Πειθαρχικός έλεγχος μελετητών, γραφείων μελετών και των στελεχών τους.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Άρθρο 1 "Για την εφαρμογή του παρόντος διατάγματος οι παρακάτω όροι έχουν την ακόλουθη έννοια:"
1.  
    «Μελετητής» είναι το φυσικό πρόσωπο που κατέχει πτυχίο μελετητή κατά την έννοια του άρθρου 39 του ν. 3316/2005, όπως ισχύει κάθε φορά και δραστηριοποείται στην εκπόνηση μελετών και παροχή υπηρεσιών του νόμου αυτού, είτε διατηρώντας Γραφείο Μελετών επ΄ ονόματί του, είτε στελεχώνοντας εταιρεία/γραφείο μελετών, περιλαμβανόμενος στο δυναμικό της.
2.  
    «Γραφείο ή Εταιρεία μελετών» είναι η κατέχουσα αντίστοιχο πτυχίο επιχείρηση εκπόνησης μελετών ή παροχής υπηρεσιών του ν. 3316/2005, που συγκροτείται κατά το άρθρο 39 του νόμου αυτού, όπως ισχύει κάθε φορά. Οι όροι «εταιρεία» και «γραφείο» μελετών έχουν για τις ανάγκες του παρόντος διατάγματος την ίδια έννοια.
3.  
    «Αποφασίζοντα στελέχη» είναι τα στελέχη που ασκούν τις αποφασιστικές αρμοδιότητες των εταιρειών/γραφείων μελετών και προσδιορίζονται στο άρθρο 39 παρ. 3 περ. β΄ του ν. 3316/2005.
4.  
    «Αρμόδια Υπηρεσία» είναι η Διεύθυνση Μητρώων και Τεχνικών Επαγγελμάτων (Δ 15) της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, ή οποιαδήποτε άλλη υπηρεσιακή μονάδα ορισθεί ως αρμόδια για την τήρηση των Μητρώων Μελετητών και Γραφείων/Εταιρειών Μελετών
Άρθρο 2
1.  
    Στους μελετητές, στις εταιρείες/γραφεία μελετών και στα στελέχη τους ασκείται από τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων πειθαρχικός έλεγχος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος
2.  
    Η αρμόδια υπηρεσία τηρεί ιδιαίτερα Βιβλία Πειθαρχικών Αδικημάτων (Β.Π.Α.), α) για τους μελετητές και β) τις εταιρείες/γραφεία μελετών. Στα Βιβλία καταχωρούνται, με χρονολογική σειρά, τα στοιχεία των μελετητών και των εταιρειών/γραφείων Μελετών αντίστοιχα που τιμωρήθηκαν πειθαρχικά, τα αδικήματα και οι επιβληθείσες ποινές. Με βάση τις εγγραφές στα Β.Π.Α. ανοίγεται φάκελος για τους πειθαρχικώς διωκόμενους (φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις) που περιέχει όλα τα έγγραφα τεκμήρια της πειθαρχικής διαδικασίας. Περίληψη των σχετικών αποφάσεων αποστέλλεται στο αρμόδιο επιμελητήριο για την ενημέρωση των οργάνων του.
3.  
    Πειθαρχικά αδικήματα για τα οποία ασκείται πειθαρχικός έλεγχος στους Μελετητές και τις Εταιρείες Μελετών, είναι τα αναφερόμενα ιδίως στην παρ. 2 του άρθρου 40 του ν. 3316/2005, αλλά και κάθε υπαίτια αντισυμβατική πράξη ή παράλειψη του αναδόχου μελετητή ή της εταιρείας/γραφείου μελετών, καθώς και αυτά που διαπράττονται στο όνομα εταιρείας/γραφείου μελετών από τα στελέχη με αποφασιστικές αρμοδιότητες, είτε και από άλλα στελέχη των εταιρειών/γραφείων μελετών, εφόσον τους βαρύνουν προσωπικά. Ο πειθαρχικός έλεγχος ασκείται σωρευτικά στις εταιρείες/γραφεία και στα στελέχη τους.
4.  
    Δυστροπία επανόρθωσης ελλιπούς ή εσφαλμένης μελέτης κατά την έννοια της περ. β΄ της παρ. 2 του άρθρου 40 ν. 3316/2005 στοιχειοθετείται μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας ενστάσεως ή την απόρριψη της ασκηθείσας ενστάσεως κατά της ειδικής διαταγής της παρ. 4 του άρθρου 31 του ν. 3316/2005, όπως κάθε φορά ισχύει.
5.  
    Η πειθαρχική ευθύνη των μελετητών και των εταιρειών/γραφείων μελετών λήγει σε περίπτωση διαγραφής τους από το αντίστοιχο Μητρώο και καταργούνται τυχόν εκκρεμείς πειθαρχικές διαδικασίες, εκτός αν εντός τριών ετών επανεγγραφεί το ίδιο πρόσωπο, οπότε στην περίπτωση αυτή η πειθαρχική διαδικασία συνεχίζεται από το σημείο που διακόπηκε και ο χρόνος που μεσολάβησε δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής. Η διαπιστωθείσα ευθύνη των μελετητών που στελεχώνουν εταιρείες/γραφεία μελετών είναι ατομική και διατηρείται σε περίπτωση διαγραφής από το Μητρώο της εταιρείας. Σε περίπτωση μετατροπής ή καθολικής διαδοχής της πειθαρχικώς υπεύθυνης εταιρείας/γραφείου μελετών, ευθύνεται αντίστοιχα η νέα εταιρεία/γραφείο ή η καθολική διάδοχος, εφόσον είναι γραμμένη στο Μητρώο Εταιρειών Μελετών.
Άρθρο 3
1.  
    Για την εκτίμηση της βαρύτητας και την επιβολή των πειθαρχικών και παρεπόμενων χρηματικών ποινών που προβλέπονται στις παρ. 3 και 4 του άρθρου 40 του ν. 3316/2005 λαμβάνεται υπόψη ιδίως α) η βαρύτητα του αδικήματος και τα ιδιαίτερα περιστατικά της διάπραξής του, β) η τυχόν διάπραξη και άλλων πειθαρχικών αδικημάτων από το ίδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο κατά το παρελθόν και γ) οι συνέπειες που συνεπάγεται το αδίκημα για την αναθέτουσα αρχή ή τον εργοδότη της σύμβασης.
2.  
    Η ποινή του προσωρινού αποκλεισμού από τους διαγωνισμούς κατά την περ. α΄ της παρ. 3 του άρθρου 40 ν. 3316/2005, μετά την έκτισή της δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού του μελετητή ή της εταιρείας/γραφείου μελετών από διαγωνισμούς, κατά την έννοια του άρθρου 16 παρ. 2 του ν. 3316/2005, όπως ισχύει κάθε φορά.
4.  
    Η ποινή του υποβιβασμού από την τάξη εγγραφής του μελετητή ή εταιρείας/γραφείου μελετών κατά την περ. β΄ της παρ. 3 του άρθρου 40 ν. 3316/2005, αφορά όλες τις κατηγορίες του πτυχίου και στερεί από τον τιμωρηθέντα μελετητή ή εταιρεία/γραφείο το δικαίωμα προαγωγής του πτυχίου τους, για χρονικό διάστημα δύο ετών από την επιβολή της ποινής. Κατά τα λοιπά η ποινή δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού τους από τους διαγωνισμούς κατά την έννοια του άρθρου 16 παρ. 2 του ν. 3316/2005, όπως ισχύει κάθε φορά.
5.  
    Σε περίπτωση προσωρινής ή οριστικής διαγραφής από τα μητρώα έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του π.δ. που προβλέπεται στο άρθρο 39 παρ. 7 του ν. 3316/2005. Η ποινή της προσωρινής διαγραφής μετά την έκτισή της, καθώς και τα αδικήματα που παραγράφηκαν κατά το άρθρο 4 δεν αποτελούν κωλύματα συμμετοχής στους διαγωνισμούς για την ανάθεση συμβάσεων του ν. 3316/2005, ή στελέχωσης εταιρειών/γραφείων μελετών.
6.  
    Η ποινή της οριστικής διαγραφής αποτελεί διαρκές κώλυμα επανεγγραφής στο μητρώο
Άρθρο 4 "Παραγραφή"
1.  
    Οι πειθαρχικές παραβάσεις των μελετητών και των εταιρειών/γραφείων μελετών παραγράφονται με την παρέλευση δύο ετών από την τέλεσή τους, εφόσον κατά το διάστημα αυτό δεν ασκηθεί πειθαρχική δίωξη, η οποία διακόπτει την παραγραφή. Νέα διετής παραγραφή αρχίζει την επόμενη ημέρα της πειθαρχικής δίωξης. Η πειθαρχική διαδικασία πρέπει να ολοκληρωθεί, με την έκδοση της απόφασης του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, πριν τη συμπλήρωση της νέας παραγραφής.
Άρθρο 5
1.  
    Για την ίδια πειθαρχική παράβαση, μπορεί να ασκηθεί πειθαρχική δίωξη και να επιβληθεί ποινή στον ίδιο μελετητή ή στην ίδια εταιρεία/γραφείο μελετών μόνο μια φορά. Η κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας και η επιβολή ποινής στην εταιρεία/γραφείο μελετών δεν αποτελεί κώλυμα για την πειθαρχική δίωξη του υπαίτιου στελέχους και αντίστροφα.
2.  
    Με την πειθαρχική απόφαση επιβάλλεται, έστω κι αν η δίωξη αφορά περισσότερα αδικήματα, μία μόνο ποινή. Με την ίδια απόφαση επιβάλλεται και η παρεπόμενη χρηματική κύρωση της παρ. 4 του άρθρου 40 του ν. 3316/2005.
Άρθρο 6
1.  
    Συνιστώνται Πρωτοβάθμιο και Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικά Συμβούλια. Τα μέλη των συμβουλίων ορίζονται με διετή θητεία, που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του επόμενου έτους. Ειδικά, η πρώτη θητεία των μελών των ως άνω συμβουλίων αρχίζει από την ημερομηνία δημοσίευσης της αποφάσεως συγκρότησης και λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 2010.
2.  
    Το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο εκδικάζει σε πρώτο βαθμό τις πειθαρχικές παραβάσεις των μελετητών, των εταιρειών/γραφείων μελετών και των στελεχών τους και αποτελείται από:
  1. Ένα τεχνικό υπάλληλο, κατηγορίας ΠΕ, με βαθμό Διευθυντή της Γ.Γ.Δ.Ε. του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., ως Πρόεδρο.
  2. Δύο τεχνικούς υπαλλήλους του κλάδου ΠΕ της Γ.Γ.Δ.Ε. του ΥΠΕΧΩΔΕ.
  3. Έναν Δικαστικό Αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που υπηρετεί στο Γραφείο Νομικού Συμβούλου της Γ.Γ.Δ.Ε. του ΥΠΕΧΩΔΕ, με τον αναπληρωτή του, ο οποίος μπορεί να είναι πτυχιούχος του Νομικού Τμήματος ανωτάτου εκπαιδευτικού ιδρύματος που υπηρετεί στη Γ.Γ.Δ.Ε. του ΥΠΕΧΩΔΕ.
  4. Έναν εκπρόσωπο του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας
  5. Έναν εκπρόσωπο του Συλλόγου Μελετητών Ελλάδος (Σ.Μ.Ε.) και.
  6. Έναν εκπρόσωπο του Συνδέσμου Ελληνικών Γραφείων Μελετών (Σ.Ε.Γ.Μ.) Ο εκπρόσωπος του Σ.Μ.Ε. αναπληρώνεται από ένα εκπρόσωπο του Συλλόγου Μελετητών Δημοσίων Έργων Κεντρικής Μακεδονίας (Σ.ΜΕ.Δ.Ε.ΚΕ.Μ.), ο οποίος ασκεί καθήκοντα τακτικού μέλους όταν πρόκειται για αδικήματα μελετητών ή εταιρειών μελετών με έδρα την Μακεδονία και Θράκη αναπληρούμενος αντίστοιχα από το μέλος του Σ.Μ.Ε.
3.  
    Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, εκδικάζει τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου και αποτελείται από:
  1. Ένα τεχνικό υπάλληλο, με βαθμό Γενικού Διευθυντή της Γ.Γ.Δ.Ε. του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., ως Πρόεδρο.
  2. Τον προϊστάμενο του Γραφείου Νομικού Συμβούλου στη ΓΓΔΕ, με αναπληρωτή του Νομικό Σύμβουλο ή τον αρχαιότερο Πάρεδρο στο ίδιο Γραφείο
  3. Δύο τεχνικούς υπαλλήλους, κατηγορίας ΠΕ, με βαθμό Διευθυντού της ΓΓΔΕ του ΥΠΕΧΩΔΕ
  4. Έναν εκπρόσωπο του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας
  5. Έναν εκπρόσωπο του Συλλόγου Μελετητών Ελλάδος (Σ.Μ.Ε.) και.
  6. Έναν εκπρόσωπο του Συνδέσμου Ελληνικών Γραφείων Μελετών (Σ.Ε.Γ.Μ.) Το τελευταίο εδάφιο της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται και στην συγκρότηση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου.
4.  
    Με την απόφαση συγκρότησης των Συμβουλίων, η οποία εκδίδεται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων ΄Εργων ορίζονται τα υπηρεσιακά στελέχη (Πρόεδρος και μέλη) με τους αναπληρωτές τους και οι εκπρόσωποι του Τ.Ε.Ε., του Σ.Μ.Ε., του Σ.Ε.Γ.Μ. και του Σ.ΜΕ.Δ.Ε.ΚΕ.Μ., που υποδεικνύονται με τους αναπληρωτές τους από τους φορείς αυτούς μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την κοινοποίηση σχετικής πρόσκλησης της αρμόδιας υπηρεσίας. Αν η προθεσμία παρέλθει άπρακτη, ο Υπουργός ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. ορίζει τα μέλη αυτά και χωρίς υπόδειξη, με την απόφασή του.
5.  
    Κατά τη διάρκεια της θητείας των μελών των Συμβουλίων επιτρέπεται αντικατάσταση μέλους κατά τα οριζόμενα στην παρ. 6 του άρθρου 13 του ν. 2690/1999 «Κύρωση του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και άλλες διατάξεις», όπως ισχύει κάθε φορά. Σε περίπτωση αντικατάστασης μέλους, το νέο μέλος διανύει το υπόλοιπο της θητείας.
6.  
    Για την επιβολή της ποινής της οριστικής διαγραφής απαιτείται ειδική πλειοψηφία πέντε (5) τουλάχιστον μελών του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου. Κατά τα λοιπά ως προς τα κωλύματα και τη διαδικασία εξαίρεσης, τη συγκρότηση, λειτουργία και λήψη των αποφάσεων του Πρωτοβάθμιου και Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις των άρθρων 7, 13, 14 και 15 του ν. 2690/1999, όπως κάθε φορά ισχύουν.
7.  
    Καθήκοντα Γραμματέα των Συμβουλίων εκτελούν υπάλληλοι της Γ.Γ.Δ.Ε., που ορίζονται με τον αναπληρωτή τους από τον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. Η γραμματειακή και τεχνική υποστήριξη των συμβουλίων παρέχεται από την αρμόδια υπηρεσία.
Άρθρο 7
1.  
    Τα όργανα των υπηρεσιών και φορέων που αναθέτουν και εκτελούν συμβάσεις του ν. 3316/2005 αναφέρουν στην αρμόδια υπηρεσία τα πειθαρχικά αδικήματα της παρ. 2 του άρθρου 2 που υποπίπτουν στην αντίληψή τους. Την αυτή υποχρέωση έχουν η Προϊσταμένη Αρχή κατά τη διάρκεια της ανάθεσης και εκτέλεσης των συμβάσεων, ο Πρόεδρος της Επιτροπής Διαγωνισμού για αδικήματα που λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ανάθεσης και η Διευθύνουσα Υπηρεσία κατά την εκτέλεση των συμβάσεων.
2.  
    Η αναφορά περιλαμβάνει τα στοιχεία του μελετητή ή της εταιρείας/γραφείου που διέπραξαν την παράβαση, περιγραφή της παράβασης, συνοπτική αναφορά του τρόπου με τον οποίο συγκεντρώθηκαν οι πληροφορίες και τα στοιχεία της παράβασης, τα πρόσωπα τα οποία μπορούν να χρησιμεύσουν ως μάρτυρες, τα έγγραφα ή επικυρωμένα αντίγραφα αυτών που συνοδεύουν την παραπομπή και κάθε άλλη σχετική χρήσιμη πληροφορία
Άρθρο 8
1.  
    Αρμόδιο όργανο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης είναι ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Έργων του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., κατόπιν εισηγήσεως του Προϊσταμένου της αρμόδιας υπηρεσίας, ο οποίος προβαίνει σε ουσιαστική εξέταση της αναφοράς του προηγούμενου άρθρου και εισηγείται αιτιολογημένα είτε α) να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο, αν κρίνει ότι είναι παντελώς αβάσιμη, είτε β) να ασκηθεί πειθαρχική δίωξη κατά του υπαίτιου μελετητή ή της εταιρείας μελετών ή και αμφοτέρων, εάν έχει πεισθεί για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων διάπραξης του αδικήματος, είτε γ) να διαταχθεί η διενέργεια περαιτέρω έρευνας, εάν διατηρεί σοβαρές επιφυλάξεις για την επάρκεια των αποδεικτικών στοιχείων. Κατά τη διερεύνηση των συνθηκών της παράβασης ο Προϊστάμενος της αρμόδιας υπηρεσίας μπορεί να ζητήσει την συνδρομή οποιουδήποτε υπαλλήλου της Γ.Γ.Δ.Ε. του ΥΠΕΧΩΔΕ και της αναθέτουσας αρχής.
2.  
    Πριν την υποβολή εισήγησης για άσκηση πειθαρχικής δίωξης, ο κατά την παρ. 1 Προϊστάμενος καλεί τον μελετητή ή την εταιρεία/γραφείο που αφορά η διαδικασία να καταθέσει έγγραφο υπόμνημα, σε προθεσμία εύλογη κατά την κρίση του και πάντως όχι μικρότερη των δεκαπέντε (15) ημερών από την παραλαβή της πρόσκλησης. Ο μελετητής ή η εταιρεία δικαιούται να ζητήσει και να λάβει γνώση όλων των εγγράφων του φακέλου.
3.  
    Εφόσον αποφασίσει τη διεξαγωγή περαιτέρω έρευνας για τη συμπλήρωση και διευκρίνιση των στοιχείων της υπόθεσης, ο Γενικός Γραμματέας ορίζει ως υπεύθυνο για τη διενέργειά της υπάλληλο της αρμόδιας υπηρεσίας, κατηγορίας Π.Ε., ο οποίος προβαίνει στις απαραίτητες κατά την κρίση του ενέργειες για την διαπίστωση της διάπραξης του αδικήματος, όπως ιδίως συλλογή κρίσιμων εγγράφων, αυτοψία, ή και ένορκη εξέταση μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη, κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
4.  
    Η πειθαρχική δίωξη ασκείται μετά την υποβολή του σχετικού υπομνήματος της παρ. 2 του παρόντος, ή την άπρακτη πάροδο της τεθείσας προθεσμίας, με πράξη που συντάσσει η αρμόδια υπηρεσία και υπογράφει ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Έργων του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. Η σχετική πράξη παραπομπής του Γενικού Γραμματέα περιλαμβάνει συνοπτική περιγραφή του πειθαρχικού αδικήματος, τον τόπο, τον χρόνο και τις συνθήκες τέλεσής του και τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η τέλεσή του.
5.  
    Μετά την παραλαβή της πράξης ο Πρόεδρος του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, καθορίζει με πράξη του τον τόπο και την ημερομηνία και ώρα συνεδρίασης και τον εισηγητή της υπόθεσης. Η πράξη αυτή κοινοποιείται μαζί με την πράξη παραπομπής της προηγούμενης παραγράφου στο διωκόμενο φυσικό ή νομικό πρόσωπο με δικαστικό επιμελητή προ είκοσι (20) τουλάχιστον ημερών.
6.  
    Ακολούθως, ο φάκελος της υπόθεσης μεταβιβάζεται από την αρμόδια υπηρεσία στον εισηγητή, προκειμένου να προετοιμάσει την εισήγησή του, η οποία κοινοποιείται προ τριών (3) τουλάχιστον εργασίμων ημερών στα μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου
Άρθρο 9
1.  
    Το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο συνέρχεται την καθορισμένη με την πράξη παραπομπής ημέρα και ώρα και επιλαμβάνεται της υποθέσεως. Κατά τη συνεδρίαση παρίσταται, εφόσον το επιθυμεί, ο διωκόμενος στον οποίο υποβάλλονται ερωτήσεις από τα μέλη του Συμβουλίου και τηρούνται σχετικά πρακτικά. Η τυχόν απουσία του δεν εμποδίζει την πρόοδο της διαδικασίας. Για την παράσταση του διωκόμενου εφαρμόζονται αναλόγως και οι διατάξεις του άρθρου 39 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως ισχύει. Μετά τη διεξαγωγή της αποδεικτικής διαδικασίας και την απολογία του διωκόμενου, το Συμβούλιο συνεχίζει τη συνεδρίασή του την ίδια ή άλλη ημέρα και αποφασίζει για την υπόθεση. Ο διωκόμενος μπορεί να ζητήσει την υποβολή γραπτού απολογητικού υπομνήματος μέσα σε προθεσμία που δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των τριών (3) εργασίμων ημερών. Στην περίπτωση αυτή το Συμβούλιο συνέρχεται για την έκδοση της απόφασης μετά την υποβολή του υπομνήματος ή την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας.
2.  
    Το Πειθαρχικό Συμβούλιο εκτιμά ελεύθερα τα αποδεικτικά στοιχεία και οι αποφάσεις του περιέχουν πλήρη και ειδική αιτιολογία και δεν ανακαλούνται
3.  
    Η πειθαρχική δίωξη που ασκείται στο Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο δεν ανακαλείται, περαιώνεται δε οπωσδήποτε με την έκδοση απόφασης, επιφυλασσομένης της περίπτωσης διαγραφής του διωκόμενου για άλλους λόγους, κατά την παρ. 5 του άρθρου 2.
4.  
    Η απόφαση του Συμβουλίου υπογράφεται από τον εισηγητή και το Γραμματέα και θεωρείται από τον Πρόεδρό του, κοινοποιείται δε με δικαστικό επιμελητή στον πειθαρχικά διωκόμενο. Επίσης διαβιβάζεται στην υπηρεσία που υπέβαλε την αναφορά κατά το άρθρο 7 και στον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και περιλαμβάνεται στο φάκελο του μελετητή ή της εταιρείας, περίληψή της δε καταχωρείται στο Β.Π.Α. κατά την παρ. 2 του άρθρου 2.
Άρθρο 10
1.  
    Οι αποφάσεις του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, η οποία ασκείται με κατάθεσή της στη Διεύθυνση Μητρώων και Τεχνικών Επαγγελμάτων της Γ.Γ.Δ.Ε. του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) μήνα από την κοινοποίησή τους. Με την έφεση η υπόθεση μεταβιβάζεται καθ’ ολοκληρία στο Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο.
2.  
    Δικαίωμα έφεσης κατά της απόφασης έχουν ο μελετητής και η εταιρεία/γραφείο που καταδικάσθηκαν, καθώς και ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ, αιτούμενος την καταδίκη ή την επιβολή βαρύτερης ποινής. Αν κατά της αυτής απόφασης ασκηθούν περισσότερες εφέσεις, συνεκδικάζονται.
3.  
    Η προθεσμία και η άσκηση έφεσης δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, εκτός του σκέλους που αφορά την καταβολή της χρηματικής ποινής, για την εκτέλεση της οποίας απαιτείται η έκδοση της απόφασης του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου
Άρθρο 11
1.  
    Για την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, ο Πρόεδρος του οργάνου ορίζει με πράξη του δικάσιμο και εισηγητή της υπόθεσης. Κατά τα λοιπά ως προς τη διαδικασία της πειθαρχικής δίκης και την εκτέλεση των αποφάσεων, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 9, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επόμενες παραγράφους του άρθρου αυτού.
2.  
    Από την ασκηθείσα έφεση μπορεί να υποβληθεί παραίτηση μέχρι την έναρξη της διαδικασίας στο Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, η οποία συνεπάγεται την κατάργηση της πειθαρχικής δίκης
3.  
    Η απόφαση του Συμβουλίου καθώς και η απόφαση του Πρωτοβαθμίου Συμβουλίου μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας έφεσης, εκτελούνται με μέριμνα της αρμόδιας υπηρεσίας, η οποία εκδίδει χωρίς καθυστέρηση τις απαιτούμενες για την υλοποίηση της απόφασης πράξεις. Οι παρεπόμενες χρηματικές κυρώσεις αποτελούν έσοδο του δημοσίου και καταβάλλονται σε Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία, μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από την κοινοποίηση της απόφασης αυτής. Η καταβολή αποδεικνύεται με προσκόμιση του παραβόλου στην αρμόδια υπηρεσία μέσα στην προθεσμία, αλλιώς βεβαιώνονται με μέριμνα της αρμόδιας υπηρεσίας και εισπράττονται κατά τις διατάξεις περί είσπραξης των δημοσίων εσόδων, όπως ισχύουν κάθε φορά.
Άρθρο 12
1.  
    Η κίνηση και εξέλιξη της πειθαρχικής διαδικασίας δεν αναστέλλεται εξαιτίας εκκρεμούς δίκης, ενώπιον δικαστηρίου οποιασδήποτε δικαιοδοσίας. Τα πειθαρχικά όργανα του παρόντος δεσμεύονται από την κρίση που περιέχεται σε αμετάκλητη απόφαση δικαστηρίων, ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα, μόνο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση πειθαρχικού παραπτώματος. Άλλα στοιχεία περί συνδρομής ή μη πραγματικών περιστατικών, που προκύπτουν από αποφάσεις δικαστηρίων, συνεκτιμώνται στα πλαίσια της πειθαρχικής διαδικασίας για την έκδοση της απόφασης. Στην περίπτωση που υφίσταται πλήρης ταύτιση των περιστατικών που οδήγησαν στην ποινική και πειθαρχική δίωξη, τα πειθαρχικά όργανα δεσμεύονται από τις αθωωτικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων.
2.  
    Εφόσον ο καταδικασθείς δικαιωθεί με τελεσίδικη απόφαση δικαστηρίου για τη διαφορά που προκάλεσε την πειθαρχική δίωξη, μπορεί να υποβάλλει αίτηση για επανάκριση της υπόθεσής του στο Πειθαρχικό Συμβούλιο που εξέδωσε την τελεσίδικη πειθαρχική απόφαση. Η αίτηση εισάγεται άμεσα και η υπόθεση επανακρίνεται μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την υποβολή της. Αν η ποινή που επιβλήθηκε είναι η οριστική διαγραφή, το Συμβούλιο υποχρεούται να άρει την ποινή, δεν αποκλείεται όμως να επιβάλλει μικρότερη ποινή. Με την ίδια απόφαση επανακρίνεται και η επιβληθείσα χρηματική ποινή, επιστρεφομένου του χρηματικού ποσού που τυχόν εισπράχθηκε. Σε περίπτωση πλήρους απαλλαγής η ποινή διαγράφεται από τα Μητρώα.
Άρθρο 13
1.  
    Οι διατάξεις του παρόντος διατάγματος εφαρμόζονται από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως
2.  
    Στον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του διατάγματος αυτού
  • Τις διατάξεις του άρθρου 40, παράγραφος 5 του ν. 3316/2005 «Ανάθεση και εκτέλεση δημοσίων συμβάσεων εκπόνησης μελετών και παροχής συναφών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 42).
  • Τις διατάξεις του άρθρου 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα που κωδικοποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ/τος 63/2005 (Α-98).
  • Τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 2362/1995 (Α΄ 247).
  • Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος προκαλείται ετήσια δαπάνη ύψους 58.000 ΕΥΡΩ περίπου για την αμοιβή των μελών των Πειθαρχικών Συμβουλίων, η οποία θα καλυφθεί από τον τακτικό προϋπολογισμό του ΥΠΕΧΩΔΕ (Φορ 31-120 ΚΩΔ 0515).
  • Την υπ’ αριθμ. 1666/ΔΙΟΕ89/13.1.2009 κοινή απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών «Καθορισμός αρμοδιοτήτων των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών» (Β΄ 40).
  • Την υπ’ αριθμ. 60/2009 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, μετά από πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων ’Εργων και του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών,
Ημερομηνία Τίτλος ΦΕΚ
2009-07-20 Πειθαρχικός έλεγχος μελετητών, γραφείων μελετών και των στελεχών τους.
Τροποποίηση Τύπος
A/2009/117
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
ΑΠΟΦΑΣΗ 2009/1666/ΔΙΟΕ89 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 2009/1666_ΔΙΟΕ89 2009
Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις. 1995/2362 1995
Κύρωση του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και άλλες διατάξεις. 1999/2690 1999
Ανάθεση και εκτέλεση δημοσίων συμβάσεων εκπόνησης μελετών και παροχής συναφών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις. 2005/3316 2005
Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα. 2005/63 2005
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία