υπηρεσία, η χρήση απαγορευμένων ουσιών, η αναξιοπρεπής διαβίωση, η τάση για δημιουργία χρεών, η ανειλικρίνεια καθώς και κάθε πράξη αντίθετη προς την εντιμότητα, την ευθύτητα, την αξιοπρέπεια και τα χρηστά ήθη. (11) Η αδιαφορία και η αμέλεια σχετικά με τη διαφύλαξη του απορρήτου. (12) Κάθε πράξη που προσβάλλει την πειθαρχία και την υπηρεσιακή τάξη στην Πολεμική Αεροπορία, όπως αυτές ορίζονται από το Σύνταγμα, τους Νόμους, τους Κανονισμούς και τις Διαταγές. 3. Τα παραπτώματα θεωρούνται πολύ σοβαρά όταν επαναλαμβάνονται με μεγαλύτερη συχνότητα, είτε μεμονωμένα, είτε σε συνδυασμό με άλλες παραβάσεις, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας ή παρουσία κατωτέρων ή πολιτών ή σε ξένη χώρα. Επίσης σοβαρά θεωρούνται τα παραπτώματα που έχουν σχέση με τη στρατιωτική τιμή, την ατομική αξιοπρέπεια και το γόητρο της Πολεμικής Αεροπορίας καθώς και όσα έχουν ως συνέπεια τη διασάλευση της τάξεως ή θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή του προσωπικού. Άρθρο 13ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ 1. Πειθαρχικός έλεγχος είναι η διαδικασία διερεύνησης τέλεσης πειθαρχικού παραπτώματος και η τυχόν επιβολή πειθαρχικής ποινής. 2. Κάθε ανώτερος πρέπει να επιδιώκει με κάθε μέσο να προλαβαίνει τα παραπτώματα. Όταν όμως είναι αναγκασμένος να επιβάλει πειθαρχική ποινή, οφείλει να εξετάζει και να δέχεται κάθε βάσιμο ελαφρυντικό στοιχείο που επικαλείται ο εγκαλούμενος. 3. Η ατιμωρησία υποθάλπει την απειθαρχία. Για το λόγο αυτό η επιβολή ποινών δεν είναι μόνο δικαίωμα αλλά και καθήκον του ανωτέρου. 4. Με τις πειθαρχικές ποινές τιμωρούνται οι πράξεις ή οι παραλείψεις. Ως εκ τούτου η έλλειψη δόλου ή κακής θέλησης δεν απαλλάσσει την πράξη ή την παράλειψη από το πειθαρχικό αξιόποινο αλλά αποτελεί ελαφρυντικό το οποίο λαμβάνεται υπόψη και επηρεάζει στην επιμέτρηση της ποινής. 5. Η ποινή επιφέρει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα και είναι δίκαιη, όταν προσαρμόζεται σε κάθε ειδική περίπτωση. Για το λόγο αυτό οι πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται πρέπει να είναι ανάλογες όχι μόνο με τα παραπτώματα αλλά και με τη συνηθισμένη διαγωγή, το χαρακτήρα, το χρόνο υπηρεσίας και τη δυνατότητα αντίληψης του παραβάτη. 6. Οι ποινές πρέπει να επιβάλλονται με δίκαιη κρίση και αμεροληψία και δεν πρέπει να έχουν κίνητρα μίσους ή εμπάθειας. Αυτός που επιβάλλει την ποινή, δε χειρονομεί, δε φωνάζει και δε μεταχειρίζεται υβριστικές φράσεις. Η επιβολή της ποινής με ηρεμία αποδεικνύει ότι αυτός που τιμωρεί πράττει με γνώμονα το συμφέρον της Υπηρεσίας και με βάση τη συναίσθηση του καθήκοντος. 7. Ο καθορισμός του είδους και του ύψους της ποινής που πρέπει να επιβληθεί εξαρτάται από τη βαρύτητα του παραπτώματος, την οποία επηρεάζουν οι παρακάτω παράγοντες: α. Η σοβαρότητα των συνθηκών που βρίσκεται η Μονάδα, δηλαδή εάν πρόκειται για κατάσταση πολέμου, γενικής επιφυλακής ή ασκήσεων. β. Ο κλονισμός που επήλθε ή που θα μπορούσε να επέλθει από το παράπτωμα, στην τάξη και στην πειθαρχία της Μονάδας. γ. Η φύση των παραπτωμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 12 σε συνδυασμό με τις υποκειμενικές συνθήκες που αφορούν στον παραβάτη. 8. Κανένας δεν τιμωρείται ταυτόχρονα ή διαδοχικά με περισσότερες από μία πειθαρχικές ποινές για το ίδιο παράπτωμα. 9. Καμία πειθαρχική ποινή δεν επιβάλλεται χωρίς προηγουμένως ο παραβάτης να κληθεί σε απολογία από τον έχοντα την πειθαρχική δικαιοδοσία. Προκειμένου περί Αξιωματικών, Ανθυπασπιστών, Μονίμων και Εθελοντών Υπαξιωματικών καθώς και Επαγγελματιών Οπλιτών, η κλήση σε απολογία είναι έγγραφη και η προθεσμία που δίνεται στον εγκαλούμενο για να απολογηθεί είναι τουλάχιστον πέντε (5) πλήρεις ημέρες, μη περιλαμβανομένης της ημέρας που του κοινοποιήθηκε η κλήση. Η προθεσμία αυτή δύναται να παραταθεί κατόπιν έγγραφης αιτιολογημένης αίτησης του εγκαλουμένου για συλλογή στοιχείων υπεράσπισής του. Εάν αυτός αρνηθεί να απολογηθεί ή δεν απολογηθεί εντός της προθεσμίας που έχει τεθεί, η διαδικασία πειθαρχικού ελέγχου συνεχίζεται κανονικά και γίνεται σχετική ρητή υπόμνηση κατά την επιβολή της πειθαρχικής ποινής. Όταν πρόκειται για Οπλίτη Θητείας, η κλήση σε απολογία γίνεται προφορικά από το Διοικητή στον οποίο υπάγεται άμεσα ο παραβάτης, ο δε παραβάτης απολογείται εγγράφως στο Αναφορείο και η απολογία προσυπογράφεται απ’ αυτόν. Ο εγκαλούμενος έχει το δικαίωμα να λάβει γνώση τυχόν αποδεικτικών στοιχείων επί του παραπτώματος που του αποδίδεται. 10. Σε περίπτωση άρνησης παραλαβής της κλήσης σε απολογία, συντάσσεται σχετική πράξη στην οποία βεβαιώνεται η ρητή άρνηση και προσυπογράφεται από δύο μάρτυρες. Στη συνέχεια ακολουθείται η διαδικασία της πειθαρχικής δίωξης, σύμφωνα με τα καθοριζόμενα στην παράγραφο 9 του παρόντος άρθρου. 11. Η πειθαρχική ποινή πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένη, ώστε να είναι πρόσφορη σε έλεγχο τυπικής και ουσιαστικής νομιμότητας. Για το λόγο αυτό πρέπει να περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν το πειθαρχικό παράπτωμα συγκεκριμένα κατά τόπο, χρόνο, ταυτότητα δράστη και τρόπο ενέργειας, ώστε να προκύπτει αβίαστα η υπαγωγή του παραπτώματος στη διάταξη που προβλέπει τον πειθαρχικό έλεγχο της πράξης. Σε περίπτωση που τελέσθηκαν στον ίδιο χρόνο διαφορετικά μεταξύ τους πειθαρχικά παραπτώματα που προβλέπονται από διαφορετική διάταξη του παρόντος Κανονισμού, πρέπει να επιβάλλεται ανεξάρτητη ποινή για κάθε παράπτωμα, διότι διαφορετικά παύει η αυτοτέλεια των πειθαρχικών παραπτωμάτων. 12. Ατομικά παραπτώματα δεν είναι δυνατό να αποτελέσουν αιτία επιβολής ομαδικής ποινής. Άρθρο 14ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ 1. Πειθαρχική δικαιοδοσία είναι το δικαίωμα άσκησης πειθαρχικού ελέγχου από τα διάφορα επίπεδα Διοίκησης της Πολεμικής Αεροπορίας, όπως ορίζονται στο άρθρο 17 του παρόντος Κανονισμού. 2. Σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις και για διευκόλυνση εκπλήρωσης της αποστολής τους, το δικαίωμα αυτό παρέχεται και σε άλλα όργανα της Διοίκησης, τα οποία αναφέρονται παρακάτω: α. Ανώτερος Διοικητής Φρουράς Πόλεως – Φρούραρχος Οι Ανώτεροι Διοικητές Φρουρών και Φρούραρχοι, εάν έχουν ανατεθεί στους τελευταίους καθήκοντα τάξεως και πειθαρχίας, έχουν πειθαρχική δικαιοδοσία σε όλους τους κατώτερούς τους Στρατιωτικούς, οι οποίοι δεν υπάγονται στις διαταγές τους, αλλά ανήκουν στον ίδιο με αυτούς Κλάδο των Ενόπλων Δυνάμεων και υπηρετούν στη Φρουρά ή διέρχονται από αυτή. Η δικαιοδοσία αυτή εκτείνεται σε όλα τα ζητήματα που έχουν σχέση με την πειθαρχία, την τάξη, την εμφάνιση και τη συμπεριφορά, οι δε επιβαλλόμενες ποινές κοινοποιούνται τόσο στους Διοικητές των παραβατών όσο και στα προϊστάμενα αυτών κλιμάκια. Η πειθαρχική δικαιοδοσία αυτών καθορίζεται ως εξής: (1) Εάν φέρουν βαθμό ανώτατου Αξιωματικού, οι μεν Αντιπτέραρχοι έχουν πειθαρχική δικαιοδοσία ίση με αυτή του Διοικητού Αεροπορικής Διοικήσεως, οι δε Υποπτέραρχοι και οι Ταξίαρχοι ίση με αυτή του Διοικητή Πτέρυγας. (2) Εάν φέρουν βαθμό ανώτερου Αξιωματικού, έχουν πειθαρχική δικαιοδοσία ίση με αυτή του Διοικητή Αυτοτελούς Μοίρας. (3) Εάν φέρουν βαθμό κατώτερου Αξιωματικού, έχουν πειθαρχική δικαιοδοσία ίση με αυτή του Διοικητή Σμήνους. Στην περίπτωση που το προσωπικό ανήκει σε Κλάδο διαφορετικό του Ανώτερου Διοικητή Φρουράς, αυτός διαβιβάζει τις αναφορές παραβάσεων στις Μονάδες - Υπηρεσίες των παραβατών και τις κοινοποιεί στα προϊστάμενα κλιμάκια. β. Στρατοπεδάρχες Όταν στο ίδιο Στρατόπεδο εδρεύουν περισσότερες από μία Μονάδες - Υπηρεσίες, οι οποίες δεν είναι κάτω από μία Διοίκηση, ο Στρατοπεδάρχης έχει πειθαρχική δικαιοδοσία και επί του στρατιωτικού προσωπικού των λοιπών Μονάδων - Υπηρεσιών, αλλά μόνο για ζητήματα που σχετίζονται με την τάξη και τη γενική λειτουργία του Στρατοπέδου και όχι για θέματα που σχετίζονται με την εσωτερική λειτουργία των Μονάδων - Υπηρεσιών και εφόσον οι Στρατιωτικοί ανήκουν στον ίδιο Κλάδο με αυτόν. Στην περίπτωση που το προσωπικό ανήκει σε Κλάδο διαφορετικό του Στρατοπεδάρχη, αυτός διαβιβάζει τις αναφορές παραβάσεων στις Μονάδες - Υπηρεσίες των παραβατών και τις κοινοποιεί στα προϊστάμενα κλιμάκια. γ. Διοικητές Αεροπορικών Κλιμακίων Οι Διοικητές Αεροπορικών Κλιμακίων που εδρεύουν εκτός της έδρας της Μονάδας και συγκροτούνται από προσωπικό αυτής, το οποίο αποσπάται για εκτέλεση ειδικής αποστολής, προΐστανται των υφισταμένων τους Στρατιωτικών και έχουν πειθαρχική δικαιοδοσία, οι μεν ανώτεροι ίση με αυτή του Διοικητού εντεταγμένης Μοίρας, οι δε κατώτεροι ίση με αυτή του Διοικητού Σμήνους. 3. Τα όργανα υπηρεσίας μπορούν να αναφέρουν παραπτώματα, στα οποία υπέπεσε στρατιωτικό προσωπικό που υπάγεται σε αυτά κατά τις μη εργάσιμες ημέρες και ώρες, στην προβλεπόμενη αναφορά που συμπληρώνουν με το πέρας της υπηρεσίας τους, προκειμένου ο Διοικητής της Μονάδας να κινήσει τη διαδικασία πειθαρχικού ελέγχου του παραβάτη. Κατ’ εξαίρεση, ο Επόπτης Ασφαλείας της Μονάδας μπορεί να επιβάλλει στέρηση εξόδου σε οπλίτη θητείας, εάν κατά την επιθεώρηση εξόδου διαπιστώσει αντικανονικότητα σχετικά με την εμφάνιση. Η ποινή αυτή αναγράφεται στην προβλεπόμενη αναφορά που συντάσσει με το πέρας της υπηρεσίας του. 4. Η πειθαρχική δικαιοδοσία ασκείται σε οποιονδήποτε χρόνο και τόπο, λαμβανομένων υπόψη των παρακάτω περιορισμών: α. Όταν ο παραβάτης Στρατιωτικός μετακινηθεί λόγω μετάθεσης ή λήξης της απόσπασης πριν την επιβολή της πειθαρχικής ποινής, τιμωρείται από το Διοικητή στον οποίο υπάγονται, άμεσα ή έμμεσα, η στρατιωτική αρχή στην οποία διέπραξε το παράπτωμα και εκείνη στην οποία είναι τοποθετημένος οργανικά. β. Δεν επιβάλλονται πειθαρχικές ποινές για παραπτώματα όταν περάσουν δύο (2) χρόνια από την ημερομηνία διάπραξής τους, καθόσον θεωρείται ότι έχουν παραγραφεί, εκτός των παραπτωμάτων τα οποία: (1) Τιμωρούνται με καταστατικές πειθαρχικές ποινές, τα οποία παραγράφονται μετά την πάροδο του χρονικού διαστήματος που ορίζεται από το σχετικό Νόμο. Σε περίπτωση που η γνωμοδότηση του Ανακριτικού Συμβουλίου είναι απαλλακτική, μπορεί να επιβληθεί συνήθης πειθαρχική ποινή. (2) Εμπίπτουν στις διατάξεις του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα (ΣΠΚ) ή του κοινού Ποινικού Κώδικα (ΠΚ). Στην περίπτωση αυτή μπορεί να επιβληθεί πειθαρχική ποινή μετά την εκδίκαση της υποθέσεως από το Δικαστήριο, ακόμη και εάν από την ημερομηνία κατά την οποία έγινε η πράξη έχουν περάσει περισσότερα από δύο (2) χρόνια. (3) Για να διαπιστωθεί η τέλεσή τους, να προσδιορισθούν και να αποδοθούν, απαιτείται διερεύνηση με διενέργεια Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης (ΕΔΕ), διαδικασία η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις είναι χρονοβόρα, οπότε ο χρόνος παραγραφής ορίζεται σε πέντε (5) χρόνια. 5. Η πειθαρχική δικαιοδοσία που έχουν οι Διοικητές επί των υφισταμένων τους Αξιωματικών, Ανθυπασπιστών και Οπλιτών, είναι ανάλογη του κλιμακίου στο οποίο ασκούν Διοίκηση και αναφέρεται στα άρθρα 17 και 20 του παρόντος Κανονισμού. Στρατιωτικός που είναι αποσπασμένος σε άλλη Μονάδα από αυτή που είναι τοποθετημένος οργανικά, κατά τη διάρκεια της απόσπασης υπάγεται στην πειθαρχική δικαιοδοσία του Διοικητή της Μονάδας στην οποία έχει αποσπασθεί. 6. Για το στρατιωτικό προσωπικό που υπηρετεί σε Υπηρεσία (Νομικό Πρόσωπο, Οργανισμό κλπ) για την οποία υφίσταται διοικητική εξάρτηση με μείζονα Σχηματισμό της Πολεμικής Αεροπορίας και στην οποία δεν προΐσταται στρατιωτικό πρόσωπο, πειθαρχική δικαιοδοσία έχει ο Διοικητής του Σχηματισμού στον οποίο υπάγεται διοικητικά η Υπηρεσία αυτή. Εάν δεν υφίσταται διοικητική εξάρτηση της Υπηρεσίας με την Πολεμική Αεροπορία ή με το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, πειθαρχική δικαιοδοσία έχει ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας. 7. Εάν κάποιος Διοικητής κρίνει ότι η πειθαρχική δικαιοδοσία που του έχει δοθεί δεν είναι αρκετή για την τιμωρία του πειθαρχικού παραπτώματος στο οποίο υπέπεσε υφιστάμενός του, αναφέρει στο άμεσα προϊστάμενό του κλιμάκιο Διοίκησης και ζητά την τιμωρία του παραβάτη, χωρίς να προβεί στον πειθαρχικό του έλεγχο. Άρθρο 15ΜΕΡΙΜΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΗΡΗΣΗ ΚΑΝΟΝΩΝ ΠΕΙΘΑΡΧΙΑΣ 1. Κάθε βαθμοφόρος έχει δικαίωμα και καθήκον να φροντίζει για την τήρηση των γενικών κανόνων πειθαρχίας και συμπεριφοράς από όλους τους κατωτέρούς τους Στρατιωτικούς, σε οποιαδήποτε Μονάδα ή Κλάδο των Ενόπλων Δυνάμεων και αν ανήκουν. Ασκείται δε σε κάθε τόπο και χρόνο. 2. Αξιωματικός, Ανθυπασπιστής ή Υπαξιωματικός που αντιλαμβάνεται οποιοδήποτε παράπτωμα, το οποίο γίνεται από κατώτερό του, παρεμβαίνει με σκοπό να επαναφέρει τον παραβάτη στην τάξη, την πειθαρχία και την κοσμιότητα. 3. Εάν το παράπτωμα δεν προκαλεί κλονισμό της τάξεως και δεν προσβάλλει το Νόμο ή δεν προκαλεί το κοινό αίσθημα, ο ανώτερος που το αντιλήφθηκε καλεί τον παραβάτη, του κάνει συστάσεις και λαμβάνει τα στοιχεία της ταυτότητάς του. Εν συνεχεία δύναται να υποβάλει στη Μονάδα του αναφορά με την οποία θα εκθέτει τα περιστατικά και τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε το παράπτωμα. Η Μονάδα διαβιβάζει την αναφορά αυτή στη Μονάδα που ανήκει ο παραβάτης, ο Διοικητής της οποίας εξετάζει τον παραβάτη, διαπιστώνει την ακρίβεια των γεγονότων, λαμβάνει μέτρα σε βάρος του (εφόσον κρίνεται σκόπιμο) και ενημερώνει σχετικά με έγγραφο εντός δεκαπέντε (15) ημερών την ενδιαφερόμενη Μονάδα. 4. Εάν το παράπτωμα διασαλεύει την τάξη ή προσβάλλει το Νόμο ή προκαλεί το κοινό αίσθημα ή αν ο παραβάτης δε συμμορφώνεται με τις συστάσεις που του έγιναν, ο ανώτερος ενημερώνει το Φρουραρχείο, ώστε να προβεί σε περαιτέρω ενέργειες για τη σύλληψη και μεταφορά του αρμοδίως. Όταν υπάρχει έσχατη ανάγκη ζητάει την παρέμβαση των οργάνων της δημόσιας τάξης. Σε κάθε περίπτωση ο ανώτερος αποφεύγει τις λογομαχίες με τον κατώτερό του, ιδίως όταν ο τελευταίος είναι σε κατάσταση μέθης ή υπό την επίδραση ουσιών ή τελεί σε πλήρη σύγχυση - παραλογισμό. 5. Ο βαθμοφόρος που φορά πολιτικά, πριν την οποιαδήποτε παρέμβαση, κάνει γνωστή την ταυτότητά του επιδεικνύοντας το δελτίο ταυτότητάς του. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄ ΠΟΙΝΕΣ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΘΥΠΑΣΠΙΣΤΩΝ Άρθρο 16ΕΙΔΗ ΠΟΙΝΩΝ 1. Οι συνήθεις πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται στους Αξιωματικούς και τους Ανθυπασπιστές είναι η επίπληξη, η κράτηση και η φυλάκιση. Πέραν της ηθικής τιμωρίας των παραβατών, επηρεάζουν ανάλογα με τη σοβαρότητά τους και την υπηρεσιακή τους εξέλιξη. 2. Οι καταστατικές πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται στους μονίμους Αξιωματικούς είναι η αργία με πρόσκαιρη παύση, η αργία με προσωρινή απόλυση, η απόταξη και η αποβολή, οι οποίες επιβάλλονται σύμφωνα με τα καθοριζόμενα στις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για την κατάσταση των Αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων. 3. Οι καταστατικές πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται στους Ανθυπασπιστές είναι η προσωρινή απόλυση και η οριστική απόλυση, οι οποίες επιβάλλονται σύμφωνα με τα καθοριζόμενα στις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για την κατάσταση των Ανθυπασπιστών, Υπαξιωματικών και Μονίμων ή Εθελοντών Οπλιτών της Πολεμικής Αεροπορίας. 4. Η επίπληξη επιβάλλεται για ελαφρά πειθαρχικά παραπτώματα και έχει σκοπό την προειδοποίηση για συμμόρφωση και σωφρονισμό του παραβάτη. Οι παρατηρήσεις και οι συστάσεις που γίνονται προφορικά από ανώτερο σε κατώτερο για ελαφρά σφάλματα ή παραλείψεις δεν είναι πειθαρχική ποινή και αποσκοπούν στην επισήμανση και τη διόρθωσή τους. 5. Η κράτηση επιβάλλεται για σοβαρά πειθαρχικά παραπτώματα ή για ελαφρά τα οποία επαναλαμβάνονται συχνά. 6. Η φυλάκιση επιβάλλεται για σοβαρότερα πειθαρχικά παραπτώματα, για τα οποία δεν κρίνονται επαρκείς ή αποτελεσματικές οι ελαφρύτερες πειθαρχικές ποινές. Άρθρο 17ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΠΙ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝΚΑΙ ΑΝΘΥΠΑΣΠΙΣΤΩΝ 1. Η επίπληξη επιβάλλεται από όλους τους έχοντες, βάσει του παρόντος Κανονισμού, πειθαρχική δικαιοδοσία. 2. Η πειθαρχική δικαιοδοσία των Διοικητών των διαφόρων επιπέδων Διοικήσεως, προς τους υφισταμένους τους Αξιωματικούς και Ανθυπασπιστές, καθορίζεται ως ακολούθως: ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΠΙ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΘΥΠΑΣΠΙΣΤΩΝ Ημέρες Ποινών Α/Α ΚΛΙΜΑΚΙΑ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ Κράτηση Φυλάκιση 1. Υπουργός Εθνικής Άμυνας 60 60 2. Αρχηγός Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας 60 50 3. Αρχηγός Τακτικής Αεροπορίας 50 40 4. Διοικητής Αεροπορικής Διοίκησης 40 30 5. Διοικητής Πτέρυγας 30 20 6. Διοικητής Σμηναρχίας 20 10 7. Διοικητής Μοίρας αυτοτελούς 20 10 8. Διοικητής Μοίρας εντεταγμένης 10 4 9. Διοικητής Σμήνους 4 ? 3. Την ως άνω δικαιοδοσία έχουν και οι Διοικητές ισοτίμων Κλιμακίων Διοικήσεως. Η ισοτιμία αυτή καθορίζεται από τους ισχύοντες Πίνακες Οργάνωσης ή από τις διαταγές συγκρότησης ή από τους Κανονισμούς Οργάνωσης και Λειτουργίας τους. 4. Πέραν των ανωτέρω, πειθαρχική δικαιοδοσία έχουν ο Υπαρχηγός και ο Γενικός Επιθεωρητής του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας (ΓΕΑ), ο Υπαρχηγός του Αρχηγείου Τακτικής Αεροπορίας (ΑΤΑ), οι Επιτελάρχες του ΑΤΑ και των Αεροπορικών Διοικήσεων, οι Διευθυντές Κλάδων του ΓΕΑ, του ΑΤΑ και των Αεροπορικών Διοικήσεων, οι Διευθυντές Διευθύνσεων, Επιτελικού Γραφείου Αρχηγού, Γενικής Γραμματείας και Κέντρου Επιχειρήσεων του ΓΕΑ, οι Διευθυντές Διευθύνσεων του ΑΤΑ και του Επιτελικού Γραφείου Αρχηγού Τακτικής Αεροπορίας (Α/ΤΑ) καθώς και οι Διευθυντές Διευθύνσεων των Αεροπορικών Διοικήσεων. Οι προαναφερθέντες Αξιωματικοί έχουν πειθαρχική δικαιοδοσία ως εξής: α. Οι φέροντες βαθμό Αντιπτεράρχου και Υποπτεράρχου, την του Διοικητή Αεροπορικής Διοικήσεως. β. Οι φέροντες βαθμό Ταξιάρχου, την του Διοικητή Πτέρυγας. γ. Οι ανώτεροι Αξιωματικοί Διευθυντές Διευθύνσεων, Επιτελικού Γραφείου Αρχηγού, Γενικής Γραμματείας και Κέντρου Επιχειρήσεων του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας, την του Διοικητή Σμηναρχίας. δ. Οι ανώτεροι Αξιωματικοί Διευθυντές Διευθύνσεων του Αρχηγείου Τακτικής Αεροπορίας και του Επιτελικού Γραφείου Α/ΤΑ καθώς και των Αεροπορικών Διοικήσεων, την του Διοικητή αυτοτελούς Μοίρας. 5. Η πειθαρχική δικαιοδοσία ασκείται από τους έχοντες αυτή, σε όλους τους υφισταμένους τους Αξιωματικούς και Ανθυπασπιστές. Άρθρο 18ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΤΩΝ ΠΟΙΝΩΝ 1. Οι Διοικητές εντεταγμένων Μοιρών και Σμηνών κοινοποιούν τις ποινές που επιβάλλουν στους υφισταμένους τους Αξιωματικούς και Ανθυπασπιστές με υπηρεσιακό σημείωμα, στο οποίο υπογράφουν οι τιμωρούμενοι. Στη συνέχεια υποβάλλουν το υπηρεσιακό σημείωμα στο Διοικητή της Μονάδας τους με αναφορά, στην οποία εκθέτουν τα περιστατικά που συνιστούν και στοιχειοθετούν το πειθαρχικό παράπτωμα και ο Διοικητής της Μονάδας την καταχωρίζει στην Ημερήσια Διαταγή Αξιωματικών (ανωτέρων ή κατωτέρων) ή Ανθυπασπιστών - Υπαξιωματικών, ανάλογα με το βαθμό και την ιδιότητα του τιμωρηθέντα. Σε περίπτωση που ο Διοικητής κρίνει ότι η ποινή πρέπει να μετατραπεί, εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 23. 2. Οι Διοικητές Μονάδων κοινοποιούν τις ποινές που επιβάλλονται από αυτούς ή τους προϊσταμένους Διοικητές στους υφιστάμενους Αξιωματικούς και Ανθυπασπιστές, με την αντίστοιχη Ημερήσια Διαταγή στην οποία υπογράφουν αυτοί που τιμωρούνται. 3. Στην Ημερήσια Διαταγή, πριν το κύριο μέρος της ποινής αναφέρονται τα στοιχεία της διαταγής με την οποία κλήθηκε σε απολογία αυτός που τιμωρήθηκε, η απολογητική του αναφορά (ή ότι αρνήθηκε να απολογηθεί) και μετά το κύριο μέρος, ότι αυτός ενημερώθηκε επί των άρθρων περί παραπόνων του παρόντος Κανονισμού. 4. Οι Διοικητές Διοικήσεων, Αρχηγείων και Επιτελείων κοινοποιούν τις πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται στους Αξιωματικούς και Ανθυπασπιστές που υπηρετούν στο Επιτελείο τους με την αντίστοιχη Ημερήσια Διαταγή που τηρείται από το Τμήμα Πειθαρχίας της Διεύθυνσης Στρατιωτικού Προσωπικού, στους δε υπόλοιπους με εμπιστευτική διαταγή προς τις Μονάδες - Υπηρεσίες όπου υπηρετούν. 5. Οι Αξιωματικοί που έχουν πειθαρχική δικαιοδοσία και υπηρετούν σε Διοικήσεις, Αρχηγεία και Επιτελεία, κοινοποιούν τις πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται από αυτούς σε υφιστάμενους Αξιωματικούς και Ανθυπασπιστές με υπηρεσιακό σημείωμα, στο οποίο υπογράφουν οι τιμωρούμενοι. Στη συνέχεια υποβάλλουν το υπηρεσιακό σημείωμα με αναφορά τους στο Διοικητή τους [Α/ΓΕΑ, Α/ΤΑ, Διοικητής Διοίκησης Αεροπορικής Υποστήριξης (Δ/ΔΑΥ), Διοικητής Διοίκησης Αεροπορικής Εκπαίδευσης (Δ/ΔΑΕ)] για καταχώριση της ποινής στην Ημερήσια Διαταγή και κοινοποίηση αυτής όπου απαιτείται. 6. Επιτρέπεται η χορήγηση, κατόπιν αιτήσεως του τιμωρούμενου, αντίγραφου της Ημερήσιας Διαταγής με την οποία του επιβλήθηκε πειθαρχική ποινή. 7. Εκτός από την Ημερήσια Διαταγή, οι πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται καταχωρίζονται με μέριμνα του Διοικητή στο Ατομικό Βιβλιάριο Μητρώου (ΑΒΜ) του Αξιωματικού ή Ανθυπασπιστή. Σε αυτό καταχωρίζεται το είδος της ποινής, η διάρκειά της, αυτός που την επέβαλε και ολόκληρη η αιτιολογία. 8. Οι ποινές που επιβάλλονται καταχωρίζονται και στον ατομικό φάκελο κάθε Αξιωματικού και Ανθυπασπιστή, που υπάρχει στην αντίστοιχη Διεύθυνση του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας. Αυτοί ενημερώνονται με τις περιοδικές καταστάσεις που υποβάλλονται στην αρμόδια Διεύθυνση. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄ ΠΟΙΝΕΣ ΟΠΛΙΤΩΝ Άρθρο 19ΕΙΔΗ ΠΟΙΝΩΝ 1. Οι συνήθεις πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται στους Οπλίτες είναι η κράτηση και η φυλάκιση. Πέραν αυτών: α. Στους Οπλίτες Θητείας επιβάλλεται και η στέρηση εξόδου. β. Στους μόνιμους και εθελοντές Υπαξιωματικούς και στους Επαγγελματίες Οπλίτες επιβάλλεται και η επίπληξη. γ. Στους Οπλίτες Θητείας που φέρουν βαθμό Υπαξιωματικού επιβάλλονται ο υποβιβασμός και η έκπτωση. 2. Στους μόνιμους και εθελοντές Υπαξιωματικούς μπορεί επιβληθεί και η καταστατική ποινή της οριστικής απόλυσης, η οποία επιβάλλεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για την κατάσταση των Ανθυπασπιστών, Υπαξιωματικών και Μονίμων ή Εθελοντών Οπλιτών της Πολεμικής Αεροπορίας. 3. Η ποινή της στέρησης εξόδου επιβάλλεται στους Οπλίτες Θητείας για ελαφρά παραπτώματα που σχετίζονται με την κανονικότητα της στολής, τη γενική εμφάνιση - παράσταση και συμπεριφορά εντός του Στρατοπέδου. Εκτίεται με την παραμονή του τιμωρούμενου εντός του Στρατοπέδου κατά την ημέρα ή τις ημέρες που θα χορηγούνταν έξοδος σε αυτόν. 4. Η επίπληξη επιβάλλεται για ελαφρά πειθαρχικά παραπτώματα και έχει σκοπό την προειδοποίηση για συμμόρφωση και σωφρονισμό του παραβάτη. Οι παρατηρήσεις και οι συστάσεις που γίνονται προφορικά από ανώτερο σε κατώτερο για ελαφρά σφάλματα ή παραλείψεις δεν είναι πειθαρχική ποινή και αποσκοπούν στην επισήμανση και τη διόρθωσή τους. 5. Η κράτηση επιβάλλεται για σοβαρά πειθαρχικά παραπτώματα ή για ελαφρά τα οποία επαναλαμβάνονται συχνά. 6. Η φυλάκιση επιβάλλεται για σοβαρότερα πειθαρχικά παραπτώματα, για τα οποία δεν κρίνονται επαρκείς ή αποτελεσματικές οι ελαφρύτερες πειθαρχικές ποινές. 7. Οι Οπλίτες Θητείας στους οποίους έχει επιβληθεί πειθαρχική ποινή δε λαμβάνουν έξοδο κατά τη διάρκεια ισχύος της ποινής, η οποία αρχίζει από τη στιγμή που αυτή αναγράφεται στην Ημερήσια Διαταγή της Μονάδας. Εφόσον οι ποινές επιβλήθηκαν από προϊστάμενα της Μονάδας κλιμάκια, αρχίζουν από τη στιγμή που αναγράφηκαν στην Ημερήσια Διαταγή της Μονάδας – Υπηρεσίας που υπηρετεί ο Οπλίτης Θητείας. Κάθε νέα ποινή, βαρύτερη από αυτή που ήδη εκτίεται, αρχίζει από τη στιγμή που επιβλήθηκε και λήγει όταν συμπληρωθεί ο αριθμός των ημερών της, οπότε συνεχίζεται αυτή που διακόπηκε. 8. Υποβιβασμός στον αμέσως κατώτερο βαθμό επιβάλλεται στους Οπλίτες Θητείας που φέρουν βαθμό Υπαξιωματικού για βαρύτατο πειθαρχικό παράπτωμα ή για επανειλημμένα βαριά παραπτώματα, μετά από γνωμοδότηση του αντίστοιχου Πειθαρχικού Συμβουλίου Οπλιτών. Όσοι υποβιβάζονται, μετατίθενται σε άλλη Μονάδα. 9. Έκπτωση είναι η στέρηση του βαθμού του Υπαξιωματικού που φέρει Οπλίτης Θητείας και η μεταφορά του στην τάξη του Σμηνίτη, επιβάλλεται δε μετά από γνωμοδότηση του αντίστοιχου Πειθαρχικού Συμβουλίου Οπλιτών για τους παρακάτω λόγους: α. Για βαρύτατο πειθαρχικό παράπτωμα που έχει σχέση με τη στρατιωτική τιμή και πειθαρχία. β. Για συχνά επαναλαμβανόμενα σοβαρά πειθαρχικά παραπτώματα. γ. Μετά από ποινή, που επιβλήθηκε από οποιοδήποτε δικαστήριο, για πράξη που έχει σχέση με τη στρατιωτική τιμή ή την πειθαρχία. δ. Για πράξεις που κλονίζουν την πειθαρχία του Στρατεύματος. ε. Για έλλειψη πίστεως στην πατρίδα και τα εθνικά ιδεώδη. στ. Για εκδηλώσεις που αποσκοπούν στην ανατροπή ή την υπονόμευση του νόμιμου πολιτεύματος της Χώρας. ζ. Για κάθε πειθαρχικό παράπτωμα που κρίνονται ανεπαρκείς ή αναποτελεσματικές οι μικρότερες πειθαρχικές ποινές. Όσοι εκπίπτουν του βαθμού τους, μετατίθενται σε άλλη Μονάδα. Άρθρο 20ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΠΙ ΟΠΛΙΤΩΝ 1. Η επίπληξη επιβάλλεται από όλους τους έχοντες, βάσει του παρόντος Κανονισμού, πειθαρχική δικαιοδοσία. 2. Η πειθαρχική δικαιοδοσία των Διοικητών των διαφόρων επιπέδων Διοικήσεως, προς τους υφισταμένους τους Οπλίτες, καθορίζεται ως ακολούθως: ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΠΙ ΟΠΛΙΤΩΝ Ημέρες Ποινών Α/Α ΚΛΙΜΑΚΙΑ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ Στέρηση Εξόδου Κράτηση Φυλάκιση 1. Υπουργός Εθνικής Άμυνας ? 60 60 2. Αρχηγός Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας ? 60 50 3. Αρχηγός Τακτικής Αεροπορίας ? 50 40 4. Διοικητής Αεροπορικής Διοίκησης ? 50 40 5. Διοικητής Πτέρυγας ? 40 30 6. Διοικητής Σμηναρχίας ? 30 20 7. Διοικητής Μοίρας αυτοτελούς ? 20 15 8. Διοικητής Μοίρας εντεταγμένης ? 20 10 9. Διοικητής Σμήνους 10 8 5 3. Την ως άνω δικαιοδοσία έχουν και οι Διοικητές ισοτίμων κλιμακίων Διοικήσεως. Η ισοτιμία αυτή καθορίζεται από τους ισχύοντες Πίνακες Οργάνωσης ή από τις διαταγές συγκρότησης ή από τους Κανονισμούς Οργάνωσης και Λειτουργίας τους. 4. Πέραν των ανωτέρω, λόγω των καθηκόντων τους, πειθαρχική δικαιοδοσία έχουν και όσοι αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 4, η οποία όμως υπολογίζεται βάσει του πίνακα της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. 5. Η πειθαρχική δικαιοδοσία ασκείται από τους έχοντες αυτή, σε όλους τους υφισταμένους τους Οπλίτες. 6. Δικαιοδοσία επιβολής ποινής υποβιβασμού ή έκπτωσης σε Οπλίτες Θητείας που φέρουν βαθμό Υπαξιωματικού, έχουν για το ΓΕΑ και τις Μονάδες του ο Υπαρχηγός Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας, για το ΑΤΑ και τις Μονάδες του ο Αρχηγός Τακτικής Αεροπορίας και οι Διοικητές Αεροπορικών Διοικήσεων για τις Διοικήσεις και τις Μονάδες τους (άρθρο 21 παρ. 5). Άρθρο 21ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ ΟΠΛΙΤΩΝ ΘΗΤΕΙΑΣ 1. Στο Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας, στο Αρχηγείο Τακτικής Αεροπορίας και στις Αεροπορικές Διοικήσεις λειτουργούν δύο (2) Πειθαρχικά Συμβούλια Οπλιτών Θητείας, το Πρωτοβάθμιο και το Δευτεροβάθμιο, αποτελούμενα από τρεις (3) Αξιωματικούς το καθένα. Στο Πρωτοβάθμιο ο Πρόεδρος είναι βαθμού Επισμηναγού ή Αντισμηνάρχου. Στο Δευτεροβάθμιο και τα τρία (3) μέλη είναι ανώτεροι Αξιωματικοί, από τους οποίους ο Πρόεδρος είναι βαθμού Σμηνάρχου ή Αντισμήναρχος αρχαιότερος του Προέδρου του Πρωτοβαθμίου. 2. Τα Πειθαρχικά Συμβούλια συγκροτούνται σε ετήσια βάση και συγκαλούνται, με διαταγή του Υπαρχηγού Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας, του Αρχηγού Τακτικής Αεροπορίας και των Διοικητών Αεροπορικών Διοικήσεων. Καθήκοντα εισηγητή εκτελεί το νεότερο μέλος του Συμβουλίου. Τα Συμβούλια για να συνεδριάσουν βρίσκονται σε ολομέλεια. Για την επίτευξη αυτής, στη διαταγή συγκρότησης ορίζονται και τρία (3) αναπληρωματικά μέλη. 3. Είναι αρμόδια να αποφασίσουν για τα παρακάτω ζητήματα: α. Υποβιβασμό Οπλίτη Θητείας Υπαξιωματικού. β. Έκπτωση Οπλίτη Θητείας Υπαξιωματικού. 4. Κάθε Διοικητής, Διευθυντής, Προϊστάμενος Μονάδος ή Υπηρεσίας, ο οποίος κρίνει ότι κάποιος Οπλίτης Θητείας Υπαξιωματικός, από αυτούς που υπηρετούν υπό τις διαταγές του, υπέπεσε σε παράπτωμα το οποίο δικαιολογεί υποβιβασμό ή έκπτωση, υποβάλλει ιεραρχικά στο Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας, στο Αρχηγείο Τακτικής Αεροπορίας, ή στην Αεροπορική Διοίκηση, ανάλογα της υπαγωγής του, σχετική έκθεση, στην οποία αναφέρει λεπτομερώς τους λόγους οι οποίοι συνηγορούν γι’ αυτήν την πρότασή του. Μαζί με την έκθεση υποβάλλονται Αντίγραφο Φύλλου Μητρώου (ΑΦΜ) του Οπλίτη Θητείας Υπαξιωματικού και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο στο οποίο στηρίζεται η πρότασή του (δικογραφία, αναφορές, έγγραφα Αρχών Ασφαλείας κλπ). Όλοι οι ιεραρχικά Προϊστάμενοι του υποβάλλοντος την έκθεση, γνωματεύουν υποχρεωτικά επ’ αυτής. 5. Ο ασκών την πειθαρχική δίωξη (Υπαρχηγός Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας ή Αρχηγός Τακτικής Αεροπορίας ή Διοικητής Αεροπορικής Διοίκησης), εάν κρίνει ότι τα περιστατικά δε δικαιολογούν την επιβολή του υποβιβασμού ή της έκπτωσης, επιβάλλει στον Υπαξιωματικό ελαφρότερη πειθαρχική ποινή. Σε διαφορετική περίπτωση διατάσσει την παραπομπή του στο Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο. 6. Σε ό,τι αφορά στην πράξη παραπομπής, τη σύγκληση του Συμβουλίου, τη συνεδρίαση, τη διάσκεψη και την έκδοση του πρακτικού καθώς και τις προσφυγές, εφαρμόζονται τα καθοριζόμενα στις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για τα Ανακριτικά Συμβούλια του Στρατιωτικού Προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων. 7. Η απόφαση περί υποβιβασμού ή έκπτωσης κοινοποιείται με την Ημερήσια Διαταγή της Μονάδας. Άρθρο 22ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΠΟΙΝΩΝ 1. Σε ό,τι αφορά στην κοινοποίηση και καταχώριση των ποινών των μονίμων και εθελοντών Υπαξιωματικών καθώς και των Επαγγελματιών Οπλιτών, ισχύουν αντίστοιχα τα αναφερόμενα στο άρθρο 18 του παρόντος Κανονισμού. 2. Οι Διοικητές των εντεταγμένων Μοιρών και Σμηνών ενημερώνουν προφορικά τους Οπλίτες Θητείας για τις πειθαρχικές ποινές που τους επιβάλλουν. Στη συνέχεια αναφέρουν τις ποινές που επέβαλαν με την Ημερήσια Αναφορά στο Διοικητή της Μονάδας για καταχώριση στην Ημερήσια Διαταγή. 3. Ο Διοικητής της Μονάδας καταχωρίζει τις ποινές που επιβλήθηκαν, όπως αναφέρθηκαν με τις Ημερήσιες Αναφορές στην Ημερήσια Διαταγή της Μονάδας, μαζί με τις ποινές που τυχόν επιβλήθηκαν τόσο από τον ίδιο, όσο και από άλλα προϊστάμενα κλιμάκια. 4. Οι Φρούραρχοι και οι Στρατοπεδάρχες κοινοποιούν τις ποινές που επιβάλλονται από αυτούς σε Οπλίτες Θητείας με τις Ημερήσιες Διαταγές Φρουραρχείου και Στρατοπέδου αντίστοιχα. 5. Οι ποινές φυλάκισης, που επιβάλλονται στους Οπλίτες θητείας, κοινοποιούνται από τη Μονάδα στο Στρατολογικό Γραφείο στο οποίο υπάγονται στρατολογικά οι τιμωρούμενοι. 6. Οι ποινές στερήσεως εξόδου που επιβάλλονται από το Διοικητή Σμήνους καταχωρίζονται στην Ημερήσια Διαταγή του Σμήνους. Όλες οι υπόλοιπες ποινές των Οπλιτών Θητείας καταχωρίζονται στην Ημερήσια Διαταγή της Μονάδας. 7. Εκτός από την Ημερήσια Διαταγή, οι ποινές που επιβάλλονται στους Οπλίτες Θητείας καταχωρίζονται και στο αντίστοιχο τμήμα του Ατομικού Φακέλου Οπλίτη. Σε αυτό καταχωρίζεται το είδος της ποινής, η διάρκειά της, αυτός που την επέβαλε και ολόκληρη η αιτιολογία. ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ ΜΕΤΑΤΡΟΠΕΣ ΠΟΙΝΩΝ - ΠΑΡΑΠΟΝΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄ ΜΕΤΑΤΡΟΠΕΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΩΝ ΠΟΙΝΩΝ , ΠΑΡΑΠΟΝΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Άρθρο 23ΕΠΑΥΞΗΣΗ - ΜΕΙΩΣΗ - ΑΡΣΗ - ΔΙΑΚΟΠΗ - ΑΚΥΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΚ ΝΕΟΥ ΕΠΙΒΟΛΗ - ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΕΚΤΙΣΗΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΩΝ ΠΟΙΝΩΝ 1. Κάθε κλιμάκιο Διοίκησης, ανώτερο αυτού που επέβαλε μια ποινή, μπορεί να την επαυξήσει, εάν κρίνει ότι η φύση του παραπτώματος, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε αυτό, η προηγούμενη διαγωγή του τιμωρημένου ή η ανάγκη καταστολής συχνών παρόμοιων παραπτωμάτων, επιβάλλουν πιο αυστηρή ποινή. Επισημαίνεται ότι με τον όρο επαύξηση εννοείται και η μετατροπή της ποινής σε αυστηρότερη. 2. Αυτός που επιβάλλει μια ποινή μπορεί να τη μειώσει ή να την άρει εάν από νεώτερη εξέταση διαπιστωθεί ότι η αρχική απόφαση στηρίχτηκε σε λανθασμένες ή ατελείς πληροφορίες. Η άρση ή μείωση της ποινής πρέπει να γίνει σε τριάντα (30) μέρες από την ημερομηνία που επιβλήθηκε, υπό την επιφύλαξη της παρ. 5 του παρόντος άρθρου. Μετά την παρέλευση του ως άνω διαστήματος, δικαίωμα άρσης ή μείωσης της ποινής έχει μόνο ο προϊστάμενος αυτού που την επέβαλε, μετά από αναφορά του τελευταίου. Επισημαίνεται ότι με τον όρο μείωση εννοείται και η μετατροπή της ποινής σε ελαφρότερη. 3. Κάθε επίπεδο Διοίκησης, ανώτερο αυτού που επέβαλε μια ποινή, όταν κρίνει από το αιτιολογικό της ότι είναι δυσανάλογα αυστηρή, διατάσσει να υποβληθούν περισσότερα στοιχεία. Εάν από αυτά κριθεί ότι η επιβληθείσα ποινή είναι αυστηρή ή αβάσιμη, υποδεικνύει σ’ αυτόν που την επέβαλε τους λόγους οι οποίοι συνηγορούν για τη μείωση ή την άρση της ποινής, προκειμένου να μειώσει ή να άρει την ποινή αυτός που την επέβαλε. Στην περίπτωση που ο τελευταίος δεν πείθεται, τότε ο προϊστάμενος Διοικητής μειώνει ή αίρει ο ίδιος την ποινή και δύναται να τιμωρήσει αυτόν που την επέβαλε, εάν θεωρήσει ότι λόγοι προσωπικοί επηρέασαν την κρίση του. 4. Διακοπή εκτίσεως ποινής Οπλίτη Θητείας απαγορεύεται, εκτός εάν συντρέχουν λόγοι υγείας ή άλλοι σοβαροί λόγοι, που πιστοποιούνται με επίσημα έγγραφα. Για την περίπτωση λόγων υγείας, δικαίωμα διακοπής εκτίσεως έχει ο Διοικητής της Μονάδας, μετά από υποβολή σε αυτόν ιατρικής γνωμάτευσης. Για τους λοιπούς σοβαρούς λόγους, δικαίωμα διακοπής εκτίσεως έχει ο Διοικητής της Μονάδας, εφόσον η ποινή επιβλήθηκε από αυτόν ή από υφιστάμενο σε αυτόν επίπεδο Διοίκησης. Εάν η ποινή έχει επιβληθεί από προϊστάμενο Διοικητή, υποβάλλονται σε αυτόν τα σχετικά δικαιολογητικά, προκειμένου να λάβει τη σχετική απόφαση. Το υπόλοιπο ποινής που διακόπηκε εκτίεται μόλις εκλείψουν οι λόγοι που επέβαλαν τη διακοπή. 5. Σε περίπτωση ακύρωσης από Διοικητικό Δικαστήριο για τυπικούς λόγους της επιβληθείσας πειθαρχικής ποινής, είναι δυνατόν να επιβληθεί νέα με τα ίδια πραγματικά περιστατικά, αφού τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία. 6. Αν εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση, αθωωτική ή καταδικαστική ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα μπορεί να επαναληφθεί η διαδικασία μετά την επιβολή της πειθαρχικής ποινής, είτε αυτεπαγγέλτως είτε ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου, υποβαλλόμενη εντός διμήνου από την ημερομηνία, κατά την οποία η ποινή και το βούλευμα κατέστησαν αμετάκλητα. Στην περίπτωση αυτή, η πειθαρχική διαδικασία πρέπει να ολοκληρωθεί εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών, από την υποβολή της σχετικής αίτησης του ενδιαφερόμενου, όταν δε κινείται αυτεπαγγέλτως από την Υπηρεσία, από την κοινοποίηση στη Διοίκηση της ανωτέρω αμετάκλητης ποινής ή βουλεύματος. 7. Απαλλαγή εκτίσεως του υπόλοιπου των πειθαρχικών ποινών, πλην των καταστατικών, διατάσσεται μόνο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με την ευκαιρία Εθνικών εορτών ή ευτυχών Εθνικών γεγονότων. Άρθρο 24ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΠΑΡΑΠΟΝΩΝ 1. Κάθε Στρατιωτικός δικαιούται να παραπονεθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται σ’ αυτό το Κεφάλαιο, εάν θεωρήσει τον εαυτόν του αδικούμενο από διαταγή που του δόθηκε ή από κάποια ενέργεια ή μέτρο των προϊσταμένων του, αφού προηγούμενα υπακούσει και συμμορφωθεί πλήρως στη διαταγή ή τα μέτρα που λήφθηκαν, εκτός από την περίπτωση που αυτά αποβλέπουν φανερά στην κατάλυση του Συντάγματος ή συνιστούν τέλεση προφανούς παράνομης πράξης. Χωρίς αυτόν τον όρο, δε γίνεται δεκτό το παράπονό του και έχει ακέραιη την ευθύνη από τη μη υπακοή ή μη συμμόρφωσή του, έστω και αν αποδειχθεί ότι είχε δίκιο. 2. Αναστολή εκτέλεσης διαταγής ή έκτισης επιβληθείσας ποινής για εξέταση παραπόνων, απαγορεύεται. Μόνο μετά την εκτέλεση της διαταγής ή την έναρξη έκτισης της ποινής, μπορεί να γίνει δεκτό το παράπονο. 3. Υποβολή μόνο ατομικών παραπόνων επιτρέπεται, δηλαδή για αδικία που έγινε στον παραπονούμενο και όχι σ’ άλλον ή άλλους. Κατά συνέπεια υποβολή παραπόνων εκ μέρους άλλου ή για υπεράσπιση άλλου απαγορεύεται. 4. Κάθε παράπονο υποβάλλεται ιεραρχικά, με υποβολή έγγραφης αναφοράς από τους Αξιωματικούς, Ανθυπασπιστές, μόνιμους ή εθελοντές Υπαξιωματικούς καθώς και τους Επαγγελματίες Οπλίτες και προφορικά από τους Οπλίτες Θητείας. Τα παράπονα των Οπλιτών Θητείας καταχωρίζονται στο Αναφορείο που τηρείται στις Μονάδες. Στο ίδιο βιβλίο καταχωρίζονται και οι απαντήσεις επί των παραπόνων, και λαμβάνει ενυπόγραφα γνώση ο παραπονούμενος. 5. Τα παράπονα υποβάλλονται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την ημέρα, που ο παραπονούμενος έλαβε γνώση της διαταγής ή της ενέργειας από την οποία κρίνει ότι αδικείται. Πέραν της προθεσμίας αυτής, τα παράπονα δεν εξετάζονται επί της ουσίας ως εκπρόθεσμα υποβληθέντα. Η ίδια προθεσμία των δεκαπέντε (15) ημερών ισχύει και για την εκ νέου υποβολή παραπόνων, στην περίπτωση κατά την οποία ο παραπονούμενος δεν έμεινε ικανοποιημένος από την απάντηση που του δόθηκε στα παράπονά του (άρθρο 25 παρ. 7). Άρθρο 25ΥΠΟΒΟΛΗ ΚΑΙ ΕΞΕΤΑΣΗ ΠΑΡΑΠΟΝΩΝ 1. Ο παραπονούμενος στην έγγραφη ή προφορική διατύπωση του παραπόνου του, εκφράζεται με το σεβασμό που αρμόζει και εκθέτει μόνο τα περιστατικά που συνιστούν το παράπονό του, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις για ανωτέρους του. 2. Η υποβολή αναφοράς που αφορά σε θέματα εξέλιξης ή σε θέματα που αναφέρονται στη στάση ή στις ενέργειες - παραλείψεις της Διοίκησης, δεν συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα, εφόσον η παράθεση επιχειρημάτων είναι διατυπωμένη με τον πρέποντα σεβασμό, με γλωσσική εγκράτεια, δεν περιέχονται ανακρίβειες και δε θίγεται το υπηρεσιακό απόρρητο. 3. Κάθε Διοικητής δέχεται το παράπονο κάθε υφισταμένου του, εκτός της περίπτωσης που αυτό υποβάλλεται κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 24 παρ. 5 του παρόντος Κανονισμού. 4. Εάν ο παραπονούμενος, κατά τη διατύπωση του παραπόνου του, δείχνει έλλειψη σεβασμού, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, το παράπονο γίνεται δεκτό και εξετάζεται, έπειτα όμως ασκείται πειθαρχικός έλεγχος στον παραπονούμενο για την έλλειψη σεβασμού ή για άλλες παραβάσεις που έγιναν με την αναφορά. Επισημαίνεται ότι οι διαδικασίες άσκησης του πειθαρχικού ελέγχου αρχίζουν, αφού δοθεί στον παραπονούμενο η τελική απάντηση της Υπηρεσίας επί του παραπόνου του. 5. Ο Διοικητής ο οποίος δέχεται το παράπονο και είναι αρμόδιος να το κρίνει, το εξετάζει και εάν διαπιστώσει ότι είναι βάσιμο, ικανοποιεί τον παραπονούμενο. Εάν το κρίνει αβάσιμο, εξηγεί στον παραπονούμενο τους λόγους για τους οποίους το παράπονό του είναι αβάσιμο. Η απάντηση στα παράπονα δίνεται γραπτά στους Αξιωματικούς, Ανθυπασπιστές, μόνιμους και εθελοντές Υπαξιωματικούς και Επαγγελματίες Οπλίτες, προφορικά δε στους Οπλίτες Θητείας. Σε καμία περίπτωση δεν εξετάζονται παράπονα από ενδιάμεσα κλιμάκια και πριν αυτά τεθούν σ’ αυτόν που έχει το δικαίωμα να αποφασίσει. Υποχρεούνται όμως τα κλιμάκια αυτά να διατυπώνουν τυχόν παρατηρήσεις σχετικά με αυτά. 6. Για την εξέταση του παραπόνου γίνεται απλή διερεύνηση. Έγγραφη διαδικασία [π.χ. με διενέργεια ΑΔΕ (Απλή Διοικητική Εξέταση), ΕΔΕ] πρέπει να αποφεύγεται, εκτός των περιπτώσεων που είναι δύσκολη η εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών ή εάν κατά την εξέταση προκύπτουν ενδείξεις για διάπραξη ποινικών αδικημάτων, οπότε ακολουθείται η προβλεπόμενη από το ΣΠΚ διαδικασία, ή βαρέων πειθαρχικών παραπτωμάτων τα οποία τιμωρούνται με καταστατικές πειθαρχικές ποινές. 7. Εάν ο παραπονούμενος Αξιωματικός, Ανθυπασπιστής, μόνιμος και εθελοντής Υπαξιωματικός ή Επαγγελματίας Οπλίτης δεν πείθεται από την απάντηση του Διοικητή, μπορεί να υποβάλλει εκ νέου τα παράπονά του, προκειμένου να προωθηθούν στην αμέσως προϊστάμενη αρχή. Ο Διοικητής δέχεται το παράπονο, δεν έχει δικαίωμα να το κρίνει και το υποβάλλει με τις παρατηρήσεις του στον ιεραρχικά προϊστάμενο Διοικητή του. 8. Στην περίπτωση που ο παραπονούμενος είναι Οπλίτης Θητείας, μπορεί να ζητήσει να παρουσιασθεί στον προϊστάμενο Διοικητή, εφόσον δεν πρόκειται για επίπεδο Διοίκησης ανώτερο της Μονάδας. Τα παράπονα Οπλίτη Θητείας σε επίπεδο Διοίκησης ανώτερο της Μονάδας εξετάζονται από το Διευθυντή της Διεύθυνσης Προσωπικού του μείζονος σχηματισμού στον οποίο υπάγεται η Μονάδα. 9. Η εξέταση των παραπόνων σε δεύτερο βαθμό από τον Προϊστάμενο Διοικητή αυτού που επέβαλε την ποινή γίνεται όπως περιγράφεται στις ανωτέρω 4, 5 & 6 παραγράφους. Εάν ο παραπονούμενος δεν πεισθεί και πάλι από την απάντηση που θα του δοθεί, μπορεί να ζητήσει με νέα αναφορά του την εξέταση των παραπόνων του από την αμέσως προϊστάμενη αρχή. 10. Το ανώτερο κλιμάκιο στο οποίο μπορούν να προωθηθούν προς εξέταση παράπονα Στρατιωτικού προσωπικού είναι ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας, η απόφαση του οποίου αποτελεί την τελική απάντηση της Υπηρεσίας. 11. Η εξέταση των παραπόνων και η απάντηση στον παραπονούμενο δίνεται εντός δέκα (10) ημερών από το πρώτο κλιμάκιο και εντός είκοσι (20) ημερών από την ημερομηνία που θα περιέλθουν τα παραπονά του στον αρμόδιο φορέα καθενός από τα επόμενα κλιμάκια στα οποία αυτός τυχόν προσφεύγει. Οι ως άνω προθεσμίες μπορούν να αυξηθούν εφόσον κρίνεται απαραίτητο για τη συγκέντρωση στοιχείων σχετικά με την υπόθεση, ενέργεια για την οποία ενημερώνεται εγγράφως ο παραπονούμενος το αργότερο πέντε (5) ημέρες πριν από τη λήξη της προθεσμίας. Η εξέταση των παραπόνων και η απάντηση επ’ αυτών δεν μπορεί να υπερβαίνει τις πενήντα (50) ημέρες σε κάθε περίπτωση. 12. Η υποβολή παραπόνων ακολουθεί την ιεραρχική οδό. Στην περίπτωση που λόγω μεταθέσεως ο παραπονούμενος δεν τελεί υπό τις διαταγές του Διοικητή ο οποίος του επέβαλε την ποινή, τότε τα παράπονά του προωθούνται ιεραρχικά μέχρι τον προϊστάμενο Διοικητή που είναι άμεσος ή έμμεσος προϊστάμενος και των δύο. Αυτός, αφού ζητήσει και λάβει την άποψη του Διοικητή που επέβαλε την ποινή, εξετάζει τα παράπονα και αποφασίζει σχετικά. 13. Σε περίπτωση υπέρβασης ιεραρχίας κατά την υποβολή παραπόνων, ο προϊστάμενος Διοικητής στον οποίο απευθύνθηκε το παράπονο, εξετάζει αυτό επί της ουσίας και δίνει απάντηση στον παραπονούμενο. Στη συνέχεια δύναται να κινηθεί η διαδικασία πειθαρχικού ελέγχου του παραπονούμενου από το Διοικητή προς τον οποίο, ή δια του οποίου, αυτός όφειλε να υποβάλει το παράπονό του, εφόσον έχει δοθεί έγκριση προς τούτο από τον προϊστάμενο Διοικητή. 14. Η υπέρβαση της ιεραρχίας δεν έχει επιπτώσεις για τον παραπονούμενο μόνο όταν αυτός δεν πήρε καμία απάντηση για τα παράπονά του μετά την πάροδο των προθεσμιών που αναφέρονται στην παράγραφο 11. Στην περίπτωση αυτή ο παραπονούμενος μπορεί να απευθυνθεί στην αμέσως προϊστάμενη Αρχή εκείνης που δεν του απάντησε, κοινοποιώντας την ενέργειά του αυτή στην αρχή η οποία δεν του απάντησε. 15. Κατά τη διενέργεια τακτικών διοικητικών επιθεωρήσεων από τις Διοικήσεις, το ΑΤΑ και το ΓΕΑ, ο επικεφαλής μπορεί να εξετάσει κατά την κρίση του απευθείας παράπονο ή αίτημα Αξιωματικού, Ανθυπασπιστή ή Οπλίτη, αφού λάβει υπόψη του τις απαντήσεις που του έχουν δοθεί, εκτός των περιπτώσεων που έχει δοθεί τελική απάντηση της Υπηρεσίας σύμφωνα με την παράγραφο 10. ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄ ΤΗΡΗΣΗ – ΙΣΧΥΣ Άρθρο 26ΕΥΘΥΝΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ 1. Όλοι οι Διοικητές, σε όλη την κλίμακα της Ιεραρχίας, είναι υπεύθυνοι για την ακριβή τήρηση των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού. 2. Οι διαταγές και οι οδηγίες, που δίνονται με σκοπό την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του Κανονισμού, κυριαρχούνται από το πνεύμα και το σκοπό των διατάξεων αυτών. 3. Οι Αξιωματικοί ερμηνεύουν τις διατάξεις του Κανονισμού με βάση τη λογική, με οδηγό το συμφέρον της Υπηρεσίας και έχουν υπόψη τους ότι αυτές δεν αφήνουν περιθώρια για εξαιρέσεις. Άρθρο 27ΙΣΧΥΣ 1. Ο παρών Κανονισμός ισχύει για όλους τους Στρατιωτικούς που υπηρετούν σε Μονάδες, Υπηρεσίες και Μείζονες Σχηματισμούς της Πολεμικής Αεροπορίας, σε Νομικά Πρόσωπα και Οργανισμούς που συνδέονται με σχέση διοικητικής εξάρτησης με την Πολεμική Αεροπορία, καθώς και σε οποιαδήποτε Πολιτική Υπηρεσία. 2. Ο παρών Κανονισμός τίθεται σε ισχύ δύο (2) μήνες μετά από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Από την ίδια ημερομηνία καταργείται το π.δ. 178/1977 «Περί κυρώσεως Κανονισμού Πειθαρχίας της Ελληνικής Αεροπορίας», καθώς και κάθε διάταξη άλλου Κανονισμού που είναι αντίθετη με διάταξη του παρόντος. Στον Υπουργό Εθνικής Άμυνας αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος διατάγματος.
  • Τις διατάξεις του άρθρου 5 (παρ. 17 περ. α, β και γ) και 17 (παρ. 1 περ. ι) του ν. 2292/1995 «Οργάνωση και Λειτουργία Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, διοίκηση και έλεγχος των Ενόπλων Δυνάμεων και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄35).
  • Τη υπ’ αριθμ. Δ15/2009 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, μετά από πρόταση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας,
  • Την υπ’ αριθμ. 131/4.6.2008 Γνωμοδότηση του Ανώτατου Αεροπορικού Συμβουλίου.
  • Την υπ’ αριθμ. Φ.454/8/ΑΔ.451492/Σ.331/26.6.2008/ΓΕΑ/Β3/2, εισήγηση του Αρχηγού Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας.
  • Τις διατάξεις του άρθρου 90 του π.δ. 63/2005 (Α’ 98).
  • Το γεγονός ότι από την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος δεν προκαλείται οικονομική επιβάρυνση στον Κρατικό Προϋπολογισμό,
Ημερομηνία Τίτλος ΦΕΚ
2009-06-01 Κύρωση Κανονισμού ΠειθαρχίαςΠολεμικής Αεροπορίας
Τροποποίηση Τύπος
A/2009/83
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Οργάνωση και λειτουργία Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, διοίκηση και έλεγχος των Ενόπλων Δυνάμεων και άλλες διατάξεις. 1995/2292 1995
Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα. 2005/63 2005
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία