Ρύθμιση θεμάτων αστυνομικού προσωπικού.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Άρθρο 1
1.  
    Η παράγραφος 2 του άρθρου 10 του π.δ. 24/1997 (Α΄ 29) αντικαθίσταται ως εξής:
    Οι αξιωματικοί μέχρι και το βαθμό του Αστυνομικού Διευθυντή, για τους οποίους οι αρμόδιες υγειονομικές επιτροπές της Ελληνικής Αστυνομίας γνωμάτευσαν ότι είναι ανίκανοι για την ενεργό υπηρεσία, ικανοί όμως για υπηρεσία γραφείου, εφόσον έχουν συμπληρώσει 30 έτη πραγματικής υπηρεσίας στο Σώμα, παραπέμπονται, κατόπιν απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, στο αρμόδιο συμβούλιο κρίσεων, το οποίο, εκτιμώντας τις υπηρεσιακές ανάγκες, αποφαίνεται οριστικά για την παραμονή τους στο Σώμα για εκτέλεση υπηρεσίας γραφείου ή για την αποστρατεία τους για λόγους υγείας. Οι ανωτέρω αξιωματικοί που δεν έχουν συμπληρώσει 30 έτη πραγματικής υπηρεσίας στο Σώμα, παραμένουν στο Σώμα για εκτέλεση υπηρεσίας γραφείου, χωρίς να απαιτείται απόφαση του αρμοδίου συμβουλίου κρίσεων.
Άρθρο 2
1.  
    Η μόνη παράγραφος του άρθρου 18 του π.δ. 24/1997 αριθμείται σε παράγραφο 1.
2.  
    Μετά την παράγραφο 1 του άρθρου 18 του π.δ. 24/ 1997, όπως η παράγραφος αυτή αριθμήθηκε με την παράγραφο 1 του παρόντος, προστίθεται παράγραφος 2 ως εξής:
    Τα ουσιαστικά προς προαγωγή προσόντα είναι τα ακόλουθα
  1. Επαγγελματική Ικανότητα
  2. Διοικητική Ικανότητα
  3. Ηθικά Προσόντα
  4. Ψυχικά Προσόντα
  5. Σωματικά Προσόντα.
  6. Η αξιολόγησή τους πραγματοποιείται με τη βαθμολόγηση των επιμέρους ουσιαστικών προσόντων – κριτηρίων αξιολόγησης.
Άρθρο 3
1.  
    Το άρθρο 19 του π.δ. 24/1997 αντικαθίσταται ως εξής:
    Άρθρο 19
    1.  
      Άρθρο 19. Κριτήρια αξιολόγησης ουσιαστικών προσόντων.
    2.  
      Για την αξιολόγηση της επαγγελματικής ικανότητας λαμβάνονται υπόψη
    1. Η επαγγελματική επάρκεια, ιδίως δε η δυνατότητα εφαρμογής των γνώσεων και της εμπειρίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων.
    2. Η άσκηση των ανατεθεισών αρμοδιοτήτων με βάση τον διενεργηθέντα επιχειρησιακό σχεδιασμό.
    3. Η ευελιξία προσαρμογής στις εκάστοτε μεταβαλλόμενες συνθήκες.
    4. Η εισήγηση και εφαρμογή σύγχρονων μορφών άσκησης του επιτελικού και του επιχειρησιακού αστυνομικού έργου.
    5. Η αποτελεσματικότητα και η αποδοτικότητα.
    6. Το πνεύμα συνεργασίας προς τις αρχές και εξυπηρέτησης προς τους πολίτες.
    7. Η εμφάνιση και η παράσταση.
    3.  
      Ειδικά για την αξιολόγηση της επαγγελματικής ικανότητας των Αστυνομικών Διευθυντών και των ανώτατων αξιωματικών, πέραν των αναφερομένων στην παράγραφο 2, λαμβάνονται επιπρόσθετα υπόψη
    1. Η άσκηση των ανατεθεισών αρμοδιοτήτων με βάση τον διενεργηθέντα στρατηγικό σχεδιασμό.
    2. Οι επικοινωνιακές δεξιότητες.
    4.  
      Για την αξιολόγηση της διοικητικής ικανότητας λαμβάνονται υπόψη
    1. Η ικανότητα καθοδήγησης, ενημέρωσης και παρακίνησης για αξιοποίηση των δεξιοτήτων του προσωπικού.
    2. Η ικανότητα λήψης αποτελεσματικών αποφάσεων.
    3. Η ικανότητα προγραμματισμού, οργάνωσης, συντονισμού και ελέγχου.
    4. Η ικανότητα ορθολογικής διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού και των διατιθέμενων πόρων.
    5. Η ικανότητα αντικειμενικής και αμερόληπτης αξιολόγησης του προσωπικού και του παραχθέντος έργου.
    5.  
      Ειδικά για την αξιολόγηση της διοικητικής ικανότητας των Αστυνομικών Διευθυντών και των ανώτατων αξιωματικών, πέραν των αναφερομένων στην παράγραφο 4, λαμβάνονται επιπρόσθετα υπόψη
    1. Η καλλιέργεια πνεύματος συνεργασίας και η δημιουργία πνεύματος ομάδας.
    2. Το κύρος και η αναγνώριση της αξίας της προσωπικότητας.
    6.  
      Για την αξιολόγηση των ηθικών προσόντων λαμβάνονται υπόψη
    1. Η πειθαρχία.
    2. Η ευσυνειδησία και η ακεραιότητα του χαρακτήρα.
    3. Η επίγνωση του καθήκοντος.
    7.  
      Για την αξιολόγηση των ψυχικών προσόντων λαμβάνονται υπόψη
    1. Η αποφασιστικότητα, η αυτοπεποίθηση και η ανάληψη πρωτοβουλιών.
    2. Το θάρρος και η ανάληψη ευθυνών.
    3. Η ψυχραιμία και η αυτοκυριαρχία.
    8.  
      Για την αξιολόγηση των σωματικών προσόντων λαμβάνονται υπόψη
    1. Η γενική κατάσταση της υγείας και η αρτιμέλεια.
    2. Η αντοχή κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας και η μη αποχή από αυτή για λόγους υγείας.
    9.  
      Κατά την αξιολόγηση των ουσιαστικών προσόντων λαμβάνονται υπόψη ο βαθμός της τελικής επίδοσης και η σειρά αποφοίτησης από τις Σχολές της Αστυνομικής Ακαδημίας, κάθε άλλη εκπαίδευση ή μετεκπαίδευση, η κατοχή και άλλων τίτλων σπουδών ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ή η φοίτηση σε αυτά, οι πειθαρχικές και ποινικές κυρώσεις, οι ηθικές και υλικές αμοιβές του αξιολογούμενου, επίσημα στοιχεία που αφορούν σε διάφορες υπηρεσιακές λοιπές δραστηριότητες του αξιολογούμενου, καθώς και επίσημα έγγραφα που υφίστανται στον ατομικό φάκελο του αξιωματικού και αναφέρονται σε σοβαρά ελαττώματα και ελλείψεις που αφορούν στο χρονικό διάστημα που καλύπτει η έκθεση αξιολόγησης. Τα ανωτέρω ελαττώματα και ελλείψεις δεν βαθμολογούνται, αλλά περιγράφονται στην έκθεση αξιολόγησης και, ανάλογα με τη φύση τους, επηρεάζουν δυσμενώς την αξιολόγηση των ουσιαστικών προσόντων που αναφέρονται στην επαγγελματική και διοικητική ικανότητα και στα ηθικά, ψυχικά και σωματικά προσόντα.
    10.  
      Ως σοβαρά ελαττώματα και ελλείψεις χαρακτηρίζονται
    1. Η έλλειψη πίστεως στην πατρίδα και το δημοκρατικό πολίτευμα της χώρας.
    2. Η έλλειψη αισθήματος ευθύνης για τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το αξίωμα και τη θέση του αξιωματικού.
    3. Ο αριβισμός και η εν γένει χρησιμοποίηση αθέμιτων μέσων για την επαγγελματική εξέλιξη και η προσφυγή σε πλάγια μέσα για την επίτευξη του σκοπού αυτού.
    4. Η έλλειψη κοινωνικότητας και η ανάρμοστη συμπεριφορά προς τους πολίτες.
    5. Η καθ’ έξη μέθη, χαρτοπαιξία και δημιουργία χρεών.
    6. Η αυτοπροβολή, ο εγωκεντρισμός και η κολακεία ή φιλοκατηγορία κατά τις σχέσεις με τους προϊσταμένους, τους υφισταμένους ή τους τρίτους.
Άρθρο 4
1.  
    Στην παράγραφο 2 του άρθρου 20 του π.δ. 24/1997 προστίθεται εδάφιο ως εξής: Συντάσσονται και υποβάλλονται ηλεκτρονικά και μόνο σε περίπτωση πραγματικής αδυναμίας είναι επιτρεπτή η υποβολή τους με τη συμβατική αλληλογραφία.
2.  
    Η παράγραφος 4 του άρθρου 20 του π.δ. 24/1997 αντικαθίσταται ως εξής:
    Οι εκθέσεις αξιολόγησης και οι ειδικές εκθέσεις αποστρατείας αποτελούν απόρρητα έγγραφα και δεν επιτρέπονται να λαμβάνουν γνώση τρίτα πρόσωπα, εκτός αν δικαστική αρχή για διερεύνηση υπόθεσης που εκκρεμεί σε αυτή, ζητήσει αντίγραφα αυτών.
3.  
    Η παράγραφος 6 του άρθρου 20 του π.δ. 24/1997 αντικαθίσταται ως εξής:
    Σε περίπτωση που διαπιστωθούν τυπικές ελλείψεις ή ελαττώματα στα έγγραφα αξιολόγησης από τη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού Αστυνομικού/Α.Ε.Α. οι εκθέσεις αξιολόγησης επιστρέφονται στους αξιολογητές για διόρθωση.
4.  
    Η παράγραφος 7 του άρθρου 20 του π.δ. 24/1997 αντικαθίσταται ως εξής:
    Εάν επισημανθούν από τη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού/Α.Ε.Α. στοιχεία, ικανά να στοιχειοθετήσουν σκόπιμη και μη αντικειμενική ευμενή ή δυσμενή βαθμολογία των ουσιαστικών προσόντων των αξιολογουμένων αξιωματικών εκ μέρους των αξιολογητών, ιδίως όταν υπάρχει προφανής δυσαρμονία με βαθμολογία προηγουμένων ετών, τίθενται αυτά υπόψη του αρμοδίου κατά περίπτωση συμβουλίου κρίσεων, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων των παραγράφων 8, 9 και 10 του άρθρου 26.
Άρθρο 5
1.  
    Το άρθρο 21 του π.δ. 24/1997, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του π.δ. 147/2000 (Α΄ 128), αντικαθίσταται ως εξής:
    Άρθρο 21
    1.  
      Άρθρο 21. Αρμόδιοι για την αξιολόγηση των αξιωματικών. Οι Αντιστράτηγοι αξιολογούνται από τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας.
    2.  
      Αξιολογητές είναι, ο προϊστάμενος της οργανικής μονάδας, επιπέδου τουλάχιστον Τμήματος, στην οποία υπηρετεί ο αξιολογούμενος και οι προϊστάμενοι των αμέσως ανώτερων ιεραρχικά οργανικά μονάδων, οι οποίοι αξιολογούν χωρίς να λαμβάνουν γνώση των βαθμολογιών των προηγούμενων αξιολογητών.
    3.  
      Προϊστάμενοι οργανικής μονάδας, όσον αφορά στην αξιολόγηση των αξιωματικών, θεωρούνται επίσης
    1. Ο Προϊστάμενος Επιτελείου, ο Υπαρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας και ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας, για τους Προϊσταμένους Κλάδων/Α.Ε.Α, τους Διευθυντές των Αυτοτελών Κεντρικών Υπηρεσιών, τον Διευθυντή του Επιτελικού Γραφείου Αρχηγού (Ε.Γ.Α.), τον Διευθυντή του Ενιαίου Συντονιστικού Κέντρου Επιχειρήσεων και Διαχείρισης Κρίσεων (Ε.Σ.Κ.Ε.ΔΙ.Κ.), τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Επιτελικού Σχεδιασμού και τον Διευθυντή της Αστυνομικής Ακαδημίας.
    2. Ο κατά τόπο αρμόδιος Γενικός Επιθεωρητής Αστυνομίας (Βορείου – Νοτίου Ελλάδος), ο Προϊστάμενος Επιτελείου και ο Υπαρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας, όπως η σειρά αυτή καθορίζεται από τη μεταξύ των Αντιστρατήγων εκάστοτε αρχαιότητα, για τους Γενικούς Αστυνομικούς Διευθυντές Αττικής και Θεσσαλονίκης και τους Γενικούς Περιφερειακούς Αστυνομικούς Διευθυντές.
    3. Ο καθ’ ύλην αρμόδιος Προϊστάμενος Κλάδου, ο αρμόδιος για τον Κλάδο Βοηθός Προϊσταμένου Επιτελείου και ο Προϊστάμενος Επιτελείου, για τους Διευθυντές των Διευθύνσεων του οικείου Κλάδου.
    4. Σε περίπτωση δε μη ορισμού αρμοδίου για τον Κλάδο Βοηθού Προϊσταμένου Επιτελείου, ο Προϊστάμενος του οικείου Κλάδου, ο Προϊστάμενος Επιτελείου και ο Υπαρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας.
    5. Ο Προϊστάμενος Κλάδου Αλλοδαπών και Προστασίας Συνόρων/Α.Ε.Α., ο Γενικός Επιθεωρητής Αστυνομίας Αλλοδαπών και Προστασίας Συνόρων και ο Υπαρχηγός, όπως η σειρά αυτή καθορίζεται από τη μεταξύ των Αντιστρατήγων εκάστοτε αρχαιότητα, για τους Διευθυντές των Διευθύνσεων του Κλάδου Αλλοδαπών και Προστασίας Συνόρων.
    6. Ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Αστυνομικού Προσωπικού/Α.Ε.Α. και ο Προϊστάμενος Κλάδου Διοικητικής Υποστήριξης και Ανθρώπινου Δυναμικού/Α.Ε.Α., για τον υπασπιστή του Υπουργού και του Γενικού Γραμματέα και τους προϊσταμένους των γραφείων του Υπουργείου Εσωτερικών.
    7. Ο Διευθυντής του Επιτελικού Γραφείου Αρχηγού (Ε.Γ.Α.) και ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας, για τον εκπρόσωπο τύπου του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, τον προϊστάμενο του Τμήματος Επιτελικής Υποστήριξης/Ε.Γ.Α. και τον υπασπιστή του Αρχηγού και σε περίπτωση που ο αξιολογούμενος φέρει το βαθμό του Αστυνομικού Διευθυντή, ο Διευθυντής του Επιτελικού Γραφείου Αρχηγού (Ε.Γ.Α.), ο Υπαρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας και ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας.
    8. Ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Αστυνομικού Προσωπικού/Α.Ε.Α. και ο Προϊστάμενος του οικείου Κλάδου ή ο οικείος Βοηθός Προϊσταμένου Επιτελείου ή ο οικείος Γενικός Επιθεωρητής Αστυνομίας ή ο Προϊστάμενος Επιτελείου ή ο Υπαρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας, αντίστοιχα, για τους υπασπιστές τους.
    9. Ο οικείος υπασπιστής και ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Αστυνομικού Προσωπικού/Α.Ε.Α., για τους αξιωματικούς των γραφείων του Υπουργού, του Γενικού Γραμματέα, του Υπαρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, του οικείου Γενικού Επιθεωρητή Αστυνομίας, του Προϊσταμένου Επιτελείου, του οικείου Βοηθού Προϊσταμένου Επιτελείου και του οικείου Προϊσταμένου Κλάδου.
    10. Ο οικείος προϊστάμενος των γραφείων του Υπουργείου Εσωτερικών και ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Αστυνομικού Προσωπικού/Α.Ε.Α., για τους αξιωματικούς του γραφείου τους.
    11. Ο αρχαιότερος Υποδιευθυντής, ο Γενικός Αστυνομικός Διευθυντής Αττικής ή Θεσσαλονίκης, κατά περίπτωση, και ο κατά τόπο αρμόδιος Γενικός Επιθεωρητής Αστυνομίας (Βορείου – Νοτίου Ελλάδος), για τους Υποδιευθυντές των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης και τους Διευθυντές των υφισταμένων Υπηρεσιών επιπέδου Διεύθυνσης.
    12. Ο αρμόδιος, κατά περίπτωση, Γενικός Περιφερειακός Αστυνομικός Διευθυντής, ο κατά τόπο αρμόδιος Γενικός Επιθεωρητής Αστυνομίας (Βορείου – Νοτίου Ελλάδος) και ο Προϊστάμενος Επιτελείου, όπως η σειρά αυτή καθορίζεται από τη μεταξύ των Αντιστρατήγων εκάστοτε αρχαιότητα, για τους Υποδιευθυντές των Γενικών Περιφερειακών Αστυνομικών Διευθύνσεων και τους Διευθυντές των υφισταμένων Υπηρεσιών επιπέδου Διεύθυνσης.
    13. Ο αρμόδιος για την εποπτεία των Τμημάτων Υποδιευθυντής, σε περίπτωση δε μη ορισμού αυτού, ο αρχαιότερος Υποδιευθυντής και ο Διευθυντής των Υπηρεσιών επιπέδου Διεύθυνσης των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης και των Γενικών Περιφερειακών Αστυνομικών Διευθύνσεων, για τους διοικητές των υφιστάμενων υπηρεσιών επιπέδου Τμήματος.
    14. Ο Διευθυντής των Υπηρεσιών επιπέδου Διεύθυνσης των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης, ο αρχαιότερος Υποδιευθυντής των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης και ο Γενικός Αστυνομικός Διευθυντής Αττικής και Θεσσαλονίκης, για τους Υποδιευθυντές των ως άνω Υπηρεσιών.
    15. Ο Διευθυντής των Διευθύνσεων Αστυνομίας των Γενικών Περιφερειακών Αστυνομικών Διευθύνσεων, ο αρμόδιος, κατά περίπτωση, Γενικός Περιφερειακός Αστυνομικός Διευθυντής και ο κατά τόπο αρμόδιος Γενικός Επιθεωρητής Αστυνομίας (Βορείου – Νοτίου Ελλάδος), για τους Υποδιευθυντές των ως άνω Υπηρεσιών.
    16. Ο νεότερος Υποδιευθυντής των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης ή ο νεότερος Υποδιευθυντής των Γενικών Περιφερειακών Αστυνομικών Διευθύνσεων, κατά περίπτωση, και ο Γενικός Αστυνομικός Διευθυντής Αττικής και Θεσσαλονίκης ή το Γενικός Περιφερειακός Αστυνομικός Διευθυντής, για τους υπασπιστές και τους προϊσταμένους των Τμημάτων και των Υποδιευθύνσεων του Επιτελείου τους.
    17. Ο αρχαιότερος αξιωματικός των Υπηρεσιών επιπέδου Τμήματος, των οποίων προΐστανται πολιτικοί υπάλληλοι.
    4.  
      Σε περίπτωση κωλύματος, απουσίας ή μη ύπαρξης ενός εκ των αξιολογητών, η αρμοδιότητα αξιολόγησης περιέρχεται στον άμεσο προϊστάμενο αυτού, η δε αρμοδιότητα του τελευταίου στον αμέσως επόμενο αξιολογητή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 2 και 3, με εξαίρεση τις περιπτώσεις αξιολόγησης των Αστυνομικών Διευθυντών, των Ταξιάρχων και των Υποστρατήγων, όπου η αρμοδιότητα αξιολόγησης περιέρχεται στον νόμιμο αναπληρωτή του αξιολογητή που κωλύεται, απουσιάζει ή δεν υπάρχει. Στην περίπτωση που κωλύονται, απουσιάζουν ή δεν υπάρχει κανένας από τους αξιολογητές, τότε αυτοί ορίζονται από τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας.
    5.  
      Οι αξιωματικοί που τελούν σε διαθεσιμότητα, μακρά αναρρωτική άδεια, αργία με απόλυση, αργία με πρόσκαιρη παύση ή έχουν παραπεμφθεί ενώπιον πειθαρχικού συμβουλίου δεν αξιολογούν τους υφισταμένους τους αξιωματικούς, για το χρονικό διάστημα που διαρκεί η παραπομπή τους ή τελούν σε κάποια από τις ανωτέρω καταστάσεις, εάν δε κρίνεται αναγκαία η αξιολόγηση αυτών, ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας ορίζει τους αξιολογητές των αξιωματικών αυτών.
    6.  
      Λεπτομέρειες, καθώς και θέματα δευτερεύουσας φύσεως, που προκύπτουν κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, ρυθμίζονται με διαταγή του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας.
Άρθρο 6
1.  
    Ο τίτλος του άρθρου 22 του π.δ. 24/1997 αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 22 Αρμόδιοι για την αξιολόγηση των αποσπασμένων αξιωματικών.
2.  
    Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 22 του π.δ. 24/ 1997 αντικαθίστανται ως εξής: 2 Οι αποσπασμένοι σε Υπηρεσίες εκτός της Ελληνικής Αστυνομίας αξιολογούνται από τον ανώτερο ή αρχαιότερο του αξιολογουμένου αξιωματικό, που υπηρετεί στις Υπηρεσίες αυτές και από τους αξιωματικούς που αξιολογούν τους λοιπούς αξιωματικούς της Υπηρεσίας στην οποία ανήκουν οργανικά, με την επιφύλαξη τυχόν ειδικότερων διατάξεων που αφορούν στην αξιολόγηση των αξιωματικών αυτών Σε περίπτωση μη ύπαρξης ανώτερου ή αρχαιότερου αξιωματικού στις Υπηρεσίες αυτές, οι ανωτέρω αποσπασμένοι αξιωματικοί αξιολογούνται απευθείας από τους αρμοδίους προς τούτο αξιωματικούς των Υπηρεσιών στις οποίες ανήκουν οργανικά, οι οποίοι ζητούν πληροφορίες προκειμένου να αξιολογήσουν τα ουσιαστικά προσόντα των αξιολογουμένων, από τον προϊστάμενο της Υπηρεσίας στην οποία είναι αποσπασμένοι Οι πληροφορίες αυτές παρέχονται με ειδικό έντυπο, ο τύπος του οποίου εμφαίνεται στο συνημμένο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ΄, το οποίο είναι απόρρητο και επισυνάπτεται στην έκθεση αξιολόγησης. 3 Οι αξιωματικοί που αποσπώνται για εκπαίδευση σε διάφορες Σχολές αξιολογούνται από τους αρμοδίους προς τούτο αξιωματικούς των Υπηρεσιών στις οποίες ανήκουν οργανικά Στην περίπτωση που οι αξιολογούμενοι έχουν αποσπασθεί για χρονικό διάστημα πέραν του τετραμήνου, ο αξιολογητής υποχρεούται να ζητήσει από την οικεία σχολή πληροφορίες για την επίδοσή τους και τα ουσιαστικά προσόντα τους κατά το χρονικό διάστημα της απόσπασης, οι οποίες παρέχονται με το ειδικό έντυπο της παραγράφου 2.
Άρθρο 7
1.  
    Το άρθρο 23 του π.δ. 24/1997, όπως οι παράγραφοι 1 και 2 αυτού είχαν αντικατασταθεί με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του π.δ. 4/2016 (Α΄ 8), αντικαθίσταται ως εξής:
    Άρθρο 23
    1.  
      Άρθρο 23. Το έτος αξιολόγησης αρχίζει την 1η Δεκεμβρίου κάθε έτους και λήγει την 30η Νοεμβρίου του επομένου έτους. Οι εκθέσεις αξιολόγησης συντάσσονται κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του Δεκεμβρίου κάθε έτους, το οποίο κατανέμεται αναλογικά μεταξύ των αξιολογητών, και υποβάλλονται αμέσως με το ατομικό βιβλιάριο του αξιολογούμενου από τον πρώτο αξιολογητή στον επόμενο ή τους επόμενους αξιολογητές. Η υποβολή του ατομικού βιβλιαρίου δεν απαιτείται στην περίπτωση που ο αξιολογούμενος ή κάποιος από τους αξιολογητές υπηρετεί στο Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας, όπου τηρείται όμοιο βιβλιάριο, το οποίο χορηγείται στον αρμόδιο αξιολογητή ύστερα από σχετική αίτησή του. Ο τελικός αξιολογητής, αφού πρώτα κοινοποιήσει στους αξιολογούμενους το γενικό χαρακτηρισμό της βαθμολογίας τους, όπως επίσης και τις τυχόν βαθμολογίες που δικαιολογούν την υποβολή ένστασης, αποστέλλει τις εκθέσεις αξιολόγησης αμέσως στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού/Α.Ε.Α., ενώ στην περίπτωση που προβλέπεται η υποβολή ένστασης, η ανωτέρω αποστολή λαμβάνει χώρα την επομένη της ημερομηνίας λήξης της προθεσμίας υποβολής της.
    2.  
      Εκτός από την τακτική αξιολόγηση των αξιωματικών, η οποία λαμβάνει χώρα κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του Δεκεμβρίου κάθε έτους, η αξιολόγηση των αξιωματικών διενεργείται και εκτάκτως στην περίπτωση διακοπής ή μεταβολής της υπηρεσιακής εξάρτησης που συνδέει τον αξιολογούμενο από τον πρώτο αξιολογητή και εφόσον η διακοπή ή η μεταβολή αυτή διήρκησε ή θα διαρκέσει τουλάχιστον τέσσερις (4) μήνες, με εξαίρεση την περίπτωση διακοπής της υπηρεσιακής εξάρτησης λόγω απόσπασης του αξιολογούμενου αξιωματικού για εκπαίδευση στις διάφορες Σχολές. Διακοπή της υπηρεσιακής εξάρτησης θεωρείται και η περίπτωση κατά την οποία στη θέση του πρώτου αξιολογητή τοποθετηθεί αξιωματικός ανώτερος ή αρχαιότερος από αυτόν, χωρίς ο τελευταίος να μετακινηθεί. Για διαστήματα υπηρεσιακής εξάρτησης πέραν του μηνός και κάτω των τεσσάρων μηνών, ο άμεσος προϊστάμενος του αξιολογούμενου συντάσσει για το ως άνω χρονικό διάστημα, το ειδικό πληροφοριακό έντυπο του Παραρτήματος Γ΄, το οποίο είναι απόρρητο, καταχωρείται ηλεκτρονικά στην οικεία εφαρμογή, καθώς και στο ατομικό βιβλιάριο του αξιολογούμενου (σε ενσφράγιστο φάκελο) και επισυνάπτεται στην έκθεση αξιολόγησης.
    3.  
      Για την τακτική και έκτακτη αξιολόγηση των αξιωματικών απαιτείται όπως ο αξιολογούμενος έχει υπηρετήσει επί τουλάχιστον τέσσερις (4) μήνες υπό τις διαταγές του πρώτου αξιολογητή, με εξαίρεση τις περιπτώσεις των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 21. Για τον επόμενο ή τους επόμενους αξιολογητές δεν απαιτείται να συντρέχει η χρονική προϋπόθεση του προηγούμενου εδαφίου. Σε περίπτωση που κατά την αξιολόγηση δεν συντρέχει η προϋπόθεση του πρώτου εδαφίου, αρμόδιος για την αξιολόγηση ως πρώτος αξιολογητής, είναι ο προϊστάμενος της οργανικής μονάδας επιπέδου Τμήματος που υπηρετεί ο αξιολογούμενος κατά τη στιγμή της αξιολόγησης.
Άρθρο 8
1.  
    Το άρθρο 24 του π.δ. 24/1997, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του π.δ. 164/2013 (Α΄ 262), αντικαθίσταται ως εξής:
    Άρθρο 24
    1.  
      Άρθρο 24. Αναβολή αξιολόγησης.
    1. Τελούν σε διαθεσιμότητα.
    2. Έχουν παραπεμφθεί ενώπιον πειθαρχικού συμβουλίου.
    2.  
      Μετά τη λήξη της διαθεσιμότητας ή την οριστική κρίση της πειθαρχικής υπόθεσης από τα πειθαρχικά συμβούλια, οι ανωτέρω αξιωματικοί αξιολογούνται αμέσως από τους αξιολογητές που ήταν αρμόδιοι κατά το χρόνο που έπρεπε να γίνει η αξιολόγηση. Αν οι εν λόγω αξιολογητές κωλύονται, απουσιάζουν ή δεν υπάρχουν, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 21.
Άρθρο 9
1.  
    Η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του π.δ. 24/1997 αντικαθίσταται ως εξής:
    Τα κριτήρια αξιολόγησης των αξιωματικών βαθμολογούνται με ακέραιους αριθμούς από το 1 μέχρι και το 100, ολογράφως και αριθμητικώς. Κατά την εξαγωγή του μέσου όρου των ουσιαστικών προσόντων και των κριτηρίων αξιολόγησής τους, οι δεκαδικοί αριθμοί μέχρι εκατοστού της μονάδας διατηρούνται.
2.  
    Η παράγραφος 3 του άρθρου 25 του π.δ. 24/1997 αντικαθίσταται ως εξής:
    Ο γενικός χαρακτηρισμός βαθμολογείται με ακέραιους και δεκαδικούς αριθμούς μέχρι εκατοστού της μονάδας, ως ακολούθως
  1. ΕΞΑΙΡΕΤΟΣ από 91 μέχρι και 100
  2. ΛΙΑΝ ΚΑΛΟΣ από 81 μέχρι και 90,99
  3. ΚΑΛΟΣ από 61 μέχρι και 80,99
  4. ΜΕΤΡΙΟΣ από 41 μέχρι και 60,99
  5. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ από 1 μέχρι και 40,99.
3.  
    Η παράγραφος 4 του άρθρου 25 του π.δ. 24/1997 αντικαθίσταται ως εξής:
    Η κλίμακα βαθμολογίας των επί μέρους ουσιαστικών προς προαγωγή προσόντων - κριτηρίων αξιολόγησης καθορίζεται ως ακολούθως
  1. Εξαίρετος από 91 μέχρι και 100
  2. Λίαν Καλός από 81 μέχρι και 90,99
  3. Καλός από 61 μέχρι και 80,99
  4. Μέτριος από 41 μέχρι και 60,99
  5. Ανεπαρκής από 1 μέχρι και 40,99.
  6. Οι βαθμολογίες στα επί μέρους ουσιαστικά προσόντα - κριτήρια αξιολόγησης που δικαιολογούν δυσμενή κρίση στον κατεχόμενο βαθμό, σύμφωνα με το άρθρο 29, καθώς και οι βαθμολογίες από 95 και άνω σε οποιοδήποτε επιμέρους ουσιαστικό προσόν, πρέπει να αιτιολογούνται από τον αξιολογητή που τις θέτει.
4.  
    Μετά την παράγραφο 4 του άρθρου 25 του π.δ. 24/ 1997, προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:
    Οι ανώτερες πειθαρχικές ποινές που επιβλήθηκαν εντός του έτους αξιολόγησης μοριοδοτούνται αρνητικά, με την αφαίρεση μορίων από το προσόν της πειθαρχίας, ανάλογα με τη βαρύτητα της ποινής. Ειδικότερα.
  1. Στην περίπτωση επιβολής ποινής αργίας με απόλυση αφαιρούνται.120 μόρια για κάθε ποινή αργίας με απόλυση 2 μηνών 225 μόρια για κάθε ποινή αργίας με απόλυση 3 μηνών 330 μόρια για κάθε ποινή αργίας με απόλυση 4 μηνών 435 μόρια για κάθε ποινή αργίας με απόλυση 5 μηνών 540 μόρια για κάθε ποινή αργίας με απόλυση 6 μηνών.
  2. Στην περίπτωση επιβολής ποινής αργίας με πρόσκαιρη παύση αφαιρούνται.110 μόρια για κάθε ποινή αργίας με πρόσκαιρη παύση μέχρι 30 ημέρες 215 μόρια για κάθε ποινή αργίας με πρόσκαιρη παύση μέχρι 60 ημέρες/2 μήνες 320 μόρια για κάθε ποινή αργίας με πρόσκαιρη παύση μέχρι 90 ημέρες/3 μήνες 425 μόρια για κάθε ποινή αργίας με πρόσκαιρη παύση μέχρι 120 ημέρες/4 μήνες.
Άρθρο 10
1.  
    Το άρθρο 26 του π.δ. 24/1997 αντικαθίσταται ως εξής:
    Άρθρο 26
    1.  
      Άρθρο 26. Υποχρεώσεις αξιολογητών.« .
    1. να παρακολουθούν συνεχώς το έργο τους και να ελέγχουν την εν γένει απόδοσή τους,
    2. να λαμβάνουν υπόψη τους όλα τα στοιχεία που τους αφορούν, ανεξάρτητα εάν αυτά είναι ευμενή ή δυσμενή, όχι όμως το περιεχόμενο των εγγράφων αξιολόγησης που αναφέρονται σε προηγούμενα χρονικά διαστήματα,
    3. να βαθμολογούν με αντικειμενικότητα.
    2.  
      Κάθε αξιολογούμενος από το βαθμό του Αστυνομικού Διευθυντή μέχρι και το βαθμό του Υποστρατήγου, προβαίνει υποχρεωτικά σε αυτοαξιολόγηση των ουσιαστικών του προσόντων, κατά το τελευταίο πενθήμερο του Νοεμβρίου κάθε έτους, συντάσσοντας ειδικό προς τούτο έντυπο, το οποίο είναι ενσωματωμένο στην έκθεση αξιολόγησης υπό τον τίτλο «ΑΥΤΟΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ» (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Δ΄) και στο οποίο αποτυπώνεται περιγραφικά η υπηρεσιακή του απόδοση κατά το χρονικό διάστημα της αξιολογικής περιόδου (αρμοδιότητες, επιδειχθείσα δραστηριότητα, βέλτιστες πρακτικές, βαθμός επίτευξης στόχων και πρωτοβουλίες).
    3.  
      Οι εκθέσεις αξιολόγησης συντάσσονται από τον πρώτο αξιολογητή και υποβάλλονται διαδοχικά στον επόμενο ή τους επόμενους αξιολογητές, οι οποίοι σημειώνουν στην οικεία στήλη της έκθεσης τη βαθμολογία τους, ενώ στη συνέχεια ο τελικός αξιολογητής υποβάλλει αυτές στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού/Α.Ε.Α.
    4.  
      Η βαθμολογία επί των εκθέσεων αξιολόγησης και η αιτιολόγηση αυτής, όπου απαιτείται, τίθενται από τον εκάστοτε αξιολογητή, ενώ η τελική βαθμολογία προκύπτει από το μέσο όρο των επιμέρους βαθμολογιών των αξιολογητών. Εάν υπάρχει απόκλιση πέραν των είκοσι (20) μονάδων για τους αξιωματικούς μέχρι και το βαθμό του Αστυνομικού Υποδιευθυντή ή δεκαπέντε (15) μονάδων για τους αξιωματικούς από το βαθμό του Αστυνομικού Διευθυντή και άνω, σε οποιοδήποτε ουσιαστικό προσόν, η Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού/Α.Ε.Α. θέτει το γεγονός αυτό υπόψη του αρμοδίου, κατά περίπτωση, Συμβουλίου Κρίσεων, το οποίο και αποφαίνεται οριστικά επί του ζητήματος.
    5.  
      Ο επόμενος ή οι επόμενοι, μετά τον πρώτο, αξιολογητές ελέγχουν αν τηρήθηκαν από αυτόν επακριβώς οι διατάξεις του ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ Ε΄, που αφορούν στην αξιολόγηση των ουσιαστικών προσόντων και, αν διαπιστώσουν ότι εμφιλοχώρησαν τυπικά ελαττώματα ή παραλείψεις (όπως, η εσφαλμένη αναγραφή του χρονικού διαστήματος στο οποίο αφορά η αξιολόγηση, η ανακριβής αιτία σύνταξης της έκθεσης αξιολόγησης, η μη ορθή ή ελλιπής καταχώριση των στοιχείων του αξιολογουμένου), επιστρέφουν τις εκθέσεις αξιολόγησης σε αυτόν για τη διόρθωσή τους.
    6.  
      Ο τελικός αξιολογητής κοινοποιεί στον αξιολογούμενο εγγράφως και με απόδειξη, η οποία επισυνάπτεται στην έκθεση αξιολόγησης, το γενικό χαρακτηρισμό της βαθμολογίας του, όπως επίσης και τις τυχόν βαθμολογίες των κριτηρίων αξιολόγησης κάτω του εβδομήντα (70) ή τις βαθμολογίες που δικαιολογούν δυσμενή κρίση στον κατεχόμενο βαθμό. Σε κάθε περίπτωση, και μετά το διενεργούμενο από τη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού/Α.Ε.Α. έλεγχο πληρότητας της έκθεσης αξιολόγησης, χορηγείται αντίγραφο αυτής στον αξιολογούμενο.
    7.  
      Οι αξιολογούμενοι, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας πέντε (5) ημερών από την επομένη της κοινοποίησης, δικαιούνται να υποβάλουν ένσταση κατά της βαθμολογίας κάτω του εβδομήντα (70) σε οποιοδήποτε κριτήριο αξιολόγησης ή της βαθμολογίας που δικαιολογεί δυσμενή κρίση στον κατεχόμενο βαθμό. Η ένσταση υποβάλλεται στον τελικό αξιολογητή, ο οποίος συντάσσει επ’ αυτής έκθεση εγχειρίσεως και μαζί με την έκθεση αξιολόγησης και κοινοποίησης, υποβάλλει αυτή την επομένη της υποβολής της στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού/Α.Ε.Α., διατυπώνοντας παράλληλα τις απόψεις του επί των ισχυρισμών του ενισταμένου. Σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης, η έκθεση αξιολόγησης υποβάλλεται στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού/Α.Ε.Α. την επομένη της ημερομηνίας λήξης της προθεσμίας υποβολής αυτής.
    8.  
      Η ανωτέρω ένσταση μετά των σχετικών εγγράφων τίθεται υπόψη του αρμοδίου, κατά περίπτωση, Συμβουλίου Κρίσεων, το οποίο καλεί υποχρεωτικά τον αξιολογούμενο ενώπιόν του, ενώ δύναται να καλέσει και τους αξιολογητές αυτού και αποφαίνεται οριστικά επί της ενστάσεως, ενημερώνοντας σχετικά τον αξιολογούμενο. Οι κληθέντες αξιολογητές υποχρεούνται να παραστούν ενώπιον του Συμβουλίου, ενώ ο αξιολογούμενος δύναται να παραστεί ή να υποβάλει υπόμνημα ενώπιον αυτού. Σε περίπτωση που το Συμβούλιο κάνει δεκτή την ένσταση του αξιολογουμένου, η συνταχθείσα έκθεση αξιολόγησης θεωρείται άκυρη και διατάσσεται από τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας η σύνταξη νέας έκθεσης αξιολόγησης από αξιωματικό ανώτερο ή αρχαιότερο από τον πρώτο αξιολογητή.
    9.  
      Αν το Συμβούλιο, από τα τιθέμενα υπόψη του στοιχεία, δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλή κρίση επί της ενστάσεως, αποφασίζει τη διεξαγωγή σχετικής έρευνας, η οποία διατάσσεται από τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας και ενεργείται εντός μηνός από τη λήψη της σχετικής διαταγής. Το πόρισμα της έρευνας τίθεται υπόψη του Συμβουλίου, το οποίο αποφασίζει πλέον οριστικά επί της ενστάσεως.
    10.  
      Εάν από την ενεργηθείσα έρευνα αποδειχτεί σκόπιμη και μη αντικειμενική, δυσμενής ή ευμενής βαθμολογία του αξιολογούμενου, κινείται η πειθαρχική διαδικασία σε βάρος των υπαιτίων, σύμφωνα με τις διατάξεις του πειθαρχικού δικαίου.
Άρθρο 11
1.  
    Η εισαγωγική πρόταση της παραγράφου 2 του άρθρου 28 του π.δ. 24/1997 αντικαθίσταται ως εξής: 2 Η κρίση γίνεται με συνεκτίμηση των κατά την προηγούμενη παράγραφο στοιχείων των κρινομένων στη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους, εφόσον αυτά δεν αναφέρονται σε χρόνο πέραν της δεκαετίας από αυτήν και ιδιαίτερα στον κατεχόμενο και τον αμέσως προηγούμενο βαθμό, ως ακολούθως
Άρθρο 12
1.  
    Η παράγραφος 1 του άρθρου 29 του π.δ. 24/1997, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του π.δ. 104/2000 (Α΄ 99), αντικαθίσταται ως εξής:
    Οι αξιωματικοί κρίνονται κατά βαθμούς, ως ακολούθως
  1. Οι Υπαστυνόμοι Β΄ και οι Υπαστυνόμοι Α΄, προακτέοι ή παραμένοντες στον ίδιο βαθμό ή αποστρατευτέοι.
  2. Προακτέοι κρίνονται αυτοί που αξιολογούνται σε όλα τα επιμέρους ουσιαστικά τους προσόντα με βαθμό τουλάχιστον εξήντα ένα (61).
  3. Παραμένοντες στον ίδιο βαθμό αυτοί που αξιολογούνται σε όλα τα επιμέρους ουσιαστικά τους προσόντα με βαθμό τουλάχιστον σαράντα ένα (41).
  4. Αποστρατευτέοι κρίνονται αυτοί που δεν αξιολογούνται σε όλα τα επιμέρους ουσιαστικά τους προσόντα με βαθμό τουλάχιστον σαράντα ένα (41).
  5. Οι Αστυνόμοι Β΄, οι Αστυνόμοι Α΄ και οι Αστυνομικοί Υποδιευθυντές, προακτέοι κατ’ εκλογήν ή προακτέοι κατ’ αρχαιότητα ή παραμένοντες στον ίδιο βαθμό ή αποστρατευτέοι.
  6. Προακτέοι κατ’ εκλογήν κρίνονται αυτοί που αξιολογούνται σε όλα τα επιμέρους ουσιαστικά τους προσόντα με βαθμό τουλάχιστον ογδόντα ένα (81).
  7. Προακτέοι κατ’ αρχαιότητα κρίνονται αυτοί που αξιολογούνται σε όλα τα επιμέρους ουσιαστικά τους προσόντα με βαθμό τουλάχιστον εξήντα ένα (61).
  8. Παραμένοντες στον ίδιο βαθμό κρίνονται αυτοί που αξιολογούνται σε όλα τα επιμέρους ουσιαστικά τους προσόντα με βαθμό τουλάχιστον σαράντα ένα (41).
  9. Αποστρατευτέοι κρίνονται αυτοί που δεν αξιολογούνται σε όλα τα επιμέρους ουσιαστικά τους προσόντα με βαθμό τουλάχιστον σαράντα ένα (41).
  10. Οι Αστυνομικοί Διευθυντές, οι Ταξίαρχοι και οι Υποστράτηγοι, διατηρητέοι ή ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους ή αποστρατευτέοι ή προακτέοι ή μη προακτέοι.
  11. Διατηρητέοι κρίνονται οι Αστυνομικοί Διευθυντές που αξιολογούνται σε όλα τα επιμέρους ουσιαστικά τους προσόντα με βαθμό τουλάχιστον ογδόντα έξι (86) και οι Ταξίαρχοι και οι Υποστράτηγοι που αξιολογούνται σε όλα τα επιμέρους ουσιαστικά τους προσόντα με βαθμό τουλάχιστον ενενήντα ένα (91).
  12. Ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους κρίνονται αυτοί που αξιολογούνται σε όλα τα επιμέρους ουσιαστικά τους προσόντα με βαθμό τουλάχιστον εξήντα ένα (61).
  13. Αποστρατευτέοι κρίνονται αυτοί που δεν αξιολογούνται σε όλα τα επιμέρους ουσιαστικά τους προσόντα με βαθμό τουλάχιστον εξήντα ένα (61).
  14. Προακτέοι κρίνονται οι Αστυνομικοί Διευθυντές που αξιολογούνται σε όλα τα επιμέρους ουσιαστικά τους προσόντα με βαθμό τουλάχιστον ενενήντα ένα (91) και οι Ταξίαρχοι και οι Υποστράτηγοι που αξιολογούνται σε όλα τα επιμέρους ουσιαστικά τους προσόντα με βαθμό τουλάχιστον ενενήντα πέντε (95), και επιπλέον διαθέτουν τα ακόλουθα προσόντα.(1) Ευρεία διοικητική και επιτελική πείρα και ικανότητα που εγγυάται ότι θα ανταποκριθούν απόλυτα στα καθήκοντα οποιασδήποτε διοικητικής ή επιτελικής θέσης, που προβλέπεται για τον ανώτερο βαθμό.
  15. Η ως άνω διοικητική και επιτελική πείρα συνάγεται από την άσκηση διοίκησης και επιτελικών καθηκόντων σε υπηρεσίες του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας.
  16. (2) Γενικότερη επαγγελματική κατάρτιση που συνάγεται από την όλη σταδιοδρομία τους ως αξιωματικών και ειδικότερα από την ευδόκιμη αποφοίτησή τους από τις Σχολές της Αστυνομικής Ακαδημίας και την επίδοσή τους σε αυτές.
  17. Η κατοχή τίτλων σπουδών ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, η γνώση ξένων γλωσσών και η ευδόκιμη αποφοίτηση από τις Σχολές των Ενόπλων Δυνάμεων είναι ενισχυτικά στοιχεία.
  18. Το πτυχίο ανωτάτου εκπαιδευτικού ιδρύματος λαμβάνεται υπόψη, εφόσον αυτό δεν αποτέλεσε προϋπόθεση ονομασίας τους σε αξιωματικούς.
  19. Μη προακτέοι κρίνονται αυτοί που δε διαθέτουν τα απαιτούμενα για προαγωγή προσόντα.
  20. Η κρίση ως προακτέων ή μη προακτέων γίνεται μόνο προκειμένου να πληρωθούν κενές οργανικές θέσεις στον ανώτερο βαθμό.
  21. Προακτέοι κρίνονται, κατά τη σειρά αρχαιότητάς τους, τόσοι αξιωματικοί, όσες και οι κενές οργανικές θέσεις, μη προακτέοι δε, οι αξιωματικοί που είναι αρχαιότεροι του τελευταίου προακτέου.
2.  
    Η παράγραφος 2 του άρθρου 29 του π.δ. 24/1997 αντικαθίσταται ως εξής:
    Οι διανύοντες τον τελευταίο βαθμό εξελίξεώς τους αξιωματικοί κρίνονται ως διατηρητέοι ή ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους ή αποστρατευτέοι. Διατηρητέοι κρίνονται οι ανώτατοι αξιωματικοί που αξιολογούνται σε όλα τα επιμέρους ουσιαστικά τους προσόντα με βαθμό τουλάχιστον ενενήντα πέντε (95) και οι ανώτεροι αξιωματικοί που αξιολογούνται σε όλα τα επιμέρους ουσιαστικά τους προσόντα με βαθμό τουλάχιστον ογδόντα ένα (81). Ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους κρίνονται οι ανώτατοι αξιωματικοί που αξιολογούνται σε όλα τα επιμέρους ουσιαστικά τους προσόντα με βαθμό τουλάχιστον ογδόντα ένα (81) και οι ανώτεροι αξιωματικοί που αξιολογούνται σε όλα τα επιμέρους ουσιαστικά τους προσόντα με βαθμό τουλάχιστον εξήντα ένα (61). Αποστρατευτέοι κρίνονται οι ανώτατοι αξιωματικοί που δεν αξιολογούνται σε όλα τα επιμέρους ουσιαστικά τους προσόντα με βαθμό τουλάχιστον ογδόντα ένα (81) και οι ανώτεροι αξιωματικοί που δεν αξιολογούνται σε όλα τα επιμέρους ουσιαστικά τους προσόντα με βαθμό τουλάχιστον εξήντα ένα (61).
3.  
    Η παράγραφος 3 του άρθρου 29 του π.δ. 24/1997 αντικαθίσταται ως εξής:
    Οι αξιωματικοί που αποστρατεύονται λόγω ορίου ηλικίας ή συμπληρώσεως 35ετίας κρίνονται ως ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους ή αποστρατευτέοι. Ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους κρίνονται αυτοί που αξιολογούνται σε όλα τα επιμέρους ουσιαστικά τους προσόντα με βαθμό τουλάχιστον εξήντα ένα (61). Αποστρατευτέοι κρίνονται αυτοί που δεν αξιολογούνται σε όλα τα επιμέρους ουσιαστικά τους προσόντα με βαθμό τουλάχιστον εξήντα ένα (61).
Άρθρο 13
1.  
    Η παράγραφος 1 του άρθρου 31 του π.δ. 24/1997, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του π.δ. 4/2016, αντικαθίσταται ως εξής:
    Οι αξιωματικοί κρίνονται τακτικώς κατά το χρονικό διάστημα από 21 Ιανουαρίου μέχρι τέλος Φεβρουαρίου κάθε έτους και εκτάκτως, στις περιπτώσεις, που προβλέπεται ειδικώς από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος.
Άρθρο 14
1.  
    Το άρθρο 35 του π.δ. 24/1997, όπως οι παράγραφοι 1, 2 και 3 αυτού είχαν αντικατασταθεί με την παράγραφο 2 του άρθρου 2 του π.δ. 147/2000, τροποποιείται ως εξής: Άρθρο 35 Αρμοδιότητες των Συμβουλίων. 1 Το Συμβούλιο Κρίσης Αντιστρατήγων είναι αρμόδιο για 1 Τις κρίσεις των Αντιστρατήγων και τις επανακρίσεις των Υποστρατήγων, των Ταξιάρχων και των Αστυνομικών Διευθυντών. 2 Την κρίση, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, περί απονομής του Αστυνομικού Αριστείου Ανδραγαθίας, σε περίπτωση πράξης ανδραγαθίας Αντιστρατήγων ή στην περίπτωση πράξης, κατά την οποία έλαβαν μέρος αστυνομικοί διαφόρων βαθμών και ο αξιωματικός που φέρει τον ανώτερο βαθμό είναι Αντιστράτηγος. 3 Την εξέταση των προσφυγών κατά των αποφάσεων του Ανωτάτου Συμβουλίου που αφορούν στην απονομή ή όχι του Αστυνομικού Αριστείου Ανδραγαθίας. 2 Το Ανώτατο Συμβούλιο είναι αρμόδιο για 1 Τις κρίσεις των Υποστρατήγων, των Ταξιάρχων και των Αστυνομικών Διευθυντών και τις επανακρίσεις των Αστυνομικών Υποδιευθυντών και των Αστυνόμων Α΄. 2 Την απονομή του Αστυνομικού Αριστείου Ανδραγαθίας, σε περίπτωση πράξης ανδραγαθίας Υποστρατήγων, Ταξιάρχων ή Αστυνομικών Διευθυντών ή στην περίπτωση πράξης, κατά την οποία έλαβαν μέρος αστυνομικοί διαφόρων βαθμών και ο αξιωματικός που φέρει τον ανώτερο βαθμό είναι Υποστράτηγος ή Ταξίαρχος ή Αστυνομικός Διευθυντής. 3 Την εξέταση των προσφυγών κατά των αποφάσεων του Ανωτέρου Συμβουλίου που αφορούν στην απονομή ή όχι του Αστυνομικού Αριστείου Ανδραγαθίας. 3 Το Ανώτερο Συμβούλιο είναι αρμόδιο για 1 Τις κρίσεις των Αστυνομικών Υποδιευθυντών και των Αστυνόμων Α΄ και τις επανακρίσεις των κατωτέρων Αξιωματικών. 2 Την απονομή του Αστυνομικού Αριστείου Ανδραγαθίας, σε περίπτωση πράξης ανδραγαθίας Αστυνομικών Υποδιευθυντών ή Αστυνόμων Α΄ ή στην περίπτωση πράξης, κατά την οποία έλαβαν μέρος αστυνομικοί διαφόρων βαθμών και ο αξιωματικός που φέρει τον ανώτερο βαθμό είναι Αστυνομικός Υποδιευθυντής ή Αστυνόμος Α΄. 3 Την εξέταση των προσφυγών κατά των αποφάσεων του Κατωτέρου Συμβουλίου που αφορούν στην απονομή ή όχι του Αστυνομικού Αριστείου Ανδραγαθίας. 4 Το Κατώτερο Συμβούλιο είναι αρμόδιο για 1 Τις κρίσεις των κατωτέρων αξιωματικών. 2 Την απονομή του Αστυνομικού Αριστείου Ανδραγαθίας, σε περίπτωση πράξης ανδραγαθίας κατά την οποία έλαβαν μέρος αστυνομικοί διαφόρων βαθμών έως και του βαθμού του Αστυνόμου Β΄.
Άρθρο 15
1.  
    Η εισαγωγική πρόταση της παραγράφου 1 του άρθρου 42 του π.δ. 24/1997 αντικαθίσταται ως εξής: 1 Συντρεχουσών των λοιπών προϋποθέσεων προαγωγής κατά τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος, οι Υπαστυνόμοι Α΄, Αστυνόμοι Β΄, Αστυνόμοι Α΄ και Αστυνομικοί Υποδιευθυντές, προάγονται στον ανώτερο βαθμό, ανεξαρτήτως υπάρξεως κενών θέσεων, εάν έχουν συμπληρώσει τον ακόλουθο χρόνο πραγματικής συνολικής υπηρεσίας αξιωματικού
Άρθρο 16
1.  
    Η παράγραφος 4 του άρθρου 46 του π.δ. 24/1997, η οποία είχε προστεθεί με την παράγραφο 5 του άρθρου 1 του π.δ. 132/2002 (Α΄ 108), αντικαθίσταται ως εξής:
    Αξιωματικοί που είναι γραμμένοι σε πίνακα προακτέων, μη προακτέων ή διατηρητέων και προάγονται στον επόμενο βαθμό, ενόψει αποστρατείας, εκτός οργανικών θέσεων, αποστρατεύονται ως ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους.
Άρθρο 17
1.  
    Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 49 του π.δ. 24/1997, όπως είχε αντικατασταθεί με την παράγραφο 4 του άρθρου 6 του π.δ.81/2016 (Α΄ 150), αντικαθίσταται ως εξής: Οι ενδιαφερόμενοι δύνανται να παραμένουν στην ενεργό υπηρεσία, για κάθε έτος, ύστερα από απόφαση, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, του αρμοδίου συμβουλίου κρίσεων της Ελληνικής Αστυνομίας, το οποίο συνεκτιμά τις υφιστάμενες υπηρεσιακές ανάγκες, την αιτιολογημένη πρόταση του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας των ενδιαφερομένων επί της δήλωσής των και τα τηρούμενα στους ατομικούς τους φακέλους και λοιπά ατομικά έγγραφα στοιχεία, ιδίως αυτά που αφορούν στην πειθαρχία τους, την εν γένει κατάσταση της υγείας τους και την αποδοτικότητά τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορούν να παραμείνουν στην ενεργό υπηρεσία, όσοι έχουν κριθεί δυσμενώς καθ’ όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους ως αξιωματικοί, αξιολογήθηκαν με βαθμό που δικαιολογεί για τους ομοιοβάθμους τους δυσμενή κρίση στον κατεχόμενο βαθμό, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 29, έχουν τιμωρηθεί με ανώτερη πειθαρχική ποινή ή έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα με απόφαση ποινικού δικαστηρίου για κάποιο αδίκημα εκ των αναφερομένων στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 του ν. 2713/1999 (Α΄ 89) σε όλη τη σταδιοδρομία τους, απουσίασαν από τα καθήκοντά τους πλέον του τριμήνου την τελευταία διετία ή πλέον της διετίας καθ’ όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους στο Σώμα, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η απουσία τους η οφειλόμενη σε νόσο, πάθηση ή βλάβη που επήλθε κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας και ένεκα αυτής. Για όσους αξιωματικούς κρίνεται με απόφαση του αρμοδίου συμβουλίου κρίσεων ότι πληρούν τις προϋποθέσεις παραμονής στην ενεργό υπηρεσία, εκδίδεται σχετική διαπιστωτική πράξη του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας. Όσοι αξιωματικοί δεν πληρούν τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις παραμονής στην ενεργό υπηρεσία, κρίνονται εν συνεχεία, ενόψει αυτεπάγγελτης αποστρατείας, λόγω καταλήψεώς τους από το όριο ηλικίας του βαθμού τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 29 και αποστρατεύονται αυτεπάγγελτα μετά την κύρωση των σχετικών πινάκων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 33 παρ. 5 και 43 παρ. 1. Οι ανωτέρω αξιωματικοί κρίνονται ενόψει αποστρατείας, ύστερα από αίτησή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 29, εφόσον έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον ένα (1) έτος στο βαθμό τους και αποστρατεύονται αυτεπάγγελτα μετά την κύρωση των σχετικών πινάκων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 33 παρ. 5 και 43 παρ. 1. .
Άρθρο 18
1.  
    Η παράγραφος 1 του άρθρου 50 του π.δ. 24/1997, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 2 του π.δ. 31/1999 (Α΄ 33) και στη συνέχεια είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 1 του π.δ. 42/2013 (Α΄ 76), το άρθρο 3 του π.δ. 164/2013 και το άρθρο 7 του π.δ. 81/2016, αντικαθίσταται ως εξής:
    Για τους αξιωματικούς μέχρι και το βαθμό του Αστυνομικού Διευθυντή που συμπληρώνουν 35ετία μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του έτους των κρίσεων, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 49, κρινόμενοι έκτακτα εντός μηνός από τη συμπλήρωσή της, εφόσον συντρέχει περίπτωση, και αποστρατεύονται αυτεπάγγελτα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 33 παρ. 5 και 43 παρ. 1. Κατ’ εξαίρεση, όσοι από τους ανωτέρω αξιωματικούς, επιθυμούν να παραμείνουν στην ενεργό υπηρεσία και μετά τη συμπλήρωση της 35ετίας, δύνανται να υποβάλλουν σχετική αίτηση, που δεν ανακαλείται, στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού/Α.Ε.Α., εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών πριν από τη συμπλήρωσή της. Οι ενδιαφερόμενοι δύνανται να παραμένουν στην ενεργό υπηρεσία, ύστερα από απόφαση, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, του αρμοδίου συμβουλίου κρίσεων της Ελληνικής Αστυνομίας, το οποίο συνεκτιμά τις υφιστάμενες υπηρεσιακές ανάγκες, την αιτιολογημένη πρόταση του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας των ενδιαφερομένων επί της δήλωσής των και τα τηρούμενα στους ατομικούς τους φακέλους και λοιπά ατομικά έγγραφα στοιχεία, ιδίως αυτά που αφορούν στην πειθαρχία τους, την εν γένει κατάσταση της υγείας τους και την αποδοτικότητά τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορούν να παραμείνουν στην ενεργό υπηρεσία, όσοι έχουν κριθεί δυσμενώς καθ’ όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους ως αξιωματικοί, αξιολογήθηκαν με βαθμό που δικαιολογεί για τους ομοιοβάθμους τους δυσμενή κρίση στον κατεχόμενο βαθμό, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 29, έχουν τιμωρηθεί με ανώτερη πειθαρχική ποινή ή έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα με απόφαση ποινικού δικαστηρίου για κάποιο αδίκημα εκ των αναφερομένων στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 του ν. 2713/1999 (Α΄ 89) σε όλη τη σταδιοδρομία τους, απουσίασαν από τα καθήκοντά τους πλέον του τριμήνου την τελευταία διετία ή πλέον της διετίας καθ’ όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους στο Σώμα, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η απουσία τους η οφειλόμενη σε νόσο, πάθηση ή βλάβη που επήλθε κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας και ένεκα αυτής. Για όσους αξιωματικούς κρίνεται με απόφαση του αρμοδίου συμβουλίου κρίσεων ότι πληρούν τις προϋποθέσεις παραμονής στην ενεργό υπηρεσία, εκδίδεται σχετική διαπιστωτική πράξη του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας. Όσοι αξιωματικοί δεν πληρούν τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις παραμονής στην ενεργό υπηρεσία, κρίνονται εν συνεχεία, ενόψει αυτεπάγγελτης αποστρατείας, λόγω συμπληρώσεως 35ετίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 29 και αποστρατεύονται αυτεπάγγελτα μετά την κύρωση των σχετικών πινάκων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 33 παρ. 5 και 43 παρ. 1. Οι ανωτέρω αξιωματικοί κρίνονται ενόψει αποστρατείας, ύστερα από αίτησή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 29, εφόσον έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον ένα (1) έτος στο βαθμό τους και αποστρατεύονται αυτεπάγγελτα μετά την κύρωση των σχετικών πινάκων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 33 παρ. 5 και 43 παρ. 1.
Άρθρο 19
1.  
    Η παράγραφος 1 του άρθρου 54 του π.δ. 24/1997, όπως είχε αντικατασταθεί με την παράγραφο 2 του άρθρου 2 του π.δ. 104/2000, αντικαθίσταται ως εξής:
    Οι αξιωματικοί μέχρι και το βαθμό του Υποστρατήγου που κρίνονται δυσμενώς από τα αρμόδια συμβούλια, δικαιούνται, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από της κοινοποιήσεως σε αυτούς των πρακτικών των συμβουλίων, να προσφύγουν στα αρμόδια δευτεροβάθμια συμβούλια προς επανάκριση, εκθέτοντας τους λόγους που συντρέχουν για την ευμενέστερη κρίση τους.
Άρθρο 20
1.  
    Εξαίρετος Εξαίρετος 10 από 91 μέχρι και 100 ΠαλαιόςΧαρακτηρισμός Νέος Χαρακτηρισμός Παλαιές εκθέσεις αξιολόγησης Νέες εκθέσεις αξιολόγησης
2.  
    Η κλίμακα βαθμολογίας των επί μέρους ουσιαστικών προσόντων της παραγράφου 3 του άρθρου 9 έχει την παρακάτω αντιστοιχία προς την υπάρχουσα, όπως ισχύει, πριν την τροποποίησή της από το παρόν διάταγμα: ΠαλαιόςΧαρακτηρισμός Νέος Χαρακτηρισμός Παλαιές εκθέσεις αξιολόγησης Νέες εκθέσεις αξιολόγησης
3.  
    Καλός Καλός 7 ή 6 από 61 μέχρι και 80,99
4.  
    Σχεδόν Καλός Μέτριος 5 ή 4 από 41 μέχρι και 60,99
5.  
    Απαράδεκτος Ανεπαρκής 3 ή 2 ή 1 από 1 μέχρι και 40,99
Άρθρο 21
1.  
    Η εισαγωγική πρόταση της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του π.δ. 100/2003 (Α΄ 94) αντικαθίσταται ως εξής: 1 Ως τόπος συμφερόντων του αστυνομικού θεωρείται ο Δήμος ή η Κοινότητα της επιλογής του, εφόσον ο τόπος αυτός αποτελεί έδρα αστυνομικής Υπηρεσίας και περιλαμβάνεται μεταξύ των κατωτέρω περιοριστικά αναφερόμενων τόπων
Άρθρο 22
1.  
    Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του π.δ. 100/2003 αντικαθίσταται ως εξής:
  1. α. Της απόστασης της έδρας της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής ή Θεσσαλονίκης ή της Αστυνομικής Διεύθυνσης στην οποία υπάγεται η Υπηρεσία που υπηρετεί από την έδρα της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής ή Θεσσαλονίκης ή της Αστυνομικής Διεύθυνσης στην οποία υπάγεται ο τόπος συμφερόντων του.
  2. Για τον υπολογισμό των συνολικών μορίων, όσον αφορά στις ηπειρωτικές περιοχές, λαμβάνεται υπόψη η συντομότερη, χιλιομετρικά, διαδρομή, όπως αυτή ισχύει κατά την ημερομηνία λήξης προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων του τρέχοντος έτους μετάθεσης, όσον δε αφορά στις νησιωτικές περιοχές η απόσταση υπολογίζεται από το κύριο λιμάνι του νησιού.
Άρθρο 23
1.  
    Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του π.δ. 100/2003, όπως αυτή είχε αντικατασταθεί με την παράγραφο 2 του άρθρου 4 του π.δ. 75/2016 (Α΄ 138), αντικαθίσταται ως εξής: 2 Οι νεοεξερχόμενοι Αστυφύλακες τοποθετούνται υποχρεωτικά και δεν μετακινούνται για οποιοδήποτε λόγο, με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του άρθρου 12, για τα πρώτα δύο (2) έτη από την αποφοίτησή τους από τη Σχολή Αστυφυλάκων σε Αστυνομικά Τμήματα και Αστυνομικούς Σταθμούς και για τα επόμενα δύο (2) έτη σε Αστυνομικά Τμήματα, Αστυνομικούς Σταθμούς, Τμήματα Τροχαίας, Τμήματα Αστυνομικών Επιχειρήσεων, Τμήματα Διαχείρισης Μετανάστευσης, Τμήματα Αλλοδαπών, Τμήματα Συνοριακής Φύλαξης, Προαναχωρησιακά Κέντρα Κράτησης Αλλοδαπών, Τμήματα και Υποδιευθύνσεις Ασφαλείας, καθώς και σε Υπηρεσίες των Διευθύνσεων Αστυνομικών Επιχειρήσεων, Άμεσης Δράσης, Μεταγωγών Δικαστηρίων και Αστυνόμευσης Αερολιμένα, πλην των Επιτελείων αυτών. .
Άρθρο 24
1.  
    Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του π.δ. 100/2003, όπως αυτή είχε αντικατασταθεί με την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του π.δ. 75/2016, αντικαθίσταται ως εξής: Για τον υπολογισμό των ως άνω κενών θέσεων δεν λαμβάνονται υπόψη οι θέσεις που θα πληρωθούν από τους κατώτερους αξιωματικούς κατά τις τακτικές μεταθέσεις. .
2.  
    Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του π.δ. 100/2003, όπως αυτή είχε αντικατασταθεί με την παράγραφο 2 του άρθρου 5 του π.δ. 75/2016, αντικαθίσταται ως εξής: 2 Οι νεοεξερχόμενοι Υπαστυνόμοι Β΄ τοποθετούνται υποχρεωτικά και δεν μετακινούνται για οποιοδήποτε λόγο, με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του άρθρου 12, για τα πρώτα δύο (2) έτη από την αποφοίτησή τους από τη Σχολή Αξιωματικών σε Αστυνομικά Τμήματα και για τα επόμενα δύο (2) έτη σε Αστυνομικά Τμήματα, Αστυνομικούς Σταθμούς, Τμήματα Τροχαίας, Τμήματα Αστυνομικών Επιχειρήσεων, Τμήματα Διαχείρισης Μετανάστευσης, Τμήματα Αλλοδαπών, Τμήματα Συνοριακής Φύλαξης, Προαναχωρησιακά Κέντρα Κράτησης Αλλοδαπών, Τμήματα και Υποδιευθύνσεις Ασφαλείας, καθώς και σε Υπηρεσίες των Διευθύνσεων Αστυνομικών Επιχειρήσεων, Άμεσης Δράσης, Μεταγωγών Δικαστηρίων και Αστυνόμευσης Αερολιμένα, πλην των Επιτελείων αυτών. .
3.  
    Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του π.δ. 100/2003, όπως αυτή είχε αντικατασταθεί με την παράγραφο 2 του άρθρου 5 του π.δ. 75/2016, καταργείται.
4.  
    Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 8 του π.δ. 100/2003, όπως είχε αντικατασταθεί με την παράγραφο 4 του άρθρου 5 του π.δ. 75/2016, αντικαθίσταται ως εξής: Ποσοστό 5% των νεοεξερχομένων που προηγείται στη σειρά εξόδου, όσοι έχουν στην περιοχή για την οποία ζητούν τοποθέτηση τον τόπο συμφερόντων τους, καθώς και όσοι πληρούν τις προϋποθέσεις συνυπηρέτησης με συζύγους δικαστικούς λειτουργούς, συνοριακούς φύλακες, στρατιωτικούς, αστυνομικούς, λιμενικούς και πυροσβεστικούς υπαλλήλους, τοποθετούνται στις προκηρυχθείσες θέσεις με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, κατά προτεραιότητα, με βάση την ως άνω αναγραφόμενη σειρά και εφόσον έχουν υποβληθεί στην Υπηρεσία τα απαραίτητα πιστοποιητικά. Στην περίπτωση νεοεξερχόμενου Υπαστυνόμου Β΄, ο οποίος είναι έγγαμος με ομοτάξιο/ομοτάξια συνάδελφό του, αυτός που συγκεντρώνει το μικρότερο αριθμό μορίων ακολουθεί εκείνον που συγκεντρώνει το μεγαλύτερο αριθμό μορίων, ανεξαρτήτως της δηλωθείσας σειράς προτίμησης των προκηρυχθεισών θέσεων. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται υπό την προϋπόθεση ότι έχουν προκηρυχθεί τουλάχιστον δύο θέσεις προς κάλυψη στην περιοχή μετάθεσης την οποία αφορά η αίτηση τοποθέτησης και δεν έχουν καλυφθεί από άλλον ενδιαφερόμενο. .
Άρθρο 25
1.  
    Η παράγραφος 1 του άρθρου 9 του π.δ. 100/2003 αντικαθίσταται ως εξής:
    Οι αποφοιτούντες από το Τ.Ε.Μ.Α. Υπαστυνόμοι Β΄ τοποθετούνται σε κενές θέσεις του βαθμού τους, με υπηρεσιακά και κοινωνικά κριτήρια, σε Υπηρεσίες της περιοχής μετάθεσης από την οποία προέρχονται ή αυτής την οποία δηλώνουν ως προτίμηση ή άλλης εντός της Γενικής Περιφερειακής Αστυνομικής Διεύθυνσης όπου ανήκουν οι ως άνω περιοχές μετάθεσης ή όμορης περιοχής μετάθεσης των ανωτέρω της ηπειρωτικής Ελλάδας.
Άρθρο 26
1.  
    Στο τέλος της υποπερίπτωσης (1) της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 12 του π.δ. 100/2003, προστίθενται εδάφια ως εξής: Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται μετάθεση Αστυνομικού Υποδιευθυντή, ο οποίος έχει συμπληρώσει τουλάχιστον δύο (2) έτη στον κατεχόμενο βαθμό, σε Υπηρεσία άλλης περιοχής μετάθεσης εντός της ιδίας Γενικής Περιφερειακής Αστυνομικής Διεύθυνσης ή σε Υπηρεσία όμορης περιοχής μετάθεσης της ηπειρωτικής Ελλάδας Αστυνομικοί Υποδιευθυντές που μετατέθηκαν, σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου, μετατίθενται υποχρεωτικά σε Υπηρεσία της περιοχής μετάθεσης από την οποία προήλθαν, εφόσον συμπληρώνουν, μέχρι την 15η Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους, δύο (2) έτη σε Υπηρεσίες της αυτής περιοχής μετάθεσης και υποβάλουν σχετική προς τούτο αίτηση.
Άρθρο 27
1.  
    Η περίπτωση στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του π.δ. 100/2003 καταργείται.
2.  
    Το τρίτο, τέταρτο και πέμπτο εδάφιο της περίπτωσης ια΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του π.δ. 100/2003, όπως αυτή είχε αντικατασταθεί με την παρ. 2 του άρθρου 10 του π.δ. 75/2016, αντικαθίστανται ως εξής: Ο ενδιαφερόμενος που επιθυμεί να πραγματοποιήσει αμοιβαία μετάθεση και περιλαμβάνεται ως πρώτος επιλαχών στους πίνακες των τακτικών μεταθέσεων, υποχρεούται να υποβάλει σχετικό αίτημα με τον πρώτο επιλαχόντα των ως άνω πινάκων της αντίστοιχης περιοχής στην οποία επιθυμεί να μετατεθεί Σε περίπτωση μη επιθυμίας του πρώτου επιλαχόντα, με μέριμνα του ενδιαφερομένου κινείται η ίδια διαδικασία με τον δεύτερο επιλαχόντα και ούτω καθεξής Η έλλειψη επιθυμίας του εκάστοτε επιλαχόντα προκύπτει από το περιεχόμενο σχετικής υπεύθυνης δήλωσης αυτού, την οποία προσκομίζει μαζί με το αίτημα αμοιβαίας μετάθεσης ο ενδιαφερόμενος.
3.  
    Στο τέλος της περίπτωσης ιη΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του π.δ. 100/2003 προστίθεται εδάφιο ως εξής: Ειδικότερα, οι μεταθέσεις που πραγματοποιούνται μετά την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης για την απόκτηση της σχετικής ειδικότητας, διενεργούνται με βάση τα ακόλουθα, κατά σειρά προτεραιότητας, κριτήρια α) βαθμολογία τελικής επίδοσης, β) οικογενειακή κατάσταση, γ) τόπος συμφερόντων και δ) αρχαιότητα.
4.  
    Η περίπτωση κγ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του π.δ. 100/2003, όπως αυτή είχε προστεθεί με την παράγραφο 4 του άρθρου 10 του π.δ. 75/2016, αντικαθίσταται ως εξής:
  1. Σε περίπτωση θανάτου γονέα ή αδελφού, ο οποίος υπηρετούσε στην Ελληνική Αστυνομία, τις Ένοπλες Δυνάμεις, το Πυροσβεστικό Σώμα ή το Λιμενικό Σώμα – Ελληνική Ακτοφυλακή και τραυματίστηκε θανάσιμα κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας και ένεκα αυτής.
  2. Εφόσον υφίσταται έτερο τέκνο ή αδελφός που υπηρετεί στην Ελληνική Αστυνομία, ως ένστολο προσωπικό, η χρήση του δικαιώματος της παρούσας περίπτωσης είναι δυνατή μόνο από έναν από τους ενδιαφερομένους.
  3. Η αίτηση έκτακτης μετάθεσης υποβάλλεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) έτους από την επέλευση του θανάτου, υπό την προϋπόθεση περαίωσης της διαταχθείσας Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης και σε κάθε περίπτωση εντός τριών (3) μηνών από την περαίωση αυτής.
  4. Οι αιτούντες αστυνομικοί δύνανται να μετατεθούν κάνοντας άπαξ χρήση του δικαιώματος της παρούσας περίπτωσης και υπό τον όρο ότι δεν έχουν κάνει χρήση του δικαιώματος που απορρέει από τις διατάξεις των περιπτώσεων β΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 42 του ν. 1481/1984 (Α΄ 152).
Άρθρο 28
1.  
    Μετά το τέλος της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του π.δ. 100/2003, προστίθεται εδάφιο ως εξής: Οι νεοεξερχόμενοι Υπαστυνόμοι Β΄ από τη Σχολή Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας δύνανται να αποσπώνται μόνο σε Αστυνομικά Τμήματα ή Αστυνομικούς Σταθμούς της αυτής περιοχής μετάθεσης, μετά την παρέλευση ενός (1) έτους από την τοποθέτησή τους και υπό την προϋπόθεση ότι δεν είναι δυνατή η απόσπαση έτερου αξιωματικού για την εν λόγω αναπλήρωση.
2.  
    Η περίπτωση ιζ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του π.δ. 100/2003, όπως αυτή προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 11 του π.δ. 75/2016, αντικαθίσταται ως εξής:
  1. Για τους νεοεξερχόμενους Αστυφύλακες από τη Σχολή Αστυφυλάκων και τους νεοεξερχόμενους Υπαστυνόμους Β΄ από τη Σχολή Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας σε Αστυνομικά Τμήματα των Διευθύνσεων Αστυνομίας Αλεξανδρούπολης, Ορεστιάδας, Λέσβου, Σάμου, Χίου, Α΄ Δωδεκανήσου και Β΄ Δωδεκανήσου, μετά την παρέλευση ενός (1) έτους από την τοποθέτησή τους.
3.  
    Μετά την περίπτωση ιζ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του π.δ. 100/2003, όπως αυτή προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 11 του π.δ. 75/2016, προστίθεται περίπτωση ιη΄ ως εξής: 1 Λόγω ορισμού αξιωματικού ως τακτικού προέδρου ή γραμματέα - εισηγητή, αποκλειστικής απασχόλησης, σε Πειθαρχικό Συμβούλιο, για όσο διαρκεί η θητεία του Στην περίπτωση αυτή, ο αξιωματικός αποσπάται στη γραμματεία του οικείου Πειθαρχικού Συμβουλίου.
4.  
    Μετά την περίπτωση β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 19 του π.δ. 100/2003, προστίθεται περίπτωση γ΄, ως εξής: 1 Από το εκάστοτε αρμόδιο για τις μεταθέσεις Συμβούλιο στις περιπτώσεις ιε΄ και ιστ΄ της παραγράφου 2.
Άρθρο 29
1.  
    Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του π.δ. 211/2005 αντικαθίσταται ως εξής:
  1. α. Της απόστασης της έδρας της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής ή Θεσσαλονίκης ή της Αστυνομικής Διεύθυνσης στην οποία υπάγεται η Υπηρεσία που υπηρετεί από την έδρα της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής ή Θεσσαλονίκης ή της Αστυνομικής Διεύθυνσης στην οποία υπάγεται ο τόπος συμφερόντων του.
  2. Για τον υπολογισμό των συνολικών μορίων, όσον αφορά στις ηπειρωτικές περιοχές, λαμβάνεται υπόψη η συντομότερη, χιλιομετρικά, διαδρομή, όπως αυτή ισχύει κατά την ημερομηνία λήξης προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων του τρέχοντος έτους μετάθεσης, όσον δε αφορά στις νησιωτικές περιοχές η απόσταση υπολογίζεται από το κύριο λιμάνι του νησιού.
Άρθρο 30
1.  
    Το τρίτο, τέταρτο και πέμπτο εδάφιο της περίπτωσης στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του π.δ. 211/2005, όπως αυτή είχε αντικατασταθεί με την παρ. 3 του άρθρου 21 του π.δ. 75/2016, αντικαθίστανται ως εξής: Ο ενδιαφερόμενος που επιθυμεί να πραγματοποιήσει αμοιβαία μετάθεση και περιλαμβάνεται ως πρώτος επιλαχών στους πίνακες των τακτικών μεταθέσεων, υποχρεούται να υποβάλει σχετικό αίτημα με τον πρώτο επιλαχόντα των ως άνω πινάκων της αντίστοιχης περιοχής στην οποία επιθυμεί να μετατεθεί Σε περίπτωση μη επιθυμίας του πρώτου επιλαχόντα, με μέριμνα του ενδιαφερομένου κινείται η ίδια διαδικασία με τον δεύτερο επιλαχόντα και ούτω καθεξής Η έλλειψη επιθυμίας του εκάστοτε επιλαχόντα προκύπτει από το περιεχόμενο σχετικής υπεύθυνης δήλωσης αυτού, την οποία προσκομίζει μαζί με το αίτημα αμοιβαίας μετάθεσης ο ενδιαφερόμενος.
2.  
    Η περίπτωση η΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του π.δ. 211/2005, όπως αυτή είχε προστεθεί με την παράγραφο 5 του άρθρου 21 του π.δ. 75/2016, αντικαθίσταται ως εξής:
  1. Σε περίπτωση θανάτου γονέα ή αδελφού, ο οποίος υπηρετούσε στην Ελληνική Αστυνομία, τις Ένοπλες Δυνάμεις, το Πυροσβεστικό Σώμα ή το Λιμενικό Σώμα – Ελληνική Ακτοφυλακή και τραυματίστηκε θανάσιμα κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας και ένεκα αυτής.
  2. Εφόσον υφίσταται έτερο τέκνο ή αδελφός που υπηρετεί στην Ελληνική Αστυνομία, ως ένστολο προσωπικό, η χρήση του δικαιώματος της παρούσας περίπτωσης είναι δυνατή μόνο από έναν από τους ενδιαφερομένους.
  3. Η αίτηση έκτακτης μετάθεσης υποβάλλεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) έτους από την επέλευση του θανάτου, υπό την προϋπόθεση περαίωσης της διαταχθείσας Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης και σε κάθε περίπτωση εντός τριών (3) μηνών από την περαίωση αυτής.
  4. Οι αιτούντες συνοριακοί φύλακες ή ειδικοί φρουροί δύνανται να μετατεθούν κάνοντας άπαξ χρήση του δικαιώματος της παρούσας περίπτωσης και υπό τον όρο ότι δεν έχουν κάνει χρήση του δικαιώματος που απορρέει από τις διατάξεις του πέμπτου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 9 του ν. 2734/1999 (Α΄ 161).
3.  
    Μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 15 του π.δ. 211/2005 προστίθεται εδάφιο ως εξής: Οι αποσπάσεις των περιπτώσεων ε΄ και στ΄ της παραγράφου 1 από μία περιοχή μετάθεσης σε άλλη, αποφασίζονται από το εκάστοτε αρμόδιο για τις μεταθέσεις Συμβούλιο.
Άρθρο 31
1.  
    Η παράγραφος 4 του άρθρου 1 του π.δ. 144/1991 (Α΄ 59) αντικαθίσταται ως εξής:
    Ο Υπουργός Εσωτερικών υποχρεούται, εντός μηνός από την ημερομηνία λήψης της ένορκης διοικητικής εξέτασης, ή να διατάξει τη συμπλήρωση αυτής, όταν κρίνει τούτο απαραίτητο και μόνο για μία φορά, ή να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο συμβούλιο κρίσης αξιωματικών, όπως αυτό καθορίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις παραγράφους 1-4 του άρθρου 35 του π.δ. 24/1997.
2.  
    Η παράγραφος 5 του άρθρου 1 του π.δ. 144/1991 αντικαθίσταται ως εξής:
    Κατά των αποφάσεων του εκάστοτε αρμοδίου συμβουλίου κρίσης αξιωματικών, με εξαίρεση τις αποφάσεις του Συμβουλίου Κρίσης Αντιστρατήγων, επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής στο αμέσως ανώτερο συμβούλιο κρίσης αξιωματικών, το οποίο εξετάζει τόσο τη νομιμότητα της πράξης, όσο και την ουσία της υπόθεσης. Δικαίωμα άσκησης προσφυγής έχουν τόσο ο Υπουργός Εσωτερικών, ο οποίος δύναται να την ασκήσει εντός αποκλειστικής προθεσμίας σαράντα πέντε (45) ημερών από την ημερομηνία που περιήλθε σε αυτόν η απόφαση, όσο και ο υπό κρίση αστυνομικός, ο οποίος δύναται να την ασκήσει εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία που κοινοποιήθηκε σε αυτόν η απόφαση. Το συμβούλιο οφείλει να αποφανθεί εντός ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή της προσφυγής σε αυτό. Οι αποφάσεις του συμβουλίου κατά των οποίων δεν ασκήθηκε προσφυγή, καθώς και οι αποφάσεις του συμβουλίου μετά την εξέταση της άσκησης της προσφυγής, είναι υποχρεωτικές για τον Υπουργό, ο οποίος εντός μηνός από την ημερομηνία που περιήλθε σε αυτόν η απόφαση προτείνει την έκδοση προεδρικού διατάγματος για την απονομή του Αστυνομικού Αριστείου Ανδραγαθίας.
Άρθρο 32
1.  
    Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 34 του π.δ. 120/2008 (Α΄ 182), αντικαθίσταται ως εξής: 3 Τα Πειθαρχικά Συμβούλια, πλην του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου, συγκροτούνται το Μάρτιο κάθε έτους με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, με την οποία καθορίζεται η αρμοδιότητά τους και ορίζονται τα τακτικά και ισάριθμα αναπληρωματικά μέλη τους με ετήσια θητεία. .
2.  
    Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 34 του π.δ. 120/2008 αντικαθίσταται ως εξής: 5 Τα διοικητικά συμβούλια των ομοσπονδιών συνδικαλιστικών ενώσεων, κατ’ έτος και κατά το πρώτο δεκαήμερο του Μαρτίου, προτείνουν εγγράφως στο Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας τα οριζόμενα από αυτά μέλη των Πειθαρχικών Συμβουλίων, τα οποία για μεν τα Συμβούλια της Αθήνας προέρχονται από Υπηρεσίες που έχουν την έδρα τους στο νομό Αττικής, για δε τα Συμβούλια της Θεσσαλονίκης από Υπηρεσίες που έχουν την έδρα τους στο νομό Θεσσαλονίκης. .
Άρθρο 33
1.  
    Μετά την παρ. 4 του άρθρου 39 του π.δ. 584/1985 (Α΄204), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του π.δ. 16/1995 (Α΄ 7), προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:
    Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, στον όρο αιμοδοσία συμπεριλαμβάνεται και η αιμοπεταλιοαφαίρεση.
2.  
    Μετά το άρθρο 39 του π.δ. 584/1985 προστίθεται άρθρο 39Α ως εξής:
    Άρθρο 39Α
    1.  
      Άρθρο 39Α. Εθελοντές δότες προγονικών αιμοποιητικών κυττάρων.
    1. Για κάθε συλλογή αιμοποιητικών κυττάρων από το μυελό των οστών, χορηγείται ειδική άδεια πέντε (5) ημερών, η οποία αρχίζει από την ημέρα της μυελοδοσίας.
    2. Για κάθε συλλογή αιμοποιητικών κυττάρων μέσω αιμοδοσίας, χορηγείται ειδική άδεια δύο (2) ημερών, η οποία αρχίζει από την ημερομηνία χορήγησης των αιμοποιητικών κυττάρων.
    2.  
      Οι ανωτέρω ειδικές άδειες χορηγούνται από τις Υπηρεσίες με την προσκόμιση σε αυτές των σχετικών βεβαιώσεων εγγραφής δότη μυελού των οστών σε Τράπεζα Εθελοντών Δοτών και πραγματοποίησης της μεταμόσχευσης σε κατάλληλο συμβατό δότη ή αιμοληψίας, αντίστοιχα, που χορηγούνται στους δότες από τις Τράπεζες Εθελοντών Δοτών και οι οποίες πρωτοκολλώνται στο φάκελο αδειών κάθε δότη.
    3.  
      Ο χρόνος διάρκειας των ειδικών αυτών αδειών δεν λογίζεται ως χρόνος ασθενείας και δεν επηρεάζει τους δότες αρνητικά στην εν γένει υπηρεσιακή τους κατάσταση (προαγωγές, αποδοχές).
Άρθρο 34
1.  
    Η παράγραφος 1 του άρθρου 15 του π.δ. 538/1989 (Α΄ 224) αντικαθίσταται ως εξής:
    Οι αστυνομικοί που δεν διαμένουν στα οικήματα των Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας υποχρεούνται να διαμένουν εντός των εδαφικών ορίων του νομού, όπου εδρεύει η Υπηρεσία τους ή σε όμορο προς αυτόν νομό και σε απόσταση μέχρι τριάντα (30) χιλιόμετρα από αυτή, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 2. Δεν επιτρέπεται οι υπηρετούντες σε νησί να διαμένουν εκτός του νησιού και αντίστροφα. Ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει εάν το νησί όπου υπηρετεί ο αστυνομικός συνδέεται με γέφυρα με τον τόπο διαμονής του και αντίστροφα. Προκειμένου για τη Σαλαμίνα, ο ανωτέρω περιορισμός δεν ισχύει εάν ο τόπος διαμονής του αστυνομικού βρίσκεται στο ηπειρωτικό τμήμα του νομού Αττικής ή αντίστροφα εάν η έδρα της Υπηρεσίας του βρίσκεται στο ηπειρωτικό τμήμα του νομού Αττικής.
2.  
    Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 15 του π.δ. 538/1989 αντικαθίσταται ως εξής: 2 Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδίως ύπαρξης σοβαρών ατομικών ή οικογενειακών λόγων, αδυναμίας εξεύρεσης στέγης, ύπαρξης ιδιόκτητης κατοικίας κ.λπ., οι αστυνομικοί δύνανται να διαμένουν και σε απόσταση πέραν των τριάντα (30) χιλιομέτρων από την έδρα της Υπηρεσίας τους, ύστερα από έγγραφη έγκριση του άμεσα προϊσταμένου της Υπηρεσίας, επιπέδου Αστυνομικού Τμήματος και άνω. .
Άρθρο 35
1.  
    Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του π.δ. 27/1986 (Α΄ 11), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του π.δ. 169/2014 (Α΄ 255), αντικαθίσταται ως εξής: Η άδεια αυτή εγκρίνεται από τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας και ο χρόνος που διανύθηκε δεν αποτελεί χρόνο πραγματικής υπηρεσίας και δεν υπολογίζεται για τις βαθμολογικές και μισθολογικές προαγωγές και προσαυξήσεις του προσωπικού. .
Άρθρο 36
1.  
    Η παράγραφος 8 του άρθρου 10 του π.δ. 27/1986, όπως είχε αντικατασταθεί με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του π.δ. 138/2011 (Α΄ 272), αντικαθίσταται ως εξής:
    Ο χρόνος των αδειών που προβλέπονται από το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 και από την παράγραφο 6 δεν αποτελεί χρόνο πραγματικής υπηρεσίας και δεν υπολογίζεται για τις βαθμολογικές και μισθολογικές προαγωγές και προσαυξήσεις, εκτός από χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) μηνών της άδειας του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2.
Άρθρο 37
1.  
    Η περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του π.δ. 82/2006 (Α΄ 86) αντικαθίσταται ως εξής:
  1. β. Απλή δήλωση ότι επιθυμούν να εξεταστούν σε μία ή περισσότερες από τις γλώσσες.Αγγλική, Γαλλική, Γερμανική, Ιταλική, Ισπανική, Τουρκική και Αραβική.
Άρθρο 38
1.  
    Η περίπτωση ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του π.δ. 82/2006 αντικαθίσταται ως εξής:
  1. Ξένες γλώσσες.Αγγλική, Γαλλική, Γερμανική, Ιταλική, Ισπανική, Τουρκική και Αραβική (προαιρετικά).
2.  
    Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 8 του άρθρου 7 του π.δ. 82/2006 αντικαθίσταται ως εξής: 8 Στις ξένες γλώσσες, οι υποψήφιοι εξετάζονται στην ύλη που εξετάζονται οι υποψήφιοι για την πιστοποίηση της καλής γνώσης της ξένης γλώσσας επιπέδου Β2, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2740/1999 (Α΄ 186). .
Άρθρο 39
1.  
    Η περίπτωση γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του π.δ. 82/2006 αντικαθίσταται ως εξής:
  1. γ. Για τις ξένες γλώσσες.Από τρεις (3) καθηγητές της εξεταζόμενης γλώσσας από τους διδάσκοντες στις Σχολές της Αστυνομικής Ακαδημίας και σε περίπτωση αδυναμίας από καθηγητές της τριτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας ή πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης της Περιφέρειας Αττικής.
Άρθρο 40
1.  
    Η παράγραφος 3 του άρθρου 13 του π.δ. 82/2006 αντικαθίσταται ως εξής:
    Σε περίπτωση αδυναμίας χρησιμοποίησης του τηλετύπου ή της τηλεομοιοτυπίας (fax) για οποιαδήποτε αιτία, η διαβίβαση των θεμάτων που κληρώνονται, πραγματοποιείται μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) ή τηλεφώνου ή με κάθε άλλο πρόσφορο μέσο.
Άρθρο 41
1.  
    Η περίπτωση ζ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 14 του π.δ. 82/2006 αντικαθίσταται ως εξής:
  1. ζ. Να έχουν μαζί τους κινητά τηλέφωνα ή οποιαδήποτε άλλη ηλεκτρονική συσκευή μετάδοσης ήχου ή εικόνας.
Άρθρο 42
1.  
    Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 8 του άρθρου 15 του π.δ. 82/2006 αντικαθίσταται ως εξής: 8 Τα γραπτά των υποψηφίων και το πρακτικό διεξαγωγής των εξετάσεων, με μέριμνα του οικείου επόπτη των εξετάσεων, αποστέλλονται αυθημερόν με κατώτερο αξιωματικό από τους υπηρετούντες στην Αστυνομική Ακαδημία, στη Σχολή Μετεκπαίδευσης και Επιμόρφωσης, με εξαίρεση τα γραπτά των υποψηφίων του εξεταστικού κέντρου που λειτουργεί στη Σχολή Μετεκπαίδευσης και Επιμόρφωσης Βόρειας Ελλάδας, τα οποία φυλάσσονται σε χώρο των εγκαταστάσεων αυτής με προσωπική ευθύνη του Διοικητή της και αποστέλλονται συνολικά την τελευταία ημέρα των εξετάσεων. .
Άρθρο 43
1.  
    Η παράγραφος 4 του άρθρου 17 του π.δ. 82/2006 καταργείται.
2.  
    Η παράγραφος 5 του άρθρου 17 του π.δ. 82/2006 αντικαθίσταται ως εξής:
    Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας της βαθμολόγησης των γραπτών, η εξεταστική επιτροπή καταχωρίζει στην ηλεκτρονική εφαρμογή «Προαγωγικές Εξετάσεις» του συστήματος Ροlice Οn line, τις επιμέρους βαθμολογίες των μελών και το άθροισμα των τριών βαθμολογίων, κατά αύξοντα αριθμό γραπτού. Ειδικά για τις εξεταστικές επιτροπές των ξένων γλωσσών, η καταχώριση των βαθμολογιών του προηγούμενου εδαφίου πραγματοποιείται από αστυνομικό της Αστυνομικής Ακαδημίας, ο οποίος ορίζεται με διαταγή αυτής ως Γραμματέας της επιτροπής. Με την ολοκλήρωση της καταχώρισης, οι πίνακες βαθμολογιών εκτυπώνονται σε τέσσερα (4) αντίτυπα, τα οποία υπογράφονται σε κάθε σελίδα από τα μέλη της επιτροπής.
3.  
    Η παράγραφος 6 του άρθρου 17 του π.δ. 82/2006 αντικαθίσταται ως εξής:
    Από τους πίνακες βαθμολογίας, κάθε μέλος της επιτροπής μεταφέρει τη βαθμολογία του, με κόκκινο στυλό, στην επάνω δεξιά θέση της πρώτης σελίδας του αντίστοιχου γραπτού, αριθμητικώς και ολογράφως και υπογράφει παραπλεύρως του βαθμού, κατά τρόπο ώστε να δίνεται η δυνατότητα κάλυψής του με επικόλληση αδιαφανούς χάρτου, στην περίπτωση που το γραπτό αναβαθμολογηθεί.
Άρθρο 44
1.  
    Οι περιπτώσεις β΄ και γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 18 του π.δ. 82/2006 αντικαθίστανται ως εξής: 1 Προβαίνει άμεσα στην αποκάλυψη των γραπτών και καταχωρίζει στην ηλεκτρονική εφαρμογή «Προαγωγικές Εξετάσεις» του συστήματος Ροlice Οn line, τα ονοματεπώνυμα και λοιπά στοιχεία των υποψηφίων (ΑΡΙΘΜΟΣ ΓΕΝΙΚΟΥ ΜΗΤΡΩΟΥ – ΕΠΩΝΥΜΟ – ΟΝΟΜΑ – ΠΑΤΡΩΝΥΜΟ) στους πίνακες βαθμολογίας, έναντι του αύξοντα αριθμού του αντίστοιχου γραπτού Μετά την ολοκλήρωση της καταχώρισης, προβαίνει υποχρεωτικά σε συνολικό επανέλεγχο των στοιχείων των υποψηφίων και της βαθμολογίας ενός εκάστου υποψηφίου και εκτυπώνει τους πίνακες βαθμολογιών σε τέσσερα (4) αντίτυπα, τα οποία υπογράφονται σε κάθε σελίδα από τα μέλη της επιτροπής. 2 Κοινοποιεί αμέσως, με ευθύνη του Διοικητή της Σχολής Μετεκπαίδευσης και Επιμόρφωσης της Ελληνικής Αστυνομίας τη βαθμολογία, με ανάρτηση του ενός αντιτύπου του πίνακα βαθμολογίας στον πίνακα ανακοινώσεων της Σχολής Μετεκπαίδευσης και Επιμόρφωσης και παράλληλα ενεργοποιεί στην ηλεκτρονική εφαρμογή «Προαγωγικές Εξετάσεις» του συστήματος Ροlice Οn line την εμφάνιση των ατομικών βαθμολογιών των υποψηφίων, ώστε να λάβουν γνώση.
2.  
    Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 18 του π.δ. 82/2006 αντικαθίσταται ως εξής: Ο γενικός βαθμός επιτυχίας κάθε υποψηφίου προκύπτει από το άθροισμα των βαθμών όλων των μαθημάτων και συμπεριλαμβάνει τις μονάδες που προκύπτουν άνω του σαράντα πέντε (45) του αθροίσματος των βαθμών της επιτροπής, για κάθε ξένη γλώσσα. .
Άρθρο 45
1.  
    Μετά το άρθρο 18 του π.δ. 82/2006 προστίθεται άρθρο 18Α ως εξής:
    Άρθρο 18Α
    1.  
      Άρθρο 18Α. Αναβαθμολόγηση γραπτών. Οι υποψήφιοι που υπάγονται στην περίπτωση γ΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 9 δεν έχουν δικαίωμα υποβολής αιτήματος αναβαθμολόγησης. Το αίτημα αναβαθμολόγησης υποβάλλεται από τον ίδιο τον υποψήφιο στην Υπηρεσία του, διαβιβάζεται ιεραρχικά στη Διεύθυνση Εκπαίδευσης και Ανάπτυξης Ανθρωπίνων Πόρων/Α.Ε.Α. μέσω του συστήματος Ροlice οn Line και δεν ανακαλείται για κανένα λόγο. Αιτήματα υποψηφίων για αναβαθμολόγηση γραπτού, τα οποία δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου, δεν γίνονται δεκτά και απορρίπτονται με απόφαση του Διευθυντή της Διεύθυνσης Εκπαίδευσης και Ανάπτυξης Ανθρωπίνων Πόρων/Α.Ε.Α.
    2.  
      Σε περίπτωση ύπαρξης αιτημάτων αναβαθμολόγησης ορίζεται, με απόφαση της Διεύθυνσης Εκπαίδευσης και Ανάπτυξης Ανθρωπίνων Πόρων/Α.Ε.Α., υπεύθυνος αξιωματικός της Σχολής Μετεκπαίδευσης και Επιμόρφωσης της Ελληνικής Αστυνομίας για την κάλυψη των ατομικών στοιχείων των υποψηφίων και των βαθμολογιών της εξεταστικής επιτροπής των προς αναβαθμολόγηση γραπτών.
    3.  
      Μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων για αναβαθμολόγηση γραπτών, με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, που εκδίδεται με μέριμνα της Διεύθυνσης Εκπαίδευσης και Ανάπτυξης Ανθρωπίνων Πόρων/Α.Ε.Α., συγκροτείται τριμελής επιτροπή αναβαθμολόγησης, η οποία αποτελείται.
    1. Για το μάθημα της Έκθεσης Ιδεών.από ένα Αστυνομικό Διευθυντή ή Αστυνομικό Υποδιευθυντή, κατά προτίμηση πτυχιούχο Ελληνικής Φιλολογίας, ως πρόεδρο και από ένα Αστυνόμο Α΄ ή Αστυνόμο Β΄ και ένα φιλόλογο καθηγητή, ως μέλη.
    2. Για κάθε ένα από τα μαθήματα του Ουσιαστικού Ποινικού Δικαίου, του Δικονομικού Ποινικού Δικαίου και του Αστυνομικού Δικαίου.από έναν Αστυνομικό Διευθυντή ή Αστυνομικό Υποδιευθυντή, ως πρόεδρο και από έναν Αστυνόμο Α΄ ή Αστυνόμο Β΄ και έναν καθηγητή του ίδιου ή συναφούς μαθήματος, ως μέλη.
    3. Για τις ξένες γλώσσες.από τρεις (3) καθηγητές της εξεταζόμενης γλώσσας.
    4.  
      Οι πρόεδροι και τα μέλη των εξεταστικών επιτροπών, συμπεριλαμβανομένων και των αναπληρωτών τους, δεν μπορούν να οριστούν ως πρόεδροι ή μέλη των επιτροπών αναβαθμολόγησης. Οι καθηγητές των επιτροπών αναβαθμολόγησης προέρχονται από τους διδάσκοντες των Σχολών της Αστυνομικής Ακαδημίας και σε περίπτωση αδυναμίας από καθηγητές της τριτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας ή πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης της Περιφέρειας Αττικής.
    5.  
      Οι επιτροπές αναβαθμολόγησης κάθε μαθήματος παραλαμβάνουν από τη Σχολή Μετεκπαίδευσης και Επιμόρφωσης τα προς αναβαθμολόγηση γραπτά, με καλυμμένα τόσο τα στοιχεία των υποψηφίων όσο και τις βαθμολογίες της εξεταστικής επιτροπής, καθώς και τον αύξοντα αριθμό που έλαβε το κάθε γραπτό. Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 3 και 7 του άρθρου 17, εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση των επιτροπών αναβαθμολόγησης.
    6.  
      Τα προς αναβαθμολόγηση γραπτά βαθμολογούνται με ακέραιους αριθμούς από το 0 έως το 20 επί ενδεικτικού πίνακα που τυπώνεται ενσφράγιστα επί του γραπτού και φέρει τον τίτλο «ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΑΝΑΒΑΘΜΟΛΟΓΗΣΗΣ». Οι βαθμοί που προκύπτουν από την επιτροπή αναβαθμολόγησης αποτελούν την οριστική βαθμολογία του γραπτού και βάσει αυτών καταρτίζεται ο τελικός πίνακας αποτελεσμάτων. Η βαθμολογία της εξεταστικής επιτροπής δεν λαμβάνεται υπόψη. Η διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 17 εφαρμόζεται αναλόγως.
    7.  
      Νέα αίτηση αναβαθμολόγησης του γραπτού δεν είναι επιτρεπτή, ακόμη και στην περίπτωση που η νέα βαθμολογία είναι χαμηλότερη της αρχικής.
    8.  
      Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αναβαθμολόγησης των γραπτών, εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 5 και 8 του άρθρου 17.
    9.  
      Μετά την ολοκλήρωση του έργου της επιτροπής αναβαθμολόγησης συγκαλείται εκ νέου η ίδια συγκροτηθείσα επιτροπή αποκάλυψης των γραπτών, με ευθύνη της Σχολής Μετεκπαίδευσης και Επιμόρφωσης της Ελληνικής Αστυνομίας και ακολουθείται αντίστοιχα η διαδικασία της παραγράφου 2 του άρθρου 18.
    10.  
      Για την ασφαλή φύλαξη των γραπτών εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 15.
Άρθρο 46
1.  
    Η παράγραφος 2 του άρθρου 6 του ν. 3686/2008 (Α΄ 158) καταργείται.
2.  
    Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 7 του ν. 3686/2008 αντικαθίσταται ως εξής: Ο αριθμός των θέσεων αυτών δεν μπορεί να είναι μικρότερος του 5%, ούτε μεγαλύτερος του 10% του συνόλου των οργανικών θέσεων των αξιωματικών της κατηγορίας αυτής, κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης. .
3.  
    Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 7 του ν. 3686/2008, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 25 του ν. 4058/2012 (Α΄ 63), αντικαθίσταται ως εξής: Οι ανωτέρω Υπαστυνόμοι Β’ εξομοιώνονται με τους αξιωματικούς του ν.δ. 649/1970 και με τη συμπλήρωση του προβλεπόμενου από την περίπτωση α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 15 του π.δ. 24/1997, χρόνου, προάγονται στο βαθμό του Υπαστυνόμου Α΄, χωρίς να δικαιούνται περαιτέρω προαγωγής με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 8 και 9. .
Άρθρο 47
1.  
    Οι περιπτώσεις β΄ και γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του ν. 2800/2000, όπως η πρώτη αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του ν. 3686/2008, αντικαθίστανται ως εξής: β. Θέσεις αξιωματικών γενικών καθηκόντων που προέρχονται από το Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων - Αστυνομικοί Υποδιευθυντές 10 θέσεις - Αστυνόμοι Α΄ 110 θέσεις - Αστυνόμοι Β΄ 118 θέσεις - Υπαστυνόμοι Α΄ και Υπαστυνόμοι Β΄ 355 θέσεις γ. Θέσεις Ανθυπαστυνόμων, Αρχιφυλάκων και Αστυφυλάκων γενικών καθηκόντων - Ανθυπαστυνόμοι και Αρχιφύλακες 8.773 θέσεις - Αστυφύλακες 37.907 θέσεις .
Άρθρο 48 "Έναρξη ισχύος"
1.  
    Η ισχύς του παρόντος διατάγματος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στον Υπουργό Εσωτερικών αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος διατάγματος.
  • Τις υπ’ αριθ. 8000/1/2017/97-θ΄ από 16.10.2017 και 8000/1/2017/97-ια΄ από 20.11.2017 Εισηγήσεις του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Επιτελικού Σχεδιασμού.
  • Τις διατάξεις της υπ’ αριθ. Υ186 από 10.11.2016 απόφασης του Πρωθυπουργού «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Αναπληρωτή Υπουργό Εσωτερικών Νικόλαο Τόσκα» (Β΄ 3671).
  • Τις διατάξεις της υπ’ αριθ. Υ29 από 08.10.2015 απόφασης του Πρωθυπουργού «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Αναπληρωτή Υπουργό Οικονομικών Γεώργιο Χουλιαράκη» (Β΄ 2168).
  • Το υπ’ αριθ. 6003/1/21-ι΄ από 10.10.2017 έγγραφο της Διεύθυνσης Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας.
  • Το υπ’ αριθ. 7016/62/3-ρλε΄ από 21.11.2017 έγγραφο της Διεύθυνσης Οργάνωσης και Νομικής Υποστήριξης του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας.
  • Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος, προκαλείται ετήσια δαπάνη από το οικονομικό έτος 2018 και μετά, ύψους 59.400,00 ευρώ, περίπου, σε βάρος του τακτικού προϋπολογισμού (Ε.Φ. 07-410, Κ.Α.Ε. Ομάδων 0400 και 0500) εντός των ορίων του Μ.Π.Δ.Σ.
  • Την υπ’ αριθ. 241/2017 Γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ύστερα από πρόταση των Αναπληρωτών Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών,
  • Τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 1 του ν. 4249/2014 «Αναδιοργάνωση της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού Σώματος και της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, αναβάθμιση Υπηρεσιών του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και ρύθμιση λοιπών θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και άλλες διατάξεις» (Α΄ 73).
  • Τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 περίπτ. γ΄, δ΄, στ΄ και θ΄ και παρ. 7 του ν. 1481/1984 «Οργανισμός Υπουργείου Δημόσιας Τάξης» (Α΄ 152), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1590/1986 (Α΄ 49).
  • Τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1 του ν. 2800/2000 «Αναδιάρθρωση Υπηρεσιών Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, σύσταση Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 41).
  • Τις διατάξεις των άρθρων 20 και 77 του ν. 4270/2014 «Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ), δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις» (Α΄ 143), όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 3 και 30γ του ν. 4337/2015, αντίστοιχα.
  • Τις διατάξεις του άρθρου 90 του κώδικα νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα, που κωδικοποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ. 63/2005 (Α΄ 98).
  • Τις διατάξεις του π.δ. 123/2016 «Ανασύσταση και μετονομασία του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, ανασύσταση του Υπουργείου Τουρισμού, σύσταση Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής και Υπουργείου Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης, μετονομασία Υπουργείων Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων» (Α΄ 208).
Ημερομηνία Τίτλος ΦΕΚ
2018-01-25 Ρύθμιση θεμάτων αστυνομικού προσωπικού.
Τροποποίηση Τύπος
A/2018/11
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
ΝΟΜΟΣ 1984/1481 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1984/1481 1984
ΝΟΜΟΣ 1986/1590 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1986/1590 1986
Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις. 1999/2713 1999
Εκδιδόμενα με αμοιβή πρόσωπα και άλλες διατάξεις. 1999/2734 1999
Κρατικό Πιστοποιητικό Γλωσσομάθειας και άλλες διατάξεις. 1999/2740 1999
Αναδιάρθρωση Υπηρεσιών Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, σύσταση Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις. Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή: 2000/2800 2000
Ρύθμιση θεμάτων προσωπικούτης Ελληνικής Αστυνομίας. 2008/3686 2008
Παροχή υπηρεσιών ασφαλείας από ένοπλους φρουρούς σε εµπορικά πλοία και άλλες διατάξεις. 2012/4058 2012
Αναδιοργάνωση της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού Σώματος και της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, αναβάθμιση Υπηρεσιών του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και ρύθμιση λοιπών θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Δημόσι[...]" 2014/4249 2014
Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ) - δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις. 2014/4270 2014
Μέτρα για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. 2015/4337 2015
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1970/649 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1970/649 1970
ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1985/584 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1985/584 1985
ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1986/27 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1986/27 1986
ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1989/538 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1989/538 1989
(΄3) Προυποθέσεις και διαδικασία απονοµής του Αστυνοµικού Αριστείου Ανδραγαθίας - Επ' ανδραγαθία προαγωγές αστυνοµικού προσωπικού. - τ ο 1991/144 1991
Τροποποίηση του Π.Δ. 584/1985 «Οργάνωση και λειτουργία Υγειονομικής Υπηρεσίας της Ελληνικής Αστυνομίας» (Α 204). 1995/16 1995
ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1997/24 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1997/24 1997
Τροποποίηση διατάξεων π.δ. 24/1997 «Ιεραρχία, καταστάσεις και εξέλιξη των Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας» (Α΄ 29). 1999/31 1999
ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 2000/104 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 2000/104 2000
ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 2000/147 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 2000/147 2000
Τροποποίηση - συμπλήρωση διατάξεων Π.Δ. 24/1997 Ιεραρχία, καταστάσεις και εξέλιξη των αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας (Α΄ 29). 2002/132 2002
Τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και λοιπές μετακινήσεις αστυνομικού προσωπικού. 2003/100 2003
Τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και μετακινήσεις συνοριακών φυλάκων και ειδικών φρουρών. 2005/211 2005
Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα. 2005/63 2005
Προϋποθέσεις, δικαιολογητικά, εξεταζόμενα μαθήματα και διαδικασία προαγωγικών εξετάσεων για την κάλυψη κενών οργανικών θέσεων Αρχιφυλάκων γενικών καθηκόντων. 2006/82 2006
Πειθαρχικό Δίκαιο Αστυνομικού Προσωπικού 2008/120 2008
Τροποποίηση των διατάξεων του π.δ. 27/1986 (Α΄ 11). 2011/138 2011
Τροποποίηση του π.δ. 24/1997 «Ιεραρχία, καταστάσεις και εξέλιξη των αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας» (Α΄ 29). 2013/164 2013
Τροποποίηση του Π.Δ. 24/1997 «Ιεραρχία, καταστάσεις και εξέλιξη των αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας» (Α΄ 29). 2013/42 2013
Ρύθμιση θεμάτων αδειών αστυνομικού προσωπικού, κατά τροποποίηση τον Π. δ/τος 27/1986 (Α΄ 11). 2014/169 2014
Ανασύσταση και μετονομασία του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, ανασύσταση του Υπουργείου Τουρισμού, σύσταση Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής και Υπουργείου Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης, μ[...]" 2016/123 2016
Τροποποίηση διατάξεων του Π.δ. 24/1997 «Ιεραρχία, καταστάσεις και εξέλιξη των αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας» (Α΄ 29) και του Π.δ. 100/2003 «Τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και λοιπές μετακινήσεις αστυνομικού προσωπικού» (Α΄ 94). 2016/4 2016
Ρύθμιση θεμάτων προσωπικού Ελληνικής Αστυνομίας 2016/75 2016
Ρύθμιση θεμάτων αστυνομικού προσωπικού. 2016/81 2016
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία